Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2016

ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ... Ο ΕΡΧΟΜΕΝΟΣ






«Ποιητής στη Νέα Υόρκη», σκληρό εξώφυλλο εκδόσεις Σμίλη . Aφημένο κάπου στο ράφι. Το άνοιξα απο συνήθεια. Η ποιήση απομακρύνεται απο μένα. Το ξαναδιάβασα μέχρι τελευταίου στίχου. Δεν ήταν ο Λόρκα ο μακρινός, της Νέας Υόρκης. Ηταν μια νέα δημιορυγία. Ηταν ο Βασίλης Λαλιώτης στη Νέα Υόρκη του Λόρκα. Ενα καινούργιο έργο.
Αυτός ο Βασίλης της 23 ΕΜΑ,εκεί τον γνώρισα. Οκτώβριος του ‘86, πάνε τώρα 30 χρόνια. Ο Βασίλης συνδεδεμένος με είκόνες σκοπιάς, με κομμάτια ποιημάτων ανάμεσα σε γρασαρίσματα στον όρχο.και στρατηγικές επιθεωρήσεις Ο Βασίλης με τα μάτια ανοικτά πατερικός απο σοφία μου μάθαινε οτι δεν υπάρχει ασήμαντο πράγμα αλλά υπάρχουν πράγματα που δεν τους δίνουμε σημασία.

Η οικειότητα σε κάνει να λησμονείς τα ξεχωριστά ιδιώματα που μόνο η απόσταση μπορεί να αναδείξει. Η συνήθεια πάντα επιφέρει τον κόρο. (ακόμα και οι πρωτόπλαστοι βαρέθηκαν τον Παράδεισο που γράφει ο Ωριγένης ). Ετσι τώρα λόγω χρονικής απόστασης που απελευθερώνει την συναισθηματική εμπλοκή μπορώ να γράψω δύο πράγματα για το έργο του Βασίλη. 
 
Πάντα περίμενα ποιήματα. Θυμάμαι μικρός οταν απέκτησα φωτοτυπία Κάλβο τον διάβαζα ένα μήνα καθημερινώς, αδιακρίτως. Κι άλλους πολλούς που δεν τους γράφω οχι μην αδικήσω κανένα όπως λέγεται αλλά χρεία δεν υπάρχει. Σήμερα ζω οχι με πολλούς αλλά μπορώ να αναφέρω δύο τον Γιάννη Τσίγκρα τον συμπολίτη μου και τον Βασίλη Λαλιώτη τον παλιό μου φίλο, και οι δυο συγκάτοικοι στο facebook
 
Ο Βασίλης, μου λένε, είναι πάντα θυμωμένος Δεν μπορώ να τους εξηγήσω οτι η φύση του Βασίλη δεν ειναι η επίθεση αλλά η αφυπνιστική ενόχληση. Ο Βασίλης δεν μπορεί να επιτεθεί αλλά να ερεθίσει.Πως θα έλεγε ο Πλάτωνας “τοποθετήθηκε από τον θεό στην πόλη όπως μία αλογόμυγα πάνω σε άλογο μεγαλόσωμο και καθαρόαιμο, νωθρό όμως εξαιτίας του όγκου του, που του χρειάζεται μία αλογόμυγα να το ξυπνάει. Σαν κάτι τέτοιο μου φαίνεται πως ο θεός τον έβαλε στην πόλη της ποιήσης για να μη σταματάει όλη μέρα να ξυπνάει και να διαφωτίζει και να επιπλήττει τον καθένα , πηγαίνοντας να καθίσω δίπλα του, όπου και αν πάει...."
 
Η ζωή του Βασίλη δεν ήταν εύκολη οχι λόγω των εξωτερικών συνθηκών (σε αυτές μπορεί άλλοι να ήταν πολύ χειρότερα) Ηταν δύσκολη λόγω της εξαιρετικής του παιδείας.Τα βιβλία που πέρασαν από πάνω του, τα ξενύχτια κι η βαθιά του επιθυμία για αλήθεια στη ζωή και στην ποιήση δεν του άφησαν περιθώρια για μια άλλη πιο δημοσιοσχεσίτικη εκδοχή, αυτή που μας βολεύει λιγο – πολύ όλους.

Την ζωή χωρίς νόημα αντικρούει ο Λαλιώτης, την ζωή χωρίς ποιήση. Ο ίδιος δεν έπαιξε στη ζωή του ούτε και η ζωή του χαρίστηκε. Επρεπε να είναι σοβαρός σε αυτήν και αυτά που γράφει να είναι σοβαρά και οχι σοβαροφανή. Κι αυτό έκανε. Γνωρίζει καλά το έχει πει άλλωστε οτι η εποχή που έρχεται δεν έχει καμμια σχέση με την προηγούμενη όπου τα βιβλιαράκια των στίχων δημιουργούσαν υπόβαθρα δαφνοστεφανώμενης απίθανης ασημαντότητας. Η εποχή που έρχεται μακριά απο βατολογίες θα ψάξει να βρει τον πυρήνα του νοήματος της ζωής καταργώντας μια και καλή τα όρια ανάμεσα σε ειδη γραπτού λόγου και τα καμώματα των φιλολόγων, των ΜΑΤ της λογοτεχνίας, όπως έλεγε ο Βασίλης.

Αυτό που ισως δεν έχουμε κατανοήσει είναι οτι περνάμε σε μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου. Η κρίση που ζούμε είναι οι ύστατοι σπασμοί του κόσμου πεθαίνει. Ο Βασίλης προχωρά στην καινούργια εποχή από τότε που τον γνώρισα και για αυτό το έργο του δεν έχει ορισμό. Με όρους του παρελθόντος είναι μια σκινοβασία, μια ένταση ανάμεσα στο μη ακόμη έργο και στα ολοκλήρωμα πολύ πιο συνειδητό δηλαδή από τα σπαράγματα των «Ελευθερων πολιορκημένων». Γιατί αυτό ειναι η εποχή μας ένα σπάραγμα μια οδυνηρής πραγματικότητας που χτίζεται καθημερινά απο μας με τρόπο εξ’ ολοκλήρου ασυνείδητο. Πίσω από αυτό τον τείχο που σιγά-σιγά πέφτει φαίνεται το καινούργιο που ξεπηδάει οχι με την ορμή που σπάει τους τείχους και τα όρια αλλά σαν ένας λυγμός ή μάλλον καλύτερα σαν σταυρός που πάνω του δεν θα είναι οι άλλοι αλλά θα είναι ο ίδιος ο ποιήτής που δεν χαρίζει πλέον λέξεις αλλά γίνεται αυτός ο δρόμος για την επερχόμενη άνοιξη.

Το έργο του Βασίλη Λαλιώτη είναι δύσκολο να αποτιμηθεί και κατά την γνώμη μου θα αργήσει πολύ ακόμη γιατί εμείς δεν έχουμε τα εργαλεία αλλά και γιατί ανήκει στο μέλλον. Και είναι ένα έργο πολύ μεγάλο γιατί πέρα από όλα αυτά που έχουν εκδοθεί σε χαρτί η σε ηλεκτρονική μορφή θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του τα σημείωματα στα κοινωνικά δύκτια που κάποιες φορές ειναι αριστουργήματα. Κάποιες φορές του είπα οτι περιμένω από αυτόν ενα μεγάλο έργο τώρα αντιλαμβάνομαι το λάθος μου. Το έργο του Βασίλη Λαλιώτη δημιουργείται καθημερινά και είναι ένα ενιαίο πρόκειται για έναν πρόλογο της ποίησης που αυτός διαμορφώνει. Ενός μέλλοντος που δεν θα ορίζεται από την φενάκη των συνόρων του τυπωμένου έργου αλλά θα επικεντρώνει στο ξάφνιασμα της ιδιας της ζωής, της γυμνής ζωής που έλεγε ο Άγκαμπεν. Σε ένα κόσμο τρομακτικών αντιθέσεων που φαίνεται να ορθώνονται καινούργιες αντιλήψεις σε όλο το φάσμα της επιστήμης και της ζωής η τέχνη δυστυχώς στην χώρα μας μηρυκάζει παρελθούσες δάφνες η προσπαθεί να μεταφράσει τα αποφόρια των άλλων και προσπαθεί με τα εξωτερικά των προηγούμενων δεκαετιών να δικαιώσει το παρελθόν, που είναι πάντα στατικό και αμφισβητούμενο . Κι οσο το χάσμα μεγαλώνει μεγαλώνούν και τα εγωιστικά κέντρα παράγοντας συνεχώς «περιοδικάριους» και ακαδημαϊκούς. Ομως η ποιήση δεν κρίνεται με τα βραβεία και την εποχιακή δημόσια αναγνώριση αλλά κρίνεται με αυτό που οικοδομεί και κυρίως με το νόημα που δίνει στη ζωή για κείνους που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί. Γιατί αυτό ειναι η ποιήση ένα γράμμα στους αγέννητους. Αυτοί θα το αξιολογήσουν, αυτοί θα το διαβάσουν , αυτοί θα αναζητήσουν το νόημα. Για αυτό απευθύνεται κυρίως σε αριστοκράτες που δεν εκβιάζουν την στανική επιβολή της ποιητικότητας τους αλλά μπορούν και ανοίγουν παράθυρα στο αύριο με κίνδυνο ακόμα και οι ίδιοι να πέσουν από αυτά. 
 
Μια άλλη διάσταση του Βασίλη ειναι η λογοτεχνική του παρέμβαση. Με έναν τρόπο μοναδικό ψαρεύει από τα βάθη των ανθρώπων στίχους και βιβλία. Προσωπικά το ομολογώ οτι το πρώτο μου βιβλίο οφείλεται κυρίως στον Λαλιώτη αυτός είναι το χέρι που το τράβηξε. Βέβαιως ουδέποτε θεώρησα τον εαυτό μου ποιητή αλλά αν κάποιος βρήκε κάτι καλό σε εκείνο το βιβλίο οφείλεται στο Βασίλη. Απ' οτι γνωρίζω και σε άλλους λειτούργησε και λειτουργεί ως χειρουργός και δάσκαλος γεννώντας έναν μονοπάτι καινούργιο που κάποτε μπορεί να γίνει λεωφόρος για τους επερχόμενους.

Κάποιες φορές κυρίως βράδια μεταφέρομαι στο Λιτόχωρο. Ο Βασίλης είναι ακόμα στο ΚΨΜ και γω στο γραφείο κίνησης. Πηγαίνω για μπύρα. Και κεί απαγγέλουμε μεγαλοφώνως και στεντορεία τη φωνή στίχους απο παλιά ποιήματα κάτι σαν παιγνίδι που παίζουν τα παιδιά για να ηρεμήσουν τον κόσμο. Οσο το θυμάμαι τώρα αυτό το παιγνίδι άλλο τόσο πείθομαι ότι αυτό είναι η ποίηση: το παιγνίδι των παιδιών που χαίρονται με τις λέξεις. 
 
Αλλά δεν τελειώνει εδώ. Κατεβάινουμε Κατερίνη και στην παραλία μου λέει για τον Δημητριάδη που σκοτώθηκε για τον Αργύρη που του έβαλε το τσιγάρο στον μαύρο τάφο με μια απερίγραπτη τρυφερότητα. Μου μιλάει για κάτι ποιήματα που ανακάλυψε σε ένα υπόγειο ενός βιβλιοπωλείου στον Πύργο και μου λέει ακόμα οτι ήρθε η ώρα να πειραματιστούμε με την ραπ γιατί δεν τελειώσαμε...

Το βράδυ δεν θα περάσουμε ξανά την πύλη της 23 γιατί είμαστε χρόνια μακριά σε έναν άλλον «χαλύβδινο θώρακα» που ευτυχώς συνεχίζεται. Όμως μας ενώνουν οι λέξεις, το αδιάσπαστο σύμπαν, και μια πορεία που κάναμε μαζί στο χιόνι μές στο Γενάρη ... ναι και μια Ασίνη... την Ασίνην τε.. του Ομήρου, χαμένη κάπου εκεί στην Ιλιάδα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: