Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΔΟΚΙΜΕΣ



ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΑΛΗΣ






Ο ΦΥΛΑΚΑΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΔΟΚΙΜΕΣ









ΕΝΔΥΜΙΩΝ ΕΚΔΟΣΕΙΣ



ΕΝΔΥΜΙΩΝ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
Σωζοπόλεως 64 14 45 Αθήνα

Τυπογραφική επιμέλεια ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΜΙΛΗ
Μαυρομιχάλη 52 Τηλ: 6434180

Εξώφυλλο: Ο Ομηρικός Υμνος στον Απόλλωνα από τους Δελφούς





Στον Βασίλη Λαλιώτη













«Here I am an old man in a dry month” T.S.E.

























ΑΙΣΘΗΣΗ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

Η πρώτη λέξη για το ποιήμα
μου ήρθε βλέποντας τις πλάκες.
Λίγο αργότερα έσπασε ο τοίχος μές στα μάτια μου
παλιά φωτογραφία.
Υστερα μούσκεψε η βροχή τα κεραμίδια.

Κράτησα το τετράδιο σφιχτά
και γύρω λόγια η μέρα.

Κράτησα το τετράδιο σφιχτά
όπως κρατούσα κάποτε το χέρι σου τα βράδια
ιδρωμένο.












Ο ΦΥΛΑΚΑΣ

Θεούς με αιτών τωνδ’ απαλλαγή πόνων
φρουράς ετείας μήκος….
Αισχύλου Αγαμέμνων

Βρέχει ο καιρός βγαλμένα μάτια
κι η νύχτα βάδισμα σ’ άδεια πλατεία.

Ας πάψει να περνάει ο εφοδεύων
κούραση είναι να φουσκώνεις τον καιρό
με γεμιστήρες.
Ζεις; Θα ζήσεις;

Εζησα σ’ άδειο στρατόπεδο με κίτρινα φώτα
Εζησα με μια βροχή στα μάτια
ένα φθινόπωρο, ώχρα απολυτήριο.
Πάχνη στα ποδια του βουνού.

Ειδα όμως εγώ τα βλέφαρα της νύχτας
που γέμισαν τον ύπνο μου με φόβο ντουφεκιάς.
Δεν περιμένω μέρα.
Μόνο φωτιά σκοπιάς που βρέχει προσμονή
σ’ έρημο τόπο.

Ποιος είναι αυτός που κλέβει από τη σιγή
τα μέρη που συντρέχουν;

Στενάζουν μπροστά μου φρένα και φεγγάρια.
Κάρβουνο ο δρόμος να κυλάει σιωπές.
Κοιτάζω.
Στάχτη του φόβου έναστρη.
Βάθος της νύχτας που σκορπάς
Τυπικό στων βημάτων τ’ αναίτιο.

Και να ‘ξερα ποιος είναι αυτός
που σ’ ανοιξιάτικο ουρανό μοιράζει φυλακή;

Μές στην παλάμη παγωνά άδειας θαλάμης
όπως κοιτάς ο αέρας της σε σφίγγει
τρόμος ασπάζεται την άκρη του  μυαλού σου.

Επάνω στα νερά φλέβα φωτιάς
Εικόνα ενός βουνού που ρέει κλειστά πηγάδια
Εικόνα στήθους πυρκαγιάς που προμηνά
φώτα χαρμόσυνα.

Ποιος είναι κείνος που σκουριάζει το νερό
και νανουρίζει άνοιξη στην πέτρα;

Κλείνω για πάντα την αρκούδα τη μικρή
στα μάτια που ζητάνε προορισμό
να φέρουν ήχο χαλικιού σε λαμαρίνα.
Πες μου τ΄ονομά σου.

Αχρηστα λόγια που κρατάν ξημέρωμα.
Φτιάξτε μου μια χορδή που ξέρει ανατολές
που ξέρει ήχο – τον ξερό της μηχανής.
Μπουκάλια βλέφαρα σπασμένα στα μνημεία.

Ο ήλιος μέσα μου αχνό κορμάκι
-πως λαμπαδιάζει ο πόθος στο ακίνητο γύμνωμα –
φαίνομαι ήρεμος και ανασαίνω μάτια.
Μη με κοιτάζεις μέσα απ’ το φακό.
Γειά σου σ’ αγαπώ , πες μου τ’ όνομά σου.

Πες μου ποιος κόβει βλέμματα
που τάζουν χάδι και πληγή μες στο γαλάζιο.

Τα ελεύθερα βράδια μια βαριά κουρτίνα.
Χάνομαι μέσα στους καπνούς – όλη η δόξα.
Τα σηκώνεις; Είπες.
Τα σηκώνω. Λέω.
Και γύρω πλήξη σα φραγή δοχείου.

Αγγελοι θ’ αφήνουν αλεξίπτωτα στα μπαρ
να γίνει ο παράδεισος τόπος της εξορίας
και συ μιλάς με κλικ της μηχανής.
Μίλα, λογάκια, φώναξε
Πέτα μονάχα ένα «τι» να ακούσω τη φωνή σου.
Πες μου το ονομά σου.

Ποιος είναι αυτός που κλέβει αέρα από τα πόδια σου
για να τον κάνει κεραυνούς και σένα πέτρα;

Κάνω το πέρασμα εδώ και χρόνια
Έχω ένα όπλο στη μασχάλη κουρασμένο
καθώς ξεσπάω μέσα στα μάτια λαϊκών περιοδικών
με φούντα ξύδι και χολή στα χείλη.

Πόλη που είσαι σκόνη από νερό
πάντα θα βρέχει πάνω σου μικρές θητείες.
Σκαλίζω αιωνιότητα μ’ ασκήσεις ακριβείας
Γύρω μουδιάζει ο θάνατος γυάλινα μάτια.

Ποια είσαι συ, που όπλισες;
Ποια είσαι που σκοπεύεις;
Ποιο είν’ το βλέμμα που μπορεί
τουριστικές φωτογραφίες;

Έλα να σου δείξω τη ζωή σε μια χούφτα μπαρούτι.
Κακότυχος ο γάμος της Γκουέη Μέη
αφού άδεια καλάθια κουβαλάς χωρίς τροφή.
Κακότυχο το σπίτι που ξερνάει ονόματα νεκρά.
Τα ‘ δ’ άλλα σιγώ
Πέτρα στη γλώσσα στρατιάς
Τις ει;























ΔΟΚΙΜΗ ΠΡΩΤΗ
                                                                                          
ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΛΙΓΩΤΕΡΟ
Σκύψε με την ομίχλη μιας πηγής
τη μνήμη για να ψαύσεις που ματώνει.

Μάτωσε η νύχτα σου πανιά
κι ένα κατάρτι να μετράς
της απραξίας και της λήθης
ήσυχο  ύπνο.
Ο χρόνος σου είκοσι κεριά
που καίνε ελληνικά αλφάβητα.
Δοκίμασε να κλάψεις.

Διόροφο ιδιόκτητο με σκάλα γυριστή
τα έπιπλα βαριά με χρόνο παγωμένο.
Τη θλίψη σου γυναίκα, αγορά και πόθο.

Να σέρνεις πάντα την καρδιά σου στα κρεμμύδια
σα μια πανσέληνο που παίζει δρόμους κι αυτοκίνητα.

Η νύχτα σου μαύρα πανιά
σε ξέχασαν, ξεχνάς
και πέφτεις.



ΟΝΕΙΡΟ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

1.

Θυμάμαι και ο τόπος μου άδειο νησί.

Να μιλάς μ’ ένα μπουκάλι τζιν μονάχος.

Ένα μπαλκόνι εμετός
να επιζεί η χώρα σου
στη μνήμη, στο σπασμό, στο δάκρυ.

2.
Νύχτα στην παραλία και καπνός από εργοστάσια.

Φιγούρα σκύβοντας
κοιτάζει στα κρυφά φουστίτσες κοριτσιών
για να σημάνει, τέλος, υποχώρηση.

Ότι θυμάμαι, πατέρα, από σένα
μια στιγμή και με τη βία  που σου βάλαν
τα παλιά, μακριά, τριμμένα σώβρακα.



3.
Θα κρατήσω για πάντα τα φιλιά και τη θάλασσα
-έχω κιόλας δυο παιδιά-
Χορτάριασαν τα «σ’ αγαπώ» που καίγαν πρωινά.
-Πως πέρασε η ώρα!!!

