Μικροκείμενα

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2018

ΤΟ ΜΗ ΚΑΝΟΝΙΚΌ ΣΥΜΠΑΝ








Την δεκάτη εβδόμη Ιουλίου ένα υποκείμενο επ’  ονόματι Μπάμπης εισήλθε στο χώρο του σουπερ μάρκετ. Η ώρα ήταν 8 πρωινή. Υπήρχαν τρείς πελάτες. Ο ένας βρίσκονταν στο χώρο των τυριών, ο άλλος επέλεγε λαχανικά . Ο Μπάμπης κατευθύνθηκε στο χώρο των ποτών. Κάθισε αρκετή ώρα βλέποντας. Μετά με μια αποφασιστική κίνηση πήρε ένα φθηνό ουίσκι και κατευθύνθηκε προς το ταμείο. Την ίδια ώρα στην άλλη άκρη της πόλης η κύρια Ιουλία μόλις σηκώθηκε από τον ύπνο. Κοιμόταν πολύ λίγο τις τελευταίες ημέρες. Υπό τη επήρεια του ύπνου πήγε στην τουαλέτα. Χτύπησε με το πόδι της στην γωνία της πόρτας και έβγαλε ένα πνιχτό ουρλιαχτό. Αυτό βέβαια την ξύπνησε τελείως. Βέβαια δεν ήξερε ότι ο Μπάμπης εκείνη την ώρα επέλεγε ένα μπουκάλι ουίσκι ούτε και ήξερε και τον Μπάμπη. Ο γιος της λέγονταν Μενέλαος και ήταν στην Γερμανία σχεδόν από την αρχή της κρίσης. 

Το λεωφορείο ξεκίνησε στις 7 ακριβώς από το σταθμό εκείνη την ημέρα. Οδηγός του ήταν ο Γιώργος από τα Κάτω Λεχώνια, πενήντα εφτά χρονών. Η κατεύθυνση του ήταν προς την Αφησσο. Ευτυχώς το πρωί η κίνηση δεν είναι μεγάλη και είχε άνεση. Σκέπτονταν τις μεσημεριανές ώρες και ανατρίχιαζε. Τελευταία η κίνηση στους δρόμους ήταν τόσο μεγάλη όσο ποτέ άλλοτε, η «κρίση» όπως έλεγαν.  Η κυρία Ιουλία αποφάσισε περισσότερο για να περάσει την ώρα της στο σουπερ μάρκετ που βρίσκονταν ο Μπάμπης στην άλλη ακρη της πόλης. Βγήκε στην στάση και πήρε το λεωφορείο που οδηγούσε ο Γιώργος. Το λεωφορείο διέσχιζε ολόκληρη την πόλη και πήγαινε προς τα Λεχώνια. Δεν είχε πολλούς. Κάποια πιτσιρίκια που πήγαιναν προφανώς για μπάνιο ήταν καθισμένα στα πίσω καθίσματα. Όταν έφτασε στο σουπερ Μάρκετ ο Μπάμπης που μόλις είχε αγοράσει το ουίσκι ανέβηκε. Η κυρία Ιουλία σηκώθηκε να κατέβει αλλά σε μια στιγμή το μετάνιωσε. Γιατί να μην πάει πιο μακριά; Και κάθισε βλέποντας την πόλη. Ο Μπάμπης άνοιξε το ουίσκι και άρχισε να πίνει σιωπηλά. Ο Γιώργος οδηγούσε και σκέπτονταν ότι το βράδυ είχανε στο σπίτι καλεσμένους τα πεθερικά και κάτι συγγενείς της γυναίκας του και βαριόνταν εξαιρετικά όχι γιατί δεν τους εκτιμούσε αλλά γιατί πάντα γίνονταν οι ίδιες συζητήσεις. – Γιατί πίνεις; Είπε η κύρια Ιουλία. Ο Μπάμπης την κοίταξε. – Έτσι της είπε πίνω γιατί δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω. – Είσαι νέος άνθρωπος δεν είναι δυνατόν να μην έχεις κάτι καλό να κάνεις. – Δεν έχω. Ο Γιώργος τους άκουγε.  Τελευταία είχε προσέξει πολλούς που έπιναν μέσα στο λεωφορείο. Φοβόνταν και λίγο γιατί δεν ήξερε τι μπορεί να συμβεί. Και στο λεωφορείο είναι πολύ δύσκολο να ελέγξεις τους πίσω ενώ οδηγείς. Παλιά είχε μια φοβία ότι κάποιος θα τους έκανε πειρατεία και θα τους οδηγούσε στην Αλβανία ή στην Ιταλία – είχε δει ένα  έργο που είχε αυτή την υπόθεση.  Το λεωφορείο προχωρούσε. Ο Μπάμπης έπινε. Η κ, Ιουλία προσπαθούσε να τον κάνει να μιλήσει και ο Γιώργος οδηγούσε. Όλα κυλούσαν κανονικά και το αυτοκίνητο θα έφτανε στην Αφησσο και θα κατέβαινε ίσως η κυρία Ιουλία. Ο Γιώργος όμως σκεφτόμενος τους δικούς του είχε φουντώσει. Η ζωή του ήταν απόλυτα κανονισμένη. Σπίτι και δουλειά. Έβγαινε μόνο με την γυναίκα του. Έτρωγα στο σπίτι στο μπάρμπεκιου που είχε κάνει. Κι αφού έπιναν έφευγαν κι αυτός προσπαθούσε να χωνέψει. Και τον έπαιρνε ο ύπνος αργά και νευρίαζε με τον εαυτό του. Και κυρίως αυτό που τον προβλημάτιζε είναι ότι δεν είχε πλέον όνειρα. Να φύγει, να κάνει ταξίδια γιατί τα αγαπούσε τα ταξίδια από μικρός. Δεν είχε όνειρα. Του αρκούσε αυτό το τιμόνι το λεωφορείο που του το είχε αγοράσει ο πατέρας του. Του αρκούσαν αυτά. Και για αυτό νευρίαζε με τον εαυτό του. Ξαφνικά είδε μια διασταύρωση. Σταμάτησε. «Όποιος θέλει να κατέβει το λεωφορείο δεν πάει σήμερα Αφησσο». Τα πιτσιρίκια διαμαρτυρήθηκαν λίγο αλλά βγήκαν. Έμειναν μέσα ο Μπάμπης η κυρία Ιουλία και ο Γιώργος ο οδηγός. Έκοψε αριστερά στο βουνό. Ο Μπάμπης συνέχιζε να πίνει. Η κ. Ιουλία έδειχνε να μην την ενδιαφέρει τίποτα ή μάλλον ήταν απόλυτα ευχαριστημένη γιατί τα πράγματα πήραν αυτή την τροπή και περνούσε κάπως διαφορετικά τον χρόνο της.  Σταμάτησαν σε ένα σουπερ μάρκετ. Μικρή στάση είπε ο Γιώργος. 

Κάθισαν μαζί. Δεν είχανε τίποτα να πούνε. Με λένε Ιουλία είπε κι εμένα Γιώργο.  Μπάμπης είπε και άφησε το  μπουκάλι. Λοιπόν που πάμε; Δεν ξέρουμε κι εμείς που πάμε κύριε Γιώργο. Όλη η ζωή μας ήταν ένα δρομολόγιο αλλά δεν ξέραμε γιατί γίνεται αυτό το δρομολόγιο. Συμφωνώ είπε ο Μπάμπης. Η ζωή μας ήταν ένα δρομολόγιο αλλά δεν ξέρουμε που πάει. Δεν έχει νόημα είπε ο Γιώργος. Τα δρομολόγια δεν έχουν νόημα. Απλώς υπάρχουν για να υπάρχουν λεωφορεία και οδηγοί λεωφορείων. Καλά είπε η κυρία Ιουλία και οι άνθρωποι δεν θα μετακινούνται; Και γιατί μετακινούνται οι άνθρωποι; Για να αλλάξουνε παραστάσεις είπε ο Μπάμπης δεν μπορείς να βλέπεις συνεχώς τα ίδια πράγματα. – Εσύ για παράδειγμα τι βλέπεις τόση ώρα; Αφού πίνεις;. – Δεν βλέπω τίποτα αλλά καταλαβαίνω ότι κάτι διαφορετικό συμβαίνει σήμερα – Ωραία σας ρωτώ που θέλετε να σας πάω; - Εσύ Γιώργο που θέλεις να πάς; Ρώτησε απαλά η κυρία Ιουλία. – Ειλικρινά δεν ξέρω. Θα ήθελα να αποφύγω το βραδινό πάρτι αλλά δεν θέλω πουθενά να πάω. Ας μείνουμε τότε εδώ.

Εκείνη την ημέρα σημειώθηκαν τρεις θάνατοι στην πόλη. Ο Μπάμπης που τον βρήκαν με ένα άδειο μπουκάλι ουίσκι, κοντά στο σουπερ μάρκετ. Η κυρία Ιουλία που βρέθηκε από την ανιψιά της στο μπάνιο. Και ο Γιώργος που πέθανε με έμφραγμα οδηγώντας το λεωφορείο. Βεβαίως κηδεύτηκαν με κόσμο πολύ γιατί ο καθένας θέλει να πηγαίνει στον θάνατο των άλλων. Τις επόμενες ημέρες τα σουπερ μάρκετ άνοιξαν κανονικά. Τα λεωφορεία συνέχισαν να πηγαίνουν τα δρομολόγια. Και σε κάθε σπίτι μια κυρία Ιουλία που είναι  μόνη θα πηγαίνει στο μπάνιο κάθε πρωί. Και σκέψου ότι όλα αυτά γίνονται σε ένα σύμπαν που δεν γνωρίζει κανονικότητες.

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

ΟΣΚΑΡ ΡΟΜΕΡΟ




Ο Οσκαρ Ρομέρο περπάτησε στον κήπο με τα καρφιά
βρήκε με την άκρη της γυμνής του γλώσσας
το υπερωκεάνιο που οδηγούσε στην απελευθέρωση
και έφυγε ως ανομολόγητος έρωτας, του ιερού
ως δαπάνη μιας  χάριτος αφώνως  προεξοφλημένης.
Τις κουβέντες του τις μοιραζόμαστε σήμερα που η μπότα
πάλι πατάει τα κεφάλια μας
Μας πάνε πίσω σε μια αεικίνητο Γένεση
εκεί που καρπός του κόσμου ήταν το ιερό του ανθρώπου
κι όταν ο ίδιος θέλησε να κόψει έγινε Αδάμ
μια εκδήλωση  ορατή του χώματος
Ενδόμυχα αρνούμαι να εισοδεύσω σε αυτή τη λογική
γιατί η ζωή είναι μια λειτουργία
μιας αφηνιασμένης προσφοράς
ενός ξαφνικού έρωτα
ενός ξαφνικού χορού
στην άκρη του γκρεμού, την ανεμόεσσα.

Ο Οσκαρ Ρομέρο βάδισε στην ανάσταση με την βεβαιότητα
ενός «τετέλεσται» αυθεντικού.
Μοίρασε το ψωμί, μοίρασε το κρασί
ως ξεχωριστή δυνατότητα αρμονίας
ως την τελειότητα του μοιράσματος
που εμπεριέχει το δικό του αίμα.

Θα συμπλεύσουμε κάποτε
όταν μπορέσουμε λιγάκι να αγαπήσουμε
και στο ώμο του εχθρού
να αφήσουμε την αποτυχία μας
να πέσει απαλά σαν δάκρυ.
N.B.

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΣΙΝΑ






Κι όταν έφτασα στην αγορά έπεφτε τα’ απόγευμα με γεύση από τσίπουρο. Κι ήρθαν παλιοί συμμαθητές και φίλοι. Κι ήρθε πατέρας και παππούς μου μίλησαν. «Ποιος είμαι εγώ;» τους ρώτησα γελάσανε. Βάλαν ρακές στην μέρα και ορφάνεψε. Πετάχτηκε ο πιο μικρός. «Πέρασα μέσα στο σύνορο της πίσσας κι αγριεύτηκα. Όταν γεννήθηκα ήρθαν πουλιά και μου δώσανε τρίμματα του ουρανού μέσα στο στόμα. Με αυτόν τον ουρανό πορεύθηκα. Δεν γνώρισα αυτό που δεν ήμουν αλλά ξαπόστασα στην βαμπακιά και σύρθηκα μες στα ρυάκια τα χορτασμένα πεθαμένα φεγγάρια. Δεν ξέρω να σου πω λοιπόν. Σκύψε και κόψε τα μαλλιά σου κι ότι σου πουν»

Κι έσκαψα γύρω «αίμα κελαινόν» και ήρθε η Γιωργίτσα με φύκια ακόμα στη μιλιά κι ένα σκοτάδι. «Ήθελα άντρα κύμα και τον πήρα. Τώρα τις μέρες έρχεται και με φυσάει πότε βοριάς και πότε τριανταφυλλιάς οσμή και ξέρω πως έχει πάντα Άνοιξη. Μην σου πουν πως πνίγηκα. Ήρθαν δελφίνια του ουρανού κομμάτια αγάπης και με πήρανε. Πήγα και βρήκα τον βυθό, του είπα για σένα και κατένευσε. Μπορείς να κατεβαίνεις όσο θέλεις. Μονάχα να ακούς την μάνα σου όταν σου μιλάει. Ταράζονται τότε οι αστερίες και χωνεύει λάσπη ο βυθός. Θα τα καταλάβεις όλα όταν όταν δεν θα βλέπεις πια πανσέληνο. Μόνο να ξέρεις ότι μέσα σου δεν θα γίνεις ποτέ βυθός. Είσαι εσύ ότι δεν είσαι»


Κι ήρθε ο πατέρας με ένα χαρτοφύλακα γραμμάτια «Αυτά είναι τα χρωστούμενα παιδί μου. Χρωστάω σε μένα δειλινά και πρωινά γεμάτα από χέρια χρωστάω την θάλασσα που δεν γνώρισε και δεν με ήθελε. Εσένα βέβαια σου δόθηκε ο βυθός. Εγώ τίποτα δεν είχα. Σημάδι με πήγαινε ότι βράδιαζε επάνω στο βουνό και ακούγαμε τους λαγούς να σηκώνονται από τον ύπνο. Τότε σε έπαιρνα και κατεβαίναμε στην παραλία. Μια μέρα ένας φθόγγος σερπαντίνας μας σήκωσε ψηλά κι είδα την πόλη, είδα τα κορίτσια που ξεκινούσανε πρωί με τον ύπνο ακόμα στο στήθος τους. Και τότε κατάλαβα πως ο Θεός είχε βρέξει μόνο στην τσέπη μου.»


Άλλο δεν ρώτησα ξεφόρτωσα δυο τρεις λέξεις και τις ακούμπησα στα μάτια του πρώτου κοριτσιού που είδα ότι είχε στα μάτια του γεφύρια και στέγες των παλιών μου στιγμών που μιλούσαν ήδη στο σκοτάδι. Έσφιξα το χέρι του παιδιού. Από μακριά φυσούσε ήδη, ο νότιας του απογεύματος. Το ήξερα πως αύριο θα βγούμε στο φως, αυτό το ανέσπερο.
Ν.Β.


Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

ΟΔΟΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΗ





Στην οδό Χατζηαργύρη
κατοικούνε μουτρωμένα τρωκτικά
κι είναι  εκεί σου λέω, ένα σμιχτό διώροφο
από πλάνη κι από καδρόνια λύπης
το ξέρω γιατί έπαιζα παιδί.
Κάτω στο δρόμο βρίσκεις χορταριασμένες λέξεις
από αυτές που μοιάζουν με μικρά αμαξίδια
για να  χωράνε  στην παλάμη του Θεού.
Κι ανακαλύπτω εγώ με τα βγαλμένα μάτια
οσμή από ουροφόρο  τριανταφυλλιά
γύρω στα τόσα  χρόνια της περιοδείας μου
πάνω από το  φύραμα του νεκρού  πατέρα,
φαντάζομαι  ότι θα ήταν πάντα εκεί
γιατί μεγάλωσε μες στα κυρτά εφηβικά μου χρόνια.
Εγώ το  λέω απερίφραστα,  δεν βλέπω
ισορροπώ  μονάχα στις κορυφές των μικρών  μου τίποτα
κι ενίοτε βουτώ αιμοσταγής στα βάραθρα  του ονείρου.
Όλα διαστέλλονται και συστέλλονται όλα
και μόνο η οδός Χατζηαργύρη
ως προέκταση  πορνείου
μένει εκεί 
ακονίζοντας τα ματωμένα νυφικά της μέρας. 
Ν.Β.



Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

HOMMAGE A JOSEPH ET MARIE HOLLER DE OLLON




Καθίσαμε μαζί στην αυλή του παλιού σπιτιού. Με κέρασε τσίπουρο σκληρό από σύκο. Ο ουρανός πήγαινε για την δύση όταν συναχθήκαμε κι ήρθε το βράδυ.


«Με λένε Ιωσήφ με ξέρεις. Και την γυναίκα μου τη λένε Μαρία, κι αυτό το ξέρεις. Ιωσήφ και Μαρία  απο το Ολλον στην Ελβετία. Ολοι περίμεναν να κάνουμε αγόρι και να τον ονομάσω Ιησού. Κι αντι για γιό ήρθανε  δυο κορίτσια η Ολγα και Ιωσηφίνα. Αλλά πρόσφυγες γίναμε. Δεν θα σου πω γιατί.  Στους μύλους ήμουν. Με κυνηγούσαν, ήθελα αέρα.  Κάποια μέρα ήρθε κάποιος μηχανικός από την Ελλάδα και μου μιλούσε για το Βόλο. Που να τον ξέρω τον Βόλο εκεί στην Ελβετία. Τον έχουν οι Τούρκοι είπε αλλά γίνεται ένα μεγάλο λιμάνι και είναι όμορφος βουνά νερά πολλά. Φύγαμε. Πήραμε λίγα πράγματα και φύγαμε. Φτάσαμε βράδυ στο λιμάνι του Γόλου από Θεσσαλονίκη μαζί με τους μηχανικούς και τον Ντε Κίρικο.  Ανέβηκαμε στο κάστρο. Μας φιλοξένησαν. Την άλλη μέρα έψαξα να βρω μέρος για να στήσω ένα σπίτι. Ηθελα να παω Μακρυνίτσα. Ηταν μακριά. Ηθελα να φτιάξω μύλο. Μυλωνάς ήμουν αυτό ήξερα.  Ξεκίνησα το πρωί με τα πόδια από το ποτάμι. Πέρασα Ανακασιά και κει στον Αη Νικολάκη σταμάτησα. Εδώ θα φτιάξω το σπίτι μας. Την άλλη μέρα ήρθαμε με τη Μαρία. Το χτίσαμε πέτρα πέτρα. Το χώρο τον αγόρασα είχα λεφτά. Καθίσαμε δυο τρία χρόνια εκεί. Είδα ότι δύσκολα θα έβγαινε ο μύλος και η μεταφορά δύσκολη και τα παιδιά απομακρυσμένα απ τους ανθρώπους. Είχε ένα εκκλησάκι από πάνω μας, στο βράχο. Ο αδελφός μου λεγόνταν Νικόλας. Το εκκλησάκι ήταν αφιερωμένο στον Αη   Νικόλα. Μια νύχτα θυμάμαι έκανε σεισμό. Το εκκλησάκι έπεσε. Παραλίγο πάνω στο σπίτι. Είπα της Μαρίας θα το φτιάξω. «Ιωσήφ είμαστε καθολικοί ας το φτιάξουν οι ορθόδοξοι». Δεν της είπα τίποτα αλλά παρήγγειλα τις πέτρες. Εγινε δίπλα στο παλιό. Αρκετά είχαμε τραβήξει στην  ευρώπη πια για την θρησκεία τόσος θάνατος γιατί ; και τόσο μίσος;  Το εκκλησάκι το έφτιαξα πάντως. Το ήθελα για να θυμάμαι περισσότερο εγώ ότι είμαστε φτιαγμένοι  για να αγαπάει ο ένας τον άλλον να τον σέβεται. Να το θυμούνται και οι άλλοι ότι το έφτιαξε ένας καθολικος ένας αιρετικός όπως με λέγαν.  

 Ο καιρός περνούσε. Αποφασίσαμε να πάμε πιο κάτω στην Ανακασιά. Μου προτείναν ένα μέρος στις Αηδονοφωλιές και ένα άλλο στο Βόλο. Στο Βόλο ήταν μεγάλο καμμιά δεκαπενταριά στρέμματα. Πήγα να το δω. Γεμάτο βούρλα. Το άλλο ήταν τρία στρέμματα, έβλεπα από μακριά την Επισκοπή και από μακριά το κάστρο. Εδώ φτιάξαμε το σπίτι μας. Αυτό που μένεις τώρα. Εδώ μεγαλωσαν τα παιδιά. Εδώ παντρέψαμε την Ολγα την γιαγιά σου με τον Νικόλα.  Εδώ γεννήθηκαν τα εγγόνια μου που δεν τα γνώρισα. Η Ολγα έγινε ορθόδοξη η Ιωσηφίνα έμεινε καθολική.  Αυτό που έκανα στο εκκλησάκι το ήθελα και στην οικογένεια. Και κοίτα θαύμα. Το εκκλησάκι ήταν για τον Αγιο Νικόλαο κι η Ολγα η μεγάλη βρήκε Νικόλα να αγάπησε και για να παντρευτεί.  Ειδα πολλά παιδί μου.  Ειδα τους Τούρκους να έρχονται και σήκωσα ελβετική σημαία εκεί στο βράχο που τώρα είναι ο  Μπισακός.  Πήγαμε να φτιάξουμε με τον πασά ένα μεγάλο μύλο εκεί απέναντι από την εκκλησία του Αη Γιάννη. Και με έστειλε στην Ελβετία να φέρω μηχανήματα. Αλλά πέθανε στο μεταξύ ευτυχώς δεν χρεώθηκα προσωπικά. Τυρανίστηκα αλλά χάρηκα στο λέω. Μέχρι που αρρώστησε η Μαρία και πέθανε νέα.  Ηρθε ο Δον Δαλέζιος ένας καλός παπάς από την φραγκοκκλησια που πήγαιναμε  τις Κυριακές και την έψαλε. Την θάψαμε εδώ να την έχω μαζί μου. Μετά από λίγα χρόνια έφυγα εγώ να γίνει τόπος, να έρθουν καινούργιοι  άνθρωποι, καλύτεροι από μας »


 Τον είδα και καθόταν όπως στη φωτογραφία άρχοντας . Ειδα και το τραπέζι του που το έφτιαξε με γρανάζια. Και κάθονταν λέει στο τραπέζι. Κι αυτός τους έδειχνε  κάπου μακριά και πατούσε ένα πετάλι, γυρνούσε το τραπέζι  και τους έπινε τα κρασιά. Αυτός ο προπάπος ο Ιωσηφ. Κι έγινε αυτός στα χρόνια που πέρασαν εικόνα του Θεού. Κι οπότε προσεύχομαι «Πάτερ ημών»  αυτόν έχω στο μυαλό να με κοιτάζει πονετικά με τα γαλάζια μάτια του και να μου λέει «έλα μια περιπέτεια είναι ο κόσμος, ένα σχολείο. Μη φοβάσαι» .  Βλέπω κοντά μου την γιαγιά την Ολγα και την άλλη την μικρή την Ιωσηφίνα κ  έχω ακόμα το προσευχητάρι της στα γαλλικά. Και μερικές φορές προσεύχομαι στα γαλλικά για να μιλάει εκείνη μέσα από το στόμα μου. Τους κουβαλάω μέσα μου και λέω έχω και εγώ ένα Ιωσήφ και μια Μαρία. Κι ο Ιωσήφ ήταν μυλωνάς και μαραγκός. Κι έφτιαχνε παράξενα τραπέζια να χαίρεται αυτός κι οι φίλοι του και ζύμωνε ψωμί να τρώει αυτός και τα παιδιά του. Μένω στο σπίτι του Ιωσήφ και της Μαρίας  και νοιώθω ότι με φιλοξενούνε κι έρχονται τα βράδια να μου κάνουνε παρέα όταν φυσάει μέσα από τα καλάμια ο αέρας του βούνού. Κι όταν μια μέρα θα βρεθούμε θα κάτσουμε ήσυχα κάτω από την κληματαριά. Θα πιούμε ένα κρασί πονετικό. Και θα είναι μεσημέρι του Απριλίου, άνοιξη κι Ανάσταση θα μπαίνει από παντού.  Και θα είναι ένα τραπέζι ο κόσμος. Ένα τραπέζι που στην κορφή θα κάθεται ο άλλος  ο Ιωσήφ και κείνη η Μαρία οι σιωπηλοί αυτοί που κρατάνε ακόμα τρυφερά τα ήσυχα βράδια μας.