Μικροκείμενα

Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2018

ΟΣΚΑΡ ΡΟΜΕΡΟ




Ο Οσκαρ Ρομέρο περπάτησε στον κήπο με τα καρφιά
βρήκε με την άκρη της γυμνής του γλώσσας
το υπερωκεάνιο που οδηγούσε στην απελευθέρωση
και έφυγε ως ανομολόγητος έρωτας, του ιερού
ως δαπάνη μιας  χάριτος αφώνως  προεξοφλημένης.
Τις κουβέντες του τις μοιραζόμαστε σήμερα που η μπότα
πάλι πατάει τα κεφάλια μας
Μας πάνε πίσω σε μια αεικίνητο Γένεση
εκεί που καρπός του κόσμου ήταν το ιερό του ανθρώπου
κι όταν ο ίδιος θέλησε να κόψει έγινε Αδάμ
μια εκδήλωση  ορατή του χώματος
Ενδόμυχα αρνούμαι να εισοδεύσω σε αυτή τη λογική
γιατί η ζωή είναι μια λειτουργία
μιας αφηνιασμένης προσφοράς
ενός ξαφνικού έρωτα
ενός ξαφνικού χορού
στην άκρη του γκρεμού, την ανεμόεσσα.

Ο Οσκαρ Ρομέρο βάδισε στην ανάσταση με την βεβαιότητα
ενός «τετέλεσται» αυθεντικού.
Μοίρασε το ψωμί, μοίρασε το κρασί
ως ξεχωριστή δυνατότητα αρμονίας
ως την τελειότητα του μοιράσματος
που εμπεριέχει το δικό του αίμα.

Θα συμπλεύσουμε κάποτε
όταν μπορέσουμε λιγάκι να αγαπήσουμε
και στο ώμο του εχθρού
να αφήσουμε την αποτυχία μας
να πέσει απαλά σαν δάκρυ.
N.B.

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2018

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΕΥΣΙΝΑ






Κι όταν έφτασα στην αγορά έπεφτε τα’ απόγευμα με γεύση από τσίπουρο. Κι ήρθαν παλιοί συμμαθητές και φίλοι. Κι ήρθε πατέρας και παππούς μου μίλησαν. «Ποιος είμαι εγώ;» τους ρώτησα γελάσανε. Βάλαν ρακές στην μέρα και ορφάνεψε. Πετάχτηκε ο πιο μικρός. «Πέρασα μέσα στο σύνορο της πίσσας κι αγριεύτηκα. Όταν γεννήθηκα ήρθαν πουλιά και μου δώσανε τρίμματα του ουρανού μέσα στο στόμα. Με αυτόν τον ουρανό πορεύθηκα. Δεν γνώρισα αυτό που δεν ήμουν αλλά ξαπόστασα στην βαμπακιά και σύρθηκα μες στα ρυάκια τα χορτασμένα πεθαμένα φεγγάρια. Δεν ξέρω να σου πω λοιπόν. Σκύψε και κόψε τα μαλλιά σου κι ότι σου πουν»

Κι έσκαψα γύρω «αίμα κελαινόν» και ήρθε η Γιωργίτσα με φύκια ακόμα στη μιλιά κι ένα σκοτάδι. «Ήθελα άντρα κύμα και τον πήρα. Τώρα τις μέρες έρχεται και με φυσάει πότε βοριάς και πότε τριανταφυλλιάς οσμή και ξέρω πως έχει πάντα Άνοιξη. Μην σου πουν πως πνίγηκα. Ήρθαν δελφίνια του ουρανού κομμάτια αγάπης και με πήρανε. Πήγα και βρήκα τον βυθό, του είπα για σένα και κατένευσε. Μπορείς να κατεβαίνεις όσο θέλεις. Μονάχα να ακούς την μάνα σου όταν σου μιλάει. Ταράζονται τότε οι αστερίες και χωνεύει λάσπη ο βυθός. Θα τα καταλάβεις όλα όταν όταν δεν θα βλέπεις πια πανσέληνο. Μόνο να ξέρεις ότι μέσα σου δεν θα γίνεις ποτέ βυθός. Είσαι εσύ ότι δεν είσαι»


Κι ήρθε ο πατέρας με ένα χαρτοφύλακα γραμμάτια «Αυτά είναι τα χρωστούμενα παιδί μου. Χρωστάω σε μένα δειλινά και πρωινά γεμάτα από χέρια χρωστάω την θάλασσα που δεν γνώρισε και δεν με ήθελε. Εσένα βέβαια σου δόθηκε ο βυθός. Εγώ τίποτα δεν είχα. Σημάδι με πήγαινε ότι βράδιαζε επάνω στο βουνό και ακούγαμε τους λαγούς να σηκώνονται από τον ύπνο. Τότε σε έπαιρνα και κατεβαίναμε στην παραλία. Μια μέρα ένας φθόγγος σερπαντίνας μας σήκωσε ψηλά κι είδα την πόλη, είδα τα κορίτσια που ξεκινούσανε πρωί με τον ύπνο ακόμα στο στήθος τους. Και τότε κατάλαβα πως ο Θεός είχε βρέξει μόνο στην τσέπη μου.»


Άλλο δεν ρώτησα ξεφόρτωσα δυο τρεις λέξεις και τις ακούμπησα στα μάτια του πρώτου κοριτσιού που είδα ότι είχε στα μάτια του γεφύρια και στέγες των παλιών μου στιγμών που μιλούσαν ήδη στο σκοτάδι. Έσφιξα το χέρι του παιδιού. Από μακριά φυσούσε ήδη, ο νότιας του απογεύματος. Το ήξερα πως αύριο θα βγούμε στο φως, αυτό το ανέσπερο.
Ν.Β.


Τρίτη, 2 Οκτωβρίου 2018

ΟΔΟΣ ΧΑΤΖΗΑΡΓΥΡΗ





Στην οδό Χατζηαργύρη
κατοικούνε μουτρωμένα τρωκτικά
κι είναι  εκεί σου λέω, ένα σμιχτό διώροφο
από πλάνη κι από καδρόνια λύπης
το ξέρω γιατί έπαιζα παιδί.
Κάτω στο δρόμο βρίσκεις χορταριασμένες λέξεις
από αυτές που μοιάζουν με μικρά αμαξίδια
για να  χωράνε  στην παλάμη του Θεού.
Κι ανακαλύπτω εγώ με τα βγαλμένα μάτια
οσμή από ουροφόρο  τριανταφυλλιά
γύρω στα τόσα  χρόνια της περιοδείας μου
πάνω από το  φύραμα του νεκρού  πατέρα,
φαντάζομαι  ότι θα ήταν πάντα εκεί
γιατί μεγάλωσε μες στα κυρτά εφηβικά μου χρόνια.
Εγώ το  λέω απερίφραστα,  δεν βλέπω
ισορροπώ  μονάχα στις κορυφές των μικρών  μου τίποτα
κι ενίοτε βουτώ αιμοσταγής στα βάραθρα  του ονείρου.
Όλα διαστέλλονται και συστέλλονται όλα
και μόνο η οδός Χατζηαργύρη
ως προέκταση  πορνείου
μένει εκεί 
ακονίζοντας τα ματωμένα νυφικά της μέρας. 
Ν.Β.



Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

HOMMAGE A JOSEPH ET MARIE HOLLER DE OLLON




Καθίσαμε μαζί στην αυλή του παλιού σπιτιού. Με κέρασε τσίπουρο σκληρό από σύκο. Ο ουρανός πήγαινε για την δύση όταν συναχθήκαμε κι ήρθε το βράδυ.


«Με λένε Ιωσήφ με ξέρεις. Και την γυναίκα μου τη λένε Μαρία, κι αυτό το ξέρεις. Ιωσήφ και Μαρία  απο το Ολλον στην Ελβετία. Ολοι περίμεναν να κάνουμε αγόρι και να τον ονομάσω Ιησού. Κι αντι για γιό ήρθανε  δυο κορίτσια η Ολγα και Ιωσηφίνα. Αλλά πρόσφυγες γίναμε. Δεν θα σου πω γιατί.  Στους μύλους ήμουν. Με κυνηγούσαν, ήθελα αέρα.  Κάποια μέρα ήρθε κάποιος μηχανικός από την Ελλάδα και μου μιλούσε για το Βόλο. Που να τον ξέρω τον Βόλο εκεί στην Ελβετία. Τον έχουν οι Τούρκοι είπε αλλά γίνεται ένα μεγάλο λιμάνι και είναι όμορφος βουνά νερά πολλά. Φύγαμε. Πήραμε λίγα πράγματα και φύγαμε. Φτάσαμε βράδυ στο λιμάνι του Γόλου από Θεσσαλονίκη μαζί με τους μηχανικούς και τον Ντε Κίρικο.  Ανέβηκαμε στο κάστρο. Μας φιλοξένησαν. Την άλλη μέρα έψαξα να βρω μέρος για να στήσω ένα σπίτι. Ηθελα να παω Μακρυνίτσα. Ηταν μακριά. Ηθελα να φτιάξω μύλο. Μυλωνάς ήμουν αυτό ήξερα.  Ξεκίνησα το πρωί με τα πόδια από το ποτάμι. Πέρασα Ανακασιά και κει στον Αη Νικολάκη σταμάτησα. Εδώ θα φτιάξω το σπίτι μας. Την άλλη μέρα ήρθαμε με τη Μαρία. Το χτίσαμε πέτρα πέτρα. Το χώρο τον αγόρασα είχα λεφτά. Καθίσαμε δυο τρία χρόνια εκεί. Είδα ότι δύσκολα θα έβγαινε ο μύλος και η μεταφορά δύσκολη και τα παιδιά απομακρυσμένα απ τους ανθρώπους. Είχε ένα εκκλησάκι από πάνω μας, στο βράχο. Ο αδελφός μου λεγόνταν Νικόλας. Το εκκλησάκι ήταν αφιερωμένο στον Αη   Νικόλα. Μια νύχτα θυμάμαι έκανε σεισμό. Το εκκλησάκι έπεσε. Παραλίγο πάνω στο σπίτι. Είπα της Μαρίας θα το φτιάξω. «Ιωσήφ είμαστε καθολικοί ας το φτιάξουν οι ορθόδοξοι». Δεν της είπα τίποτα αλλά παρήγγειλα τις πέτρες. Εγινε δίπλα στο παλιό. Αρκετά είχαμε τραβήξει στην  ευρώπη πια για την θρησκεία τόσος θάνατος γιατί ; και τόσο μίσος;  Το εκκλησάκι το έφτιαξα πάντως. Το ήθελα για να θυμάμαι περισσότερο εγώ ότι είμαστε φτιαγμένοι  για να αγαπάει ο ένας τον άλλον να τον σέβεται. Να το θυμούνται και οι άλλοι ότι το έφτιαξε ένας καθολικος ένας αιρετικός όπως με λέγαν.  

 Ο καιρός περνούσε. Αποφασίσαμε να πάμε πιο κάτω στην Ανακασιά. Μου προτείναν ένα μέρος στις Αηδονοφωλιές και ένα άλλο στο Βόλο. Στο Βόλο ήταν μεγάλο καμμιά δεκαπενταριά στρέμματα. Πήγα να το δω. Γεμάτο βούρλα. Το άλλο ήταν τρία στρέμματα, έβλεπα από μακριά την Επισκοπή και από μακριά το κάστρο. Εδώ φτιάξαμε το σπίτι μας. Αυτό που μένεις τώρα. Εδώ μεγαλωσαν τα παιδιά. Εδώ παντρέψαμε την Ολγα την γιαγιά σου με τον Νικόλα.  Εδώ γεννήθηκαν τα εγγόνια μου που δεν τα γνώρισα. Η Ολγα έγινε ορθόδοξη η Ιωσηφίνα έμεινε καθολική.  Αυτό που έκανα στο εκκλησάκι το ήθελα και στην οικογένεια. Και κοίτα θαύμα. Το εκκλησάκι ήταν για τον Αγιο Νικόλαο κι η Ολγα η μεγάλη βρήκε Νικόλα να αγάπησε και για να παντρευτεί.  Ειδα πολλά παιδί μου.  Ειδα τους Τούρκους να έρχονται και σήκωσα ελβετική σημαία εκεί στο βράχο που τώρα είναι ο  Μπισακός.  Πήγαμε να φτιάξουμε με τον πασά ένα μεγάλο μύλο εκεί απέναντι από την εκκλησία του Αη Γιάννη. Και με έστειλε στην Ελβετία να φέρω μηχανήματα. Αλλά πέθανε στο μεταξύ ευτυχώς δεν χρεώθηκα προσωπικά. Τυρανίστηκα αλλά χάρηκα στο λέω. Μέχρι που αρρώστησε η Μαρία και πέθανε νέα.  Ηρθε ο Δον Δαλέζιος ένας καλός παπάς από την φραγκοκκλησια που πήγαιναμε  τις Κυριακές και την έψαλε. Την θάψαμε εδώ να την έχω μαζί μου. Μετά από λίγα χρόνια έφυγα εγώ να γίνει τόπος, να έρθουν καινούργιοι  άνθρωποι, καλύτεροι από μας »


 Τον είδα και καθόταν όπως στη φωτογραφία άρχοντας . Ειδα και το τραπέζι του που το έφτιαξε με γρανάζια. Και κάθονταν λέει στο τραπέζι. Κι αυτός τους έδειχνε  κάπου μακριά και πατούσε ένα πετάλι, γυρνούσε το τραπέζι  και τους έπινε τα κρασιά. Αυτός ο προπάπος ο Ιωσηφ. Κι έγινε αυτός στα χρόνια που πέρασαν εικόνα του Θεού. Κι οπότε προσεύχομαι «Πάτερ ημών»  αυτόν έχω στο μυαλό να με κοιτάζει πονετικά με τα γαλάζια μάτια του και να μου λέει «έλα μια περιπέτεια είναι ο κόσμος, ένα σχολείο. Μη φοβάσαι» .  Βλέπω κοντά μου την γιαγιά την Ολγα και την άλλη την μικρή την Ιωσηφίνα κ  έχω ακόμα το προσευχητάρι της στα γαλλικά. Και μερικές φορές προσεύχομαι στα γαλλικά για να μιλάει εκείνη μέσα από το στόμα μου. Τους κουβαλάω μέσα μου και λέω έχω και εγώ ένα Ιωσήφ και μια Μαρία. Κι ο Ιωσήφ ήταν μυλωνάς και μαραγκός. Κι έφτιαχνε παράξενα τραπέζια να χαίρεται αυτός κι οι φίλοι του και ζύμωνε ψωμί να τρώει αυτός και τα παιδιά του. Μένω στο σπίτι του Ιωσήφ και της Μαρίας  και νοιώθω ότι με φιλοξενούνε κι έρχονται τα βράδια να μου κάνουνε παρέα όταν φυσάει μέσα από τα καλάμια ο αέρας του βούνού. Κι όταν μια μέρα θα βρεθούμε θα κάτσουμε ήσυχα κάτω από την κληματαριά. Θα πιούμε ένα κρασί πονετικό. Και θα είναι μεσημέρι του Απριλίου, άνοιξη κι Ανάσταση θα μπαίνει από παντού.  Και θα είναι ένα τραπέζι ο κόσμος. Ένα τραπέζι που στην κορφή θα κάθεται ο άλλος  ο Ιωσήφ και κείνη η Μαρία οι σιωπηλοί αυτοί που κρατάνε ακόμα τρυφερά τα ήσυχα βράδια μας.  

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΑΓΓΕΛΟΣ








Όπου είχανε μαζευτεί διάφοροι. Κι αυτός που τονε λέγανε Άγγελο ήταν ανάμεσα τους. Και δεν μου φάνηκε ότι ανήκε σε αυτόν τον κόσμο  ότι  ήταν διάφανος και έβλεπες μέσα του πως η μάννα του ήταν άρρωστη και ο πατέρας ανύπαρκτος. Τον πλησίασα περισσότερο από περιέργεια. Όπως πηγαίνεις στην γειτονική χώρα να μάθεις πως τρώνε τα μακαρόνια κι αν οι γυναίκες ξυρίζονται για να ανακαλύψεις ότι κι εκεί ο ήλιος είναι όρθιος και το βράδυ φέρνει πολλά ζόρια μέσα στα σπίτια.. Του ζήτησα το όνομα του. Μου είπε Άγγελος. «Κατάλαβα» του λέω « έχεις τίποτα να μου αναγγείλεις;». Κούνησε τους ώμους του. Στο ύψος των ματιών του φάνηκε μια κυπάρισσος όπως αυτή που στα κοιμητήρια δείχνει πάντα μεσάνυχτα. Το μήνυμα του όμως υπήρχε. Έμαθα από τους συμμαθητές ότι είχε λευχαιμία και ότι το μήνυμα που έφερνε  ήταν ο θάνατος. Μας έφερνε μήνυμα θανάτου στην παιδική ηλικία που νομίζουμε ότι είμαστε θεοί και θεωρούμε ότι μπορούμε να ξοδεύουμε τις μέρες μας αλλοφρόνως γιατί έχουμε πολλές ακόμα αμάσητες. Βέβαια είδα πολλά βουνά από τότε και στην κηδεία του δεν πήγα γιατί πέθανε και μια μέρα το θρανίο δίπλα μου ήταν άδειο. Και δεν τόλμησα να κάνω καν ερωτήσεις γιατί δεν ήθελα επ  ουδενί τις απαντήσεις. Κι έκανα σαν να μην έφυγε. Του ψιθύριζα. Έκανα τάχαμου πως κρυφοβλέπω στα διαγωνίσματα. Πολλές φορές πήγαινα και του έφερνα τυρόπιτα και ένα κουλούρι. «Ορίστε Άγγελε» του έλεγα, «φάε τώρα μην έρθουν οι άλλοι και τα πάρουνε.» 

Τα βράδια του καλοκαιριού κατεβαίναμε στην παραλία. Κι εκεί έκανα πως τον συναντούσα. Μου έλεγε η μάννα “Ποιον χαιρετάς που δεν είναι κανένας;” Και δεν απαντούσα, δεν ήθελα να της πω για τον Άγγελο. Ποιος τον ήξερε που η μάνα του ήταν άρρωστη και ο πατέρας του απών ένα τούβλο μια πέτρα στο ποτάμι εκείνο το αστέρι που γυάλιζε πάνω σου και ρώτησες τον μαθηματικό πως το λένε και δεν ήξερε και την άλλη μέρα έμαθε και σου είπε ένα γράμμα και τρείς αριθμούς και σου την έσπασε αριθμός είναι αυτό το αστέρι; Δεν έχει ούτε καν όνομα. Αλλά ο Άγγελος είχε όνομα αλλά σε ένα κόσμο που η δική μου φτέρνα έχει μεγαλύτερη σημασία από την αρρώστια του άλλου ήταν σαν να ήταν τριψήφια απουσία.

Βέβαια τα χρόνια πέρασαν. Γεράσαμε και τα θρανία τα παλιά πετάχτηκαν έγιναν καυσόξυλα. Ένας συμμαθητής μου είπε οτι τα πήραν οι τσιγγάνοι και έψησαν ένα σκαντζόχοιρο και φάγανε. Δεν τον πίστεψα γιατί αυτά είναι τερατωδίες. Τόσα όνειρα, ραβασάκια, ποιηματάκια, σκονάκια πήγαν και έγιναν ρέψιμο. Δεν μου καθότανε, κατάλαβες. Αλλά τον Άγγελο δεν τον ξέχασα.  Βέβαια αυτός παραμένει 12 χρονών και γω άσπρισα πια. Οπότε μου φάνηκε καλύτερα από συμμαθητή να τον κάνω  εγγονό μου. Κι έτσι συνεχίζουμε κατεβαίνουμε ακόμα παραλία. Τον πηγαίνω παιδική χαρά να βρει παιδιά να παίζει. Και τα βράδια γυρίζουμε του φτιάχνω κουλουράκι από τυρί, και βάζω στο παλιό πικάπ να παίζει εκείνο που λέγαμε στις εκδρομές «ήταν ένα μικρό καράβι» , και  ο Άγγελος γελάει και μου κρατάει τρυφερά το χέρι. Και το ξέρω πια είμαι σίγουρος οτι όταν θα έρθει η ώρα κι η στιγμή να φύγω πια γιατί θα έχω βαρεθεί το ψέμα και τη πόζα γύρω μου, θα έρθει αυτός και θα μου πει «έλα».  Θα ξαναγίνω πάλι δώδεκα χρονών και  με τον Άγγελο θα κλέψουμε ωραία μήλα, ωραία χρυσά μήλα. Και ειλικρινά δεν θα σου δώσω. Θα τα κρατήσουμε για το ωραίο μεγάλο μεσημέρι εκεί στους μεγάλους φοίνικες του νότου. Εκεί που περνάει το άσπρο αλογάκι της Παναγιάς με τα μεγάλα μάτια…