Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΝΟΗΜΑ








Φυσούσε από νωρίς.
Πήγαινε ο αέρας στα παλιά εργοστάσια, στην κίτρινη αποθήκη
και στης Αλεξάνδρας το παλιό κολαστήριο.
Εκεί συνάντησε κραυγές και προσευχές
και κείνη τη φοβερή πανσέληνο του Ιούλη.
Έβραζε ο τόπος. Ταξίδευε ο ήλιος καταμεσής του Θεού.
Κι ήταν μορφές που άλλαζαν με άλλες μορφές
κι ήταν το έργο με αίμα πολύ και θάνατο.
Κι  άλλαξε μηχανή. Και οι μορφές αλλάξανε κι αυτές.
Τα παλιά εργοστάσια εγκαταλείφθηκαν στην τύχη.
Η κίτρινη αποθήκη έγινε μνημείο.
Κι ο αληθινός πόνος έγινε ιστορία.
Την διδάσκονται τα παιδιά απομνημονεύοντας αριθμούς.
Τριακόσιοι νεκροί εδώ,  διακόσιοι και πενηνταεπτά Ιούνιο.
Η πανσέληνος δεν μνημονεύεται.
Ούτε το σφίξιμο του Αργύρη  όταν είδε τον Παντελή
τον παιδικό του φίλο, νεκρό στο πεζοδρόμιο.
Από πείνα ήταν; Από σφαίρα ήταν; Δεν θέλησε να μάθει.
Ήταν νεκρός του έκλεισε τα μάτια.
Και κείνο το ταξίδι στην Αμερική 
που ονειρεύονταν ποτέ δεν θα γίνει.
Κι αν θα γίνει θα γίνει χωρίς τον Παντελή
δεν θα είναι το ίδιο ταξίδι.
Σε αυτή την περίπτωση
δεν χρειάζονταν απόμνημόνευση γιατί ο Αργύρης
κουβάλησε τον Παντελή, μέχρι τον δικό του θάνατο.
Τα παιδιά όμως δεν ήξεραν να κουβαλάνε τέτοια πράγματα.
Η ιστορία για αυτά και τους δασκάλους τους ήταν ένα βιβλίο
με ονόματα πολλά και ημερομηνές
με παντελώς απούσα τη μορφή του Παντελή.
Για αυτό η πανσέληνος δεν λέει σε κανένα τίποτα
Και  μόνο όταν βρέχει ο μέσα σκύλος σκιάζεται.
Το ουρλιαχτό μπορεί να μπαίνει στις παλιές αποθήκες, 
στα εργοστάσια
αλλά δεν έχει πλέον κανένα νόημα.
Γιατί όταν ο κόσμος γίνεται μουσείο
ο σταυρός γίνεται κόσμημα
για αυτό…

Δεν υπάρχουν σχόλια: