Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ










Αν ξαναγυρίζουμε τόσο  στην παιδική μας ηλικία

είναι γιατί δεν ξεμπερδέψαμε με τα όνειρά μας.

Για αυτό έρχεται η κυρά Άννα

και μας λέει συνεχώς ιστορίες από την Σμύρνη

«άρχοντες ήμασταν» και η γιαγιά η Φωτεινή

μας μιλάει για κείνη την Καριάντενα από την ωραία Αγχίαλο

γιατί πάντα

στο παρελθόν έχει πανσέληνο

και γιασεμιά έχει κι άφθονο χρόνο

γιατί σήμερα ο χρόνος γονατίζει από τις επιθυμίες μας.

Αρρώστησε η κυρά Άννα με το διώροφο

όμως το έκτισε

κι η κόρη της πέθανε, φύγαν και τα εγγόνια.

Περνώ και βλέπω τις σιδεριές χαίνουσες

κουφάρι πια, πηγαίνουν τα πρεζόνια

μέσα του και χάνονται.

Γιατί πρέπει να κοιμηθεί το παρόν

το σήμερα να μην υπάρχει

για να είμαστε μόνο μια προέκταση μέλλοντος

η μια ενθύμηση παρελθόντος

«αυτή είναι  κόλαση Νίκο μου»

μου έλεγε ο παππούς από την Σκόπελο

να πονάς για χθες, να τρώγεσαι για το αύριο

και να μην έχεις σήμερα.

Για αυτό καμιά φορά,  στέκομαι

και παρακολουθώ τα σύννεφα

που αλλάζουν σχήμα

κι άμα ρωτήσεις τον άλλον, ταύρο θυμίζει θα σου πει

άλλος βλέπει γυναίκα γυμνή  κι ο άλλος τέρατα

και διάβολο ακόμα βλέπουν με τα δόντια του όλα.

Γιατί αυτό είναι η πραγματικότητα

που μου έλεγες πατέρα

ένα σύννεφο

που ανάλογα το  μεσημεριανό φαί

της δίνουμε σχήματα.

Όραμα είναι ο κόσμος

ή του στομαχιού, ή των βιβλίων

άλλων εικόνα.

Κι άμα κανείς αρχίσει και δει λίγο αληθινά

κι αρχίσει και μας λέει για βουνά σκιώδη

για πεδιάδες ευπλόκαμες και οίνοπα πόντον

τότε αμέσως τον πετροβολούμε.

Θέλουμε να μας λέει για τα σχήματα, τα δικά μας

την ομάδα μας, το κόμμα μας , την θρησκεία μας

για την απελπισία μας να μας μιλάει.

Για αυτό χάνουμε κάθε μήνα την πανσέληνο

και μόνο αν τη δείξει η τηλεόραση βγαίνουμε στο μπαλκόνι

για λίγο μόνο, γιατί αληθινή είναι η πανσέληνος της τηλεόραση

και όχι η σελήνη της Σαπφούς, ποιος την γνωρίζει;



Για αυτό ρίχνουμε μόνο  μια ματιά και αμέσως λέμε ¨θυμάμαι»

και το βράδυ αν επιτρέψει το αλκοόλ

βλέπουμε μικρά αέρινα σώματα νεότητας,

τη  θάλασσα εκείνη του πρωίου

κι ανέφελου ουρανού.

Τότε το στόμα  μας στεγνώνει κι ένα καζανάκι μακρινό

διαπερνά τον ύπνο κι όλα βυθίζονται

στην μαύρη εκείνη τρύπα , του τίποτα.

Για αυτό κι ο κόσμος μας δεν έχει πόδια

κι αγαπάμε τόσο τις γάτες

γιατί για αυτές πάντα είναι Κυριακή

και δεν φτιάχνουν σώνει και καλά δικούς τους κόσμους.

«Πάψε να ζεις στα σύννεφα» που μου έλεγε η μάννα μου

Μετά κατάλαβα ότι ήθελε να πει ότι σταμάτα να ζεις

στο σύννεφο αυτό που έφτιαξες.

Έλα να ζήσεις στο δικό μας σύννεφο.

Να έχουμε κοινή την καταιγίδα.

Για αυτό κοιτάζω με καχυποψία

τα παλιά καφενεία, τα γρι- γρι,

τα παλιά τετράδια εκθέσεων,

τους νεκρούς στραγαλάδες με τη ασετυλίνη

για να μπορώ να ξεχωρίζω  τον  χαλβά «η αγαπούλα»

σε κάθε δημόσια συγκέντρωση.

Γιατί πραγματικότητα είναι αυτός ο χαλβάς «η αγαπούλα»

ούτε τα ωραία ποιήματα, ούτε τα παλιά καφενεία

αλλά αυτός ο χαλβάς «αγαπούλα»

που κάθεται ο άλλος  από πάνω του

και χτυπάει με το μαχαίρι .

Αυτή είναι η πραγματικότητα, το σύννεφό που μοιραζόμαστε.

Το εύκολο, το γλυκό, το κέρδος όλα μαζί

αλλά στο τέλος περιμένει το μαχαίρι

που κόβει τη ζωή μας και τη μοιράζει

σε δουλειές, οικογένεια, πολιτισμό και ελεύθερο χρόνο.

Το μαχαίρι που έκανε τη ζωή μας οικόπεδο

χωρίς καμιά αξία.



Βέβαια στον δικό μου πλανήτη ακόμα και μετά την καταστροφή

υπάρχουν ακόμα άνθρωποι όπως ο Βασίλης που λέγαμε και «τακτικό»

όταν μου διάβαζε για το μύθο της σπηλιάς του Πλάτωνα

μες στη σπηλιά που είχε για σπίτι του.

Ακόμα και σήμερα τον βλέπω στις εκβολές του ονείρου

να μου φωνάζει και να μου λέει «στάκαμαν»

μπας και παγώσω και δω και καταλάβω.

Α.. μπα η ελευθερία είναι πράγμα ζόρικο

προτιμώ την ποίηση που μου  δίνει και μια ελάχιστη στιγμή δημοσιότητας

όσο μου αρκεί για να νομίζω ότι υπάρχω

και που ξέρεις το βράδυ μπορεί

ανάμεσα στις διαφημίσεις να έχει και πανσέληνο

αχνή, νεαρή σελήνη…

Μπορεί……

Δεν υπάρχουν σχόλια: