Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΧΜΕΤ - Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ




 



Τον είπανε Αχμέτ.  Το όνομα της πόλης που γεννήθηκε ήταν Χιλμάντ  στο Αφγανιστάν.  Τα μισά του χρόνια πέρασαν μέσα στην πείνα, στο φόβο και στο θάνατο.  “Φύγε” του είπε η μάνα “να σωθείς τουλάχιστον εσύ, φύγε”. Αφησε πίσω του τρείς αδελφές κι ένα μικρό αδερφο και τα παιδικά του χρόνια. Τον πήρε ένα αγροτικό και τον ξεφόρτωσε στο Πακιστάν. Είχε κάτι φίλους, εκεί . Τον έρριξαν, όμως. Εφυγε και πήγε  στο Ιραν βρήκε δουλειά και έμεινε εκεί πέντε χρόνια. Να μαζέψει λεφτά,  να φτάσει στην Ελλάδα, Γιουνανιστάν όπως το είχε μάθει.  Λεφτά δεν μάψεψε πολλά όχι όσα χρειάζονταν οι “αρμόδιοι” κι έφυγε πάλι κι έφτασε στην Τουρκία. Για δυομιση μήνες δούλευε για εναν Αφγανό. Τα λεφτά όμως δεν έφταναν. Ενοίκιο σε ένα υπόγειο, φαγητό μια φορά την μέρα που να μαζευτούν; Μια μέρα το αποφάσισε μαζί με ένα φίλο. Πήραν λεοφωρείο και φτάσαν στο Αιβαλί. Απέναντι ξεχωρίζαν τα βουνά της Μυτιλήνης. Με τα λίγα που είχαν αγόρασαν μια βάρκα φουσκωτπή από αυτές που παίζουν τα παιδιά στις παραλίες. Ενα απόγευμα την έρριξαν μέσα. Ο Αχμέτ δεν ήξερε ούτε μπάνιο. Τους  πήρε μια ώρα να μάθουν πως πηγαίνει η βάρκα. Το βράδι τους βρήκε στο πέλαγος. Σηκώνονταν τα κύματα ίσαμε ένα σπίτι βλέπαν τα φώτα της Μυτιλήνης και βυθίζοντα στο μαύρο βυθό. Δέκα ώρες πάλευαν με τα κύματα. Οταν έφτασαν, κρύφτηκαν.


Βγήκανε το απόγευμα απο την κρυψώνα πεινασμένοι. Αλλά δεν ήθελαν φαγητό, εισιτήρια ήθελαν να φτάσουν στο λιμάνι. Βρήκανε μια ηλικιωμένη στο δρόμο. Πως να μιλήσουνε; Ομως αυτή κατάλαβε γιατί η γλώσσα της καρδιάς δεν έχει λέξεις. Πήγε αυτή και τους έβγαλε εισιτήρια για το λιμάνι. Μετά κατάλαβαν πως τα λεφτά που έδωσε για το εισιτήριο τα είχε για να αγοράσει δωμί. Ψωμί δεν πήρε εισιτήρια πήρε  για  δυο άγνωστούς ανθρώπους ρουφηγμένους απο την αλμύρα και την πείνα. Στο καράβι όμως τους έπιασαν και τους πήγαν στο Κέντρο για τους μετανάστες. 


Στιβάχτηκε με άλλους μαζί, περιμένοντας. Κάθησε  τρείς μήνες και ενα πρωί τους άφησαν. Του έδωσαν  ένα χαρτί για εξι μήνες να κυκλοφορεί στην Ελλάδα. Αλλά λεφτά για εισιτήριο δεν είχε.  Στο δρόμο πάλι βρήκε  μια γυναίκα που τους βοηθούσε στο κέντρο και με νοήματα ζήτησαν χρήματα.  Αυτή δεν είχε. Μετά απο λίγο ήρθε ένας παπάς  ψηλός, τεράστιος παπά-Στρατή τον έλεγαν τους χαμογέλασε και τους έδωσε εισιτήριο. Κράτησε αυτό το χαμόγελο  οπως κρατάς την εικόνα των αγίων που σταθήκαν μαζί σου  στο πόνο.  


Στην Αθήνα έμεινε μαζί με άλλους 15 σε ένα μικρό δωμάτιο.  Δουλειές του ποδαριού και πείνα. Ενα απόγευμα είδε μια ταινία για τον Χριστό. Αναψε κάτι στην καρδιά του. . Τον ήξερε το Χριστό απο το Κοράνι αλλά  τώρα Τον  αισθανόνταν κοντά του του γιατί κι Αυτός  περπάτησε σαν ξένος και πόνεσε σαν ξένος αυτού του κόσμου. 


Βρήκε δουλειά  σε μια επιχείρηση. Δούλεψε 7 χρόνια. Παρέες δεν είχε. Η μόνη διασκέδαση να κάθεται στην αυλή  μιας εκκλησίας.  Δεν έμπαινε μέσα μην φοβηθούν οι άνθρωποι. Του έφτανε να είναι κοντά να ακούει και η καρδιά του να κλαίει μαζί και να χαίρεται. Η δουλειά όμως τελείωσε, τον διώξανε. Βρήκε μια άλλη αλλά μακριά από την  Αθηνα στην Γλυφα εκεί που ξεκινάν τα φέρυ για Εύβοια. Δούλεψε εκεί τρεις μήνες σε έναν καλό άνθρωπο που του έλεγε ιστορίες για τον Χριστό και του άρεζε. Οταν έφυγε του είπε  «δεν ξέρω πολλά αλλά αυτό που ξέρω είναι οτι άμα ζητήσεις κάτι  απο το Χριστό θα σου το δώσει. Ζήτα του”


Φεύγει και φτάνει Βόλο. Η περιουσία του όλη  130 ευρώ. Επρεπε αν βρει ένα σπίτι.  Βρίσκει ένα  με λίγα χρήματα. Ο ιδιοκτήτης τον συμπάθησε. “Κράτα του λέει τα λεφτά, άμα βρεις δουλειά μου δίνεις”.  Πήγαινε πάλι στην αυλή του Αη Νικόλα και καθόταν. Μια μέρα  πήρε τηλέφωνο στον Μητροπολιτικό ναό του Βόλου . “Θέλω να μάθω” “ελα απο δω παλληκάρι μου” του είπε ο π. Βασίλειος. Ετρεξε δεν περπάτησε. Ηταν Κυριακή των Βαιών και η εκκλησία είχει μέσα δάφνες σαν να τον περίμενε. Μίλησαν ώρα.    Μετά απο λίγο μπαίνει στο ναό ο π. Ραφαήλ  που είχε αγάπη στη Γραφή. Πήγε σπίτι και βρήκε μια  στα Πέρσικα, που ήξερε ο Αχμέτ. 


Αυτός διάβαζε και ο π. Βασίλειος του μιλούσε.Αυτό ειναι κατήχηση του είπαν αυτός δεν ήξερε απο όρους  μονάχα για Αυτόν ήθελε να ακούει όπως κι αν το λέγαν.  Ενα μεσημέρι κοιτούσε τη θάλασσα και η σκέψη του ήταν σ’ Αυτόν. Και είδε ένα φώς λαμπρότερο του ήλιου να πέφτει στην θάλασσα και στα κυνηγημένα  του μάτια και να κάνει τη ζωή του ολόλευκη. Ούτε και τώρα δεν γνωρίζει πόσο κάθησε μέσα σε αυτό το φώς. Οταν «βγήκε» είχε βραδιάσει. 


Μετά από λίγες μέρες οταν βαφτίστηκε Χριστιανός στο κελί του Μαρουδά που είναι κοντά στις Καρυές στο Αγιο Ορος  πήρε το όνομα Αλέξανδρος για να θυμάται για πάντα  τον άγιο Αλέξανδρο τον Δερβίση  που στα 1474 άφησε τη ζωή του στα χέρια του Χριστού μαρτυρώντας οτι  το αναστάσιμο φώς μπορεί να σε λείωσει σαν κερί αλλά  ποτέ δεν θα σβήσει, στα μάτια που το ψάχνουν.  
(Οπως δημοσιεύθηκε στην εφ. ¨Ορθοδοξη αλήθεια" ) 

Δεν υπάρχουν σχόλια: