Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Ο ναύτης Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά






Στα 1600 η Ζαγορά (η χώρα πίσω από το βουνό στα σλάβικα)  ήταν ένα μέρος πλούσιο στο Πήλιο.  Τα μεταξωτά γινόταν ανάρπαστα στη Βενετιά. Τα υφαντά αγοράζονταν στις μεγάλες αγορές της Πόλης.    Οι αργαλειοί δούλευαν όλη τη μέρα. Κάθε σπίτι είχε κι από ένα εργαστήριο. Στην αρχή  για την μεταφορά νοικιάζαν καράβια από τη Σάμο για να πηγαίνουν τα εμπορεύματα. Αλλά ξανοίχτηκαν. Και φτιάξαν αυτοί στόλο. Σαν πήγαινες στην παραλία του Χορευτού (έτσι το λέγαν το λιμάνι τους) θάβλεπες περάματα, τρεχαντήρια, βαρκαλάδες  και καραβόσκαρα. Ο τόπος άγριος πολύ. Σαν σηκώνονταν κύματα στο Χορευτό όχι για  σκάφη αλλά ούτε άνθρωπος δεν μπορούσε να πλησιάσει. Θεριό η θάλασσα ευλογούσε και κατάπινε. 


Σε αυτό το χωρίο ψηλά στα δέντρα, στην Ζαγορά Σωτήρα όπως την έλεγαν τότε  στις μηλιές γεννηθηκε ο Τριαντάφυλλος.  Θα έπαιζε στα καλντερίμια τριγύρω στην πλατεία. Θα  του φώναζε η μάνα του – αν είχε- να ντύνεται όταν φυσούσε ο βοριάς από τη Θεσσαλονίκη.  Θα  πήγαινε στον Αη Γιωργη και στην Αγία Παρασκευή. Σίγουρα θα βρέθηκε στον Αη Νικόλα στο Χορευτό. Γυρνούσαν τα ζαγοριανά καράβια το καλοκαίρι και γέμιζε η εκκλησιά τίγκα μαλάματα και χρυσά, τα τάματα των ανθρώπων που τσακίζονταν στη θάλασσα και είχαν άγκυρα αυτόν τον Αη Νικόλα να τον κρατούν από το χέρι όταν ο θάνατος τους  έβρεχε με αλμύρα.


Το αύριο του μικρού Τριαντάφυλλου ξεδιπλώνονταν στα μάτια του. Ειχε μεγάλα όνειρα αυτό το παιδί. Από μικρός  ξεχώριζε στη ναυτοσύνη. Τον  είχαν εμπιστοσύνη. Δεν ήταν εύκολο. Στα  μεγάλα ταξίδια συνήθως τρείς  πήγαιναν. Ