Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ






(στον Γιάννη Τσίγκρα) 

Όλη νύχτα ξεφόρτωνε δάκρυα μητέρας

κυλούσαν από της Πορταριάς τις καστανιές

με πονεμένα πόδια από τον κάτω κόσμο του πολέμου,

τα «οϊ» της ζωής, προάγγελος του τάφου.

Ο Γιάννης είχε μια πόλη μέσα του ασπρόμαυρη

μ’ εικόνες από βαφτίσια κι αγρυπνίες

με ποδήλατα – νταλίκες ανιχνευτές του κόσμου.

Στις λέξεις του λιβάνι κι ευχαριστία μυστική

των λειτουργών του νέου σύμπαντος

όπου μικροί ερωτιδείς σεμνύνονται γαλάζιου.

Το ότι ανέβαινα κρυφά   στο ποδήλατο του Κρεμαστά

δεν το γνωρίζει γιατί δεν άνοιγα το ραδιόφωνο στην κάλτσα

βουβός μαζί του, στον ιδρώτα μέχρι  Τρίκαλα.

Κι ούτε γνωρίζει πως στην οδό Χατζηαργύρη

ο πατέρας είχε δυο μεγάλα σακιά με λέξεις

που άλλες γινόταν λάχανα και άλλες δέντρα

και άλλες τίποτα γιατί το τίποτα

μέρος του όλου είναι.

Βεβαίως στα όνειρά μου περιτρέχω

το μικρό ναύδριο κοντά στα Αμπελάκια

χάνομαι μέσα στις οξιές

και βλέπω το Γιάννη να συνάζει στο κομποσκοίνι του  ευχές

κάστανα ενός φωτεινού φθινόπωρου.

Βέβαια ο Γιάννης δεν τα ήξερε αυτά

για αυτό ακολούθησε τα δάκρυα της μητέρας του

και τη Μαρία,το πέλαγος αυτό των αφανών.



Το γεγονός ότι δεν μένει στην Νεάπολη

καθόλου δεν με παραξενεύει

πάντα ήταν αλλού κι όσοι τον χαιρετούσαν

την εικόνα του μόνο χαιρετούσαν

λίγοι μονάχα έβλεπαν στα μάτια του μια λεύκα,

ένα μικρό Χριστό, ένα ξωκκλήσι.

Όσοι νομίζετε ότι πέθανε

κάνετε όπως πάντα λάθος

ο κύριος Γιάννης ταξιδεύει πια

στην αληθινή του πόλη

τον άνω Βόλο των μικρών παιδιών

και των φυστικοστραγαλάδων.

Θα τον θυμάστε σημείο αμφιλεγόμενο, ένα παιδί

που ρίχνει τσέρκι στον ανήφορο.

Κι αηντε μας λέει, βραδιάζει πια

ορθρίζει ο Αλντεμπαράν

φυγέτε..