Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

ΟΝΕΙΡΟ...... (στον Γιώργο Καφενταράκη)



Όλη τη νύχτα μια γυναίκα με τα μαλλιά 
μπλεγμένα χόρτα τριγύριζε στο όνειρο του.
Βγήκε ο ήλιος με τρίχινα σημάδια στις  ακτίνες του
αλλά δεν ξημέρωσε ποτέ.
Τον περίμενε ένα παλιό νεοκλασικό με την πόρτα σκουριασμένη
στρίγγλιζε πάντα όταν έμπαινες
και πως στο όνειρο λαδώνεις πόρτες;

Ένα κομμάτι πραγματικού πεύκου 
πήγε και κόλλησε στο κάδρο.
Έχει κι άλλη ζωή πεύκα και θάλασσα αληθινή.
Πατάς σε πευκοβελόνες και ματώνεσαι.
Ακόμα και τη μικρή Μαρία είδε.
Εξήντα χρόνια πεθαμένη με το λερωμένο φουστανάκι
που τη θάψανε, χρήματα δεν είχε ο πατέρας
ένα γιασεμί μονάχα είχε κι αυτό μπαινόβγαινε 
στον ύπνο του.
Θα περάσουν αιώνες που θα έχουν 
στα μαλλιά του αυτά τα χορταράκια
του ξυπνήματος, του πνιγμένου ονείρου, 
της άδειας πόλης.

Κι οι άνθρωποι θα τρώνε τις πετρούλες τους με επιμέλεια.
Θα έρθουν χάντρες στις φόδρες από τα βλέφαρα
και θα ραντίζουν με νερό τη βάρκα, να καργάρει.
Θα μείνει σίγουρα κι η νοτισμένη μυρωδιά με τα πολλά γαρύφαλλα
με το βράδυ να βγαίνει σαν παιδί  από το κομοδέσιο.

Στις τσέπες του  μικρά στεράκια σαν καραμέλες
κι πανσέληνος στη ρότα, ήρεμη σαν κερί

στάζουσα….

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΝΟΗΜΑ








Φυσούσε από νωρίς.
Πήγαινε ο αέρας στα παλιά εργοστάσια, στην κίτρινη αποθήκη
και στης Αλεξάνδρας το παλιό κολαστήριο.
Εκεί συνάντησε κραυγές και προσευχές
και κείνη τη φοβερή πανσέληνο του Ιούλη.
Έβραζε ο τόπος. Ταξίδευε ο ήλιος καταμεσής του Θεού.
Κι ήταν μορφές που άλλαζαν με άλλες μορφές
κι ήταν το έργο με αίμα πολύ και θάνατο.
Κι  άλλαξε μηχανή. Και οι μορφές αλλάξανε κι αυτές.
Τα παλιά εργοστάσια εγκαταλείφθηκαν στην τύχη.
Η κίτρινη αποθήκη έγινε μνημείο.
Κι ο αληθινός πόνος έγινε ιστορία.
Την διδάσκονται τα παιδιά απομνημονεύοντας αριθμούς.
Τριακόσιοι νεκροί εδώ,  διακόσιοι και πενηνταεπτά Ιούνιο.
Η πανσέληνος δεν μνημονεύεται.
Ούτε το σφίξιμο του Αργύρη  όταν είδε τον Παντελή
τον παιδικό του φίλο, νεκρό στο πεζοδρόμιο.
Από πείνα ήταν; Από σφαίρα ήταν; Δεν θέλησε να μάθει.
Ήταν νεκρός του έκλεισε τα μάτια.
Και κείνο το ταξίδι στην Αμερική 
που ονειρεύονταν ποτέ δεν θα γίνει.
Κι αν θα γίνει θα γίνει χωρίς τον Παντελή
δεν θα είναι το ίδιο ταξίδι.
Σε αυτή την περίπτωση
δεν χρειάζονταν απόμνημόνευση γιατί ο Αργύρης
κουβάλησε τον Παντελή, μέχρι τον δικό του θάνατο.
Τα παιδιά όμως δεν ήξεραν να κουβαλάνε τέτοια πράγματα.
Η ιστορία για αυτά και τους δασκάλους τους ήταν ένα βιβλίο
με ονόματα πολλά και ημερομηνές
με παντελώς απούσα τη μορφή του Παντελή.
Για αυτό η πανσέληνος δεν λέει σε κανένα τίποτα
Και  μόνο όταν βρέχει ο μέσα σκύλος σκιάζεται.
Το ουρλιαχτό μπορεί να μπαίνει στις παλιές αποθήκες, 
στα εργοστάσια
αλλά δεν έχει πλέον κανένα νόημα.
Γιατί όταν ο κόσμος γίνεται μουσείο
ο σταυρός γίνεται κόσμημα
για αυτό…