Μένει μονάχα μια ειρωνία μες στο βλέμμα
μια επιθετικότητα που ασχημονεί ο φόβος.

4.
«Σε σένα π’ αγαπώ
δώρο θα δώσω
το κλεμμένο περιδέραιο
της άλλης μου μητέρας»

Κι ανατέλλει η μέρα για μικρούς Οιδίποδες.

5.
Ένα τραπέζι με τυριά και μέλι αττικής
να γεύομαι την απορία μες στα μάτια σου.
Και σε κοιτάζω.
Πρόγονοι με κοιτάζουν βλοσυρά.
Αποχωρώ με πείνα, χωρίς μάρτυρες.
Η ήττα στα σημεία.


6.
Θέλει την πέτρα να την πιάνεις
απ’ την κόψη της
να μην κοιτάς το ματωμένο χέρι
γιατί η μέρα σου δεν ξέρει από χαρτιά
και προχωράει.

7.
Όταν χιονίζει αδειανά λεωφορεία
πέτρα στο στήθος σου σε πλένει αναμονή.
Φώναξε σα μια πυρκαγιά
Στα δόντια σου η Ανοιξη, σαπίζει.

8.

Κάθε μια λέξη κι ένα σώμα νεκρό
κάθε βράχος και μια λέξη
και το μαρτύριο του Σίσσυφου
να ‘χει τελειώσει
και να ‘χεις καταδικαστεί ερήμην.

9.
Τριγύριζε στα δέντρα
πριν μιλήσει η φωνή του
χάθηκε όπως τα πουλιά
χάνονται πριν το κυνήγι
10.
Με κοιτάζει το βουνό
με μάτια πέτρινα
καμιά σκιά.






















ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΠΑΡΑΛΙΕΣ
Κλείσε τα μάτια
τη στιγμή που το χέρι σου οπλίζει
το χρόνο όλο του στημένου παιγνιδιού.

Γύρνα ξανά τυφλός στις παραλίες.

Ρωτάς ποιος ήσουν και που πας
-τόσο ρωτάς για αυτά τα πράγματα.
Αυτά που πέρασαν και μπήκαν στα χαρτιά
θα σταματάν το δρόμο σου.
Σκότωσε ακόμα μια φορά.

Πρέπει να πείσεις το ρόλο της σιωπής
να γείρει αυτός στο μέρος το δικό σου.

Κλείσε τα μάτια.

Αν  όλα στο χώμα καρπίζουν ήσυχα
κι αν ο καρπός είναι μόνο καρπός
η σήψη είναι αληθινή και η φθορά μας.

Αφού όλα όμως είναι εδώ
αυτά που γίναν και αυτά που σκέφτηκες
αυτά που πέρασαν κι αυτά που θα ‘ρθουν
θα είναι για σένα ο δρόμος ανοιχτός
ένα διάφανο στην πόρτα τ’ ουρανού.
Και γιατί διάφανο;

Κλείσε τα μάτια και θα δείς……



ΣΗΜΕΙΩΣΗ 1

Ύστερα πηγαίναμε γραμμή για τσιπουράδικο.
Ένα χταπόδι κάψιμο. Και γύρω η πόλη άγουρα
ερείπια.
Η παραλία μια ζώνη αρώματα.
Έχω στο στόμα μου ακόμα
τη γεύση του καραβιού που ξεκινάει
και γύρω μπλε βαθύ το πέλαγος σαν φόβος.











ΔΟΚΙΜΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

ΜΙΚΡΑ ΟΝΟΜΑΤΑ

Στο άγριο στήθος
η σοφία της άμμου
ζητάει
να παντρέψει το φώς

Και η γρίλλια
κόβει τον ήλιο
να φτιάξει ξανά
των ονείρων την έσταση.

Όπου μικρή η ματιά
ασφυκτιά των δακρύων.

Καλότυχο ο ουρανός
πένθος δεν έχει
μικρών ονομάτων.






Ο ΝΕΚΡΟΣ
Τ΄  όνομά σου μια ιστορία έλιωνε
από το βάρος του το βράδυ κι άλλοτε
παίζοντας πάλι ρίχτηκε η νύχτα.
Τι θέλεις πια; Τόσοι νεκροί…
Τους κλασσικούς σου μάζευες,
Συμμάζεψε τη σκέψη σου.

Και πάλι νύχτα εγώ σου έγραφα ισόπλευρα
μες στα σκοινιά και τα σκοινιά ματώσανε.
Πέρασαν χρόνια και φύγαν  στα σκοινιά
υποταγή σου πλέκανε, τη δούλωσή σου.

Νύχτα, έτσι στο στόμα έφτυσα πια  να σβήσεις.
Σβήσε.
Κι νύχτα πια κατάπιε, αφανίζει
και τ΄ονομά σου έγινε παιγνίδι
Κατάντησε και καταντήσαμε και μεις
κενή, η πιο κενή νεκρομαντεία.







ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

Επειδή ελπίζω να γυρίσω κάποτε
για τις λεξούλες τις μικρές που έβγαλα εισιτήριο
μαζεύω βλέμματα  που παίζαν κάποτε τα ρούχα μου
στα ζάρια
και τα κορίτσια που όλο χτίζανε φιλιά στην άλωση
του στήθους.

Επειδή ελπίζω να γυρίσω κάποτε
έχω στο στόμα το καρφί μιας εξορίας
που ξέρει στόχο
τον πικρό μονάχα της αναμονής.

Κορμί της μνήμης
σε λέω Βόλο
που τα χωριά σου
έρχονται με τη βροχή
κάτι βραδάκια

Τις νύχτες όλες φύσαγε  ανοικτά
ένας αέρας ρόδινου ρομάντζου
ένα κανάτι πήλινο κι ελληνική ταινία.


Μπάζει η νύχτα τώρα από παντού
συνθήματα, μιαν εξορία και δρομάκια
μόνο στα μάτια οι γραμμές που βασιλεύουν
ένα φεγγάρι λησμονιάς ζητάνε, παγωμένο.


ΖΑΡΙΕΣ ΓΙΑ ΛΙΓΑ ΜΑΤΙΑ

6-5
Αργά γυρίζοντας στους δρόμους.
Φεύγανε οι δρόμοι
τα μάτια κλείναν
πήγαινε ο κόσμος.
Έτρεχα, έτρεχες κι η νύχτα
τ’ αστέρια της έριχνε μπαρμπούτι
κι έτσι σε κέρδισα.

2-2
Οι γραμμές μου γύμνωσαν τους τοίχους
Ξύστηκε ο τοίχος – η φωτογραφία σου
κουφάρι έμεινε στη γέννα.
Έτσι ακόμα μια φορά σ’ αγάπησα
κρανίο μου γυμνό σε τόσο φως
τα βράδια στα κρυφά να σ’ ανασταίνω


4-3
Μες στα λιμάνια τώρα
σκέψεις ξερές στεγνώνουνε φιλιά
κι ο χρόνος κλέβει.     

1-1
Κι έτσι νοτίζεται η ζωή μες στα χαρτιά
που παίρνει η απουσία ονόματα κι ο πόθος ζάρια
να παίζουνε αργά στους δρόμους μια φυγή
τα μάτια σου.


ΒΕΡΕΝΙΚΙΑ
Η νύχτα μου αιμορραγεί ψαρόβαρκες
φεύγει η μέρα μου με δίκωχο ανάποδα
ιονισμένο.

Γεννήθηκα περικαλλής λιμένας του Αμβρακικού
όρθρος πανώριμος, θνησιγενής
ως Πρέβεζα αναδύομαι.
ΟΥ ΤΙΣ  δίγονος για χάρη του θεάματος
με τρείς αγχόνες;
Που το είδατε;



Έτσι έμεινα ως αιμοδότης
αμφιθεατρικός κι ενδοστρεφής από μωρία
όμως η νύχτα μας βαφτίστηκε, φαγάδικο
ή άλλος τρόπος για να πεις
πως λησμονιούνται οι σκοποί
πως τέλος μένεις – αν μη τι άλλο –
άμεμπτη κάρα.




















GREAT EXPECTATIONS
Ανάβω μια φωνή που καίει αναμονές
κι έξω χιονίζει δίψα κι ερημιά.
Κράτα γερά, Πιπ, να ακούσεις..

Άκου Πιπ, μικρέ, μεγάλε Πιπ
κύριε Πιπ.

Μεγάλωσα με μια ελιά στο δάκρυ
μια λεύκα με μεγάλωσε και άσπρισα.
Τώρα τα βράδια κάνω μια σφαίρα το μυαλό
να μολυβδώνει όνειρα που ξεκινάνε στρατιές
και χάνονται μες στα στενά του γυρισμού
στην πόλη.


Εσύ μην κάνεις πειράματα.

Έπαιξα τη ζωή μου δυο ζαριές
κι έχασα μόνο το κορμί.

Περίμενα μια μέρα να γυρίσω
κι ήμουν για πάντα εδώ.
Έπαιξα τη ζωή μου δυο ζαριές
και κέρδισα ονόματα στο χρόνο.

Εσύ μην κάνεις παιδιά.

Ξαπλώνω άσπρος στο δωμάτιο
εν’ άλλο σώμα ψάχνω και την πόλη
για να με πάρει ανήξερο σε μητρική αγκαλιά.

Εσύ όμως, μην κάνεις παιδιά, μην κάνεις πειράματα
παίζοντας με τις λέξεις, με τη ζωή σου παίζοντας.

Κοιτάω μια παλιά  φωτογραφία
και περιμένω τη φωτιά στον ίδιο τόπο.
Όσα χαρτιά δεν έσκισα
σκιές αγκαλιασμένες στο φεγγάρι.
Η λεύκα είπε, μόνο
και γω’ πυράκανθος.










CATCH 22

Κλεισμένος, ναι, με πόση φυλακή;

Να έχεις λέπια στη φωνή
και στα παγκάκια
τσάρκα να βγάζεις την εικόνα του μπαμπά
να την πετάς για θυμιατό και να στην παίρνουν.

Τα σχέδια παλιά και φαναριώτικα
μ’ αγάπη αλεξίσφαιρη από τα χρόνια
να σε χτυπάν κατάματα και  ν’ ανασαίνεις
με το καλάμι ανάποδα σε βούρκο
και να το λες και επανάσταση.
Νομίζεις ότι είναι υπαινιγμός;


Εγώ που έβγαλα τη γλώσσα μου
σε λίμνες και σε τάιζα Αρχίλοχο
να με πετάς σαν ξερομπούκι;
Ένα ήμαρτον;

Και το νησάκι σου εγώ, Παξούς και παξιμάδια
το έκανα αφρόλουτρο και μπιμπερό
να σε ταΐζουν τα πουλιά μου Άνοιξη
και να χτυπάνε οι τοίχοι σου από τον Πόθο.

Τώρα κλεισμένη με την εικόνα ανάποδα
μια πόρτα και κλαγγές από σουβλάκια
κράτα ψηλά
και το ακόντιο το κάνω καλαμάκι.

Και τι με κράταγε;
Να βλέπω εγώ στον ύπνο μου ερπετά
και να κρατάν οι Ιθακήσιοι τις μπύρες;

Τώρα σου παίρνω τα φύκια απ’ τα μαλλιά
και σου κρεμάω τα γυαλιά μου, Ερινύες
μη και πεθάνει ο Λάιος από συγκοπή
μη και χαράξει όνειρα
μη και χαράξει.











Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΤΟΥ ΒΑΘΟΥΣ

Μένει τι; Μένει τι;

Πέφτεις σ’ ονόματα κι ο πόθος δάκρυ.
Πανσέληνος στην άκρη του ματιού σου
κι όπως γυρνάς γυμνός σκεπάσου
Κοιμάται, τώρα η Ναυσικά
μην την ξυπνάς.

Ένα κομμάτι ξύλο στα ταξίδια σου
ένα κομμάτι εικόνα λησμονιά
κι ο χρόνος όλος μια γραφή
Αυτά που γίναν, ας μη γίνουν.

Κατεβαίνω μονάχος, σκιές μ’ ακολουθούν
εγώ σκιά, λάθος στην μνήμη.
Ο χρόνος που βουλιάζει μες στην πόλη μου
κι η λήθη που στολίζεται ξανά νέες πλατείες.

Μένει τι; Μένει τι;
Να΄ναι πιστή η Πηνελόπη
νά’ ναι πιστή.

Μένει μονάχα πολιτεία από βουή και  σύννεφο
ένα κλαδί ελιάς και μια μικρή Αντιγόνη.
Και συ στην Κέρκυρα γυμνός
θα ‘ρχεσαι πάντα, δεν γυρνάς ποτέ
το ξέρεις.

Μένει μονάχα νύχτα αδειανή
μάτια που γυρίζουνε σκοτεινά στους διαδρόμους
λεξούλες, φύλλα αδειανά που δεν αρκούν.

Να πέσεις
άμα πλέουνε, αλήθεια, στα όνειρα μέσα
μαύρα πανά.

Να πέσεις
άμα της ιστορίας η γραφή
σκοινί δεν έχει.











ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ

Τα χρόνια φτύνουν αλυσίδες
απ’ όνειρα μ’ ανάσα παιδική.

Μένει στην πόλη μια οσμή από λάδι.
Κλείνουνε τα παράθυρα πόθο κι αμαξάκια
κοινωνική άνοδο και τσακωμό τα βράδια.

Εριξε τότε μια ματιά στον τόπο του.

Η Ελλάδα ολόκληρη τσιφλίκι των Λατίνων.
Ο τόπος του ταινία αυτοκόλλητη
μια ξένη χώρα.

Ρίχνει το σάκο στο δεξί
ο κύκλος έκλεισε.
Κυκλοφορούν στα μάτια του
οι δρόμοι, οι πλατείες, οι φωνές
κι ένα σύννεφο
που μυρίζει παλιά εφημερίδα.






ΣΗΜΕΙΩΣΗ 2

Ανάσα παίρνει ο καιρός
όταν γραφή στο άσπρο επάνω
θα σταματάει το χρόνο
στου ύπνου την κίνηση.

Μ’ ασημένια καρφιά
σε σκίζουν οι  στιγμές
κι ο χρόνος παίζει.

Γνωρίζω πως του έρωτα οι καρποί
στερέψαν διαφάνεια
και μένει μόνον η αφή να ψηλαφεί
το αόρατο σώμα για να μάθει.

Σώζει ο Θεός το μέταλλο σώζει και την σκουριά
αλλιώς το δίκαιο και τ’ άδικο
βλασταίνουν ηθικές.

Για σένα ας λέω μόνο
κι η νύχτα ας ανοίγει
στα μάτια σου
του ήλιου το κύλισμα.

ΔΟΚΙΜΗ ΤΡΙΤΗ

1

Παπαρούνα του ύπνου στ’ άχρονα που ζητάς
να μας ρίξεις πηγάδια, ζητάω
το θαμπό του φιλιού το στερέωμα,
του χεριού το μικρό κοιμητήρι
θαλπωρή για να βρει η στιγμή
και το όνειρο χείλια.

Μένει μονάχα τ’ άπιαστο
στο στεγνό της ημέρας λιβάδι
που δεν έχει το φως
μόνο λόγια ατέρμονα ρίχνει.
Και στο άπιαστο τι να πω;
Μες στο φως των αιμάτων μοναχός
περιμένω.

Παπαρούνα να χαθώ σου ζητάω
στ’ ουρανού το γαλάκτωμα
όπου ήχο δεν έχει κανένα.

Μόνο, μόνο αυτό το ανέγνωρο
το ανείπωτο που δεν έχει γραφή
στο κλειστό το φαρμάκι της μέρας.
2
Παπαρούνα μικρή σου χαρίζω τυφλός
λίγη σκόνη
που μαζεύω στη χούφτα μου
ν’ αναστήσει στα χρόνια τα σκληρά που υπνώττεις
τα ρήματα.

Είν’ ο κόσμος μία πόρτα μικρή
φυλακής κι ένα χέρσο καράβι,
που δεν  ήρθε κανείς να μου πει
πως θα λείπεις
πως δεν ήταν παράδεισος μόνο λόγια μικρά
που θα βάζουν στο άπιαστο φεγγαριές
τα χλωμά θαμπωμένα φιλιά
μ’ όσα αρνάκια μικρά θα σκοτώνει η μέρα.

Σα λιοντάρι μικρό θα ξυπνάς στον καιρό μου τραγούδια
που μουρμούριζα κάποτε μα ξεχνάω τα λόγια.

Καλύτερα να χαθώ στους καιρούς και στο άφατο
στο αόρατο καλύτερα να πνιγώ των χειλιών σου.






3

Δέκα χρονάκια σου χαρίζω, θητεία
κι ένα γέλιο, πικρό που δεν ξέρει,
που δεν ξέρει από σώματα, που δεν ξέρει
της ημέρας το ήσυχο κύλισμα
μόνο λόγια ξερά μουρμουρίζει
και της πέτρας ξυραφάκια και σύμφωνα.

Μες στο χάδι του ύπνου σου χάνομαι
κι όλο βρέχει ονόματα.
Μες στο λάκκο που έσκαψα και γέμισα αίμα
ένας ήλιος θα βγει με πλατείες
θα φυτρώσουν τριγύρω μου έμποροι
που πραμάτειες  έχουν μόνο τις λέξεις.
Μακρυά τους κρατάω, μόνο εσύ
να περάσεις μπορείς
και δεν έχω για σένα σπαθί, ούτε λόγια.

Πέρνα και μίλα μου ένα σεισμό
μια τρικυμία μίλα μου και δυο καρφιά
που ανθίζουν στο βλέμμα σου πυρκαγιές
που θερίζουν κραυγές κι όχι λόγια.
Ποιος στα μάτια σου πάντα θα βρέχει σκοτάδι.

Και στα χέρια μου τίποτα
και στα μάτια μονάχα το φώς
που αστράφτει τριγύρω μου
και δεν θέλω πια εξηγήσεις
και δεν έχω ελπίδες
μόνο εσένα
που κρεμάς τα δοντάκια τα άσπρα του Αύγουστου
και θροΐζουν επάνω μου χείλια
και ανθίζουνε μάτια που δεν έχουν να δουν
πως ροδίζει η μέρα τα κρυμμένα μας όνειρα.



 




4
                     
Σβησμένος ας περνάω στη λησμονιά
να χάσκει η ύλη πίσω μου το σκληρό της το φόρεμα
κι η επίδειξη να χαριστεί των αγίων.
Θα κρατήσω στις μέρες μου λίγα μόνο φιλιά
που ανθίζουν το χρόνο και γεμίζει λεξούλες
που ξυπνάει καιρούς και πρωτόγνωρο πόθο.

Κι ας μην έχω να πως τραγουδάκια πολέμου
που σκονίστηκαν μα ο χρόνος αντέχει
παπαρούνες μικρές και  τολύπες
με μια σφαίρα στο άπειρο.
Ας κρατήσουν όσοι μπορούν
ονομάτων το βάσανο και του ξένου του σώματος
βραδινή προστασία.
Ας περνάνε γύρω μου πρόσωπα
και καντάρια μικρά ας ψηλώνει η μέρα
στο αδιάβαστο φως των χειλιών σου
θ’ ακουμπήσω ξανά ένα μόνο παλμό.

Έναν παλμό απλό που θα βάφει τον ύπνο
μ’ αλφάβητα
και θα ψέλνει ρωδώνες
και μικρούς επιτάφιους.


5

Θα πυργώσω την άπιαστη στιγμή των ματιών σου
και μονάχος θα σπάζω τα τείχη
σαν να ήσουν εκεί και ξανά στον καιρό
θα φορέσω το καινούργιο σου σώμα.

Παπαρούνα του ύπνου μας πήρες
και στο χρόνο μας άφησες σιωπές
ένα βέλος ματιά που νοτίζει νυχτιές
μες στα όνειρα.














ΑΠΟΛΥΣΗ

Και λειώνει η βροχή ένα φεγγάρι μάτια.
Μόνο τα χέρια σβήνουνε τις μέρες της σκοπιάς.

Δεν έχω πια λέξεις, είπε, δεν έχω σώματα
και πρέπει να φύγω
να τεντώσω τόξα πολλά
να θρέψω κι  άλλα τσεκούρια
στα ξύλινα βλέμματα
που καίνε τη νύχτα.

Χτίζω μια πόλη απολυτήριο
κι όταν φανεί η ανατολή
θα χαιρετήσω….

Δεν υπάρχουν σχόλια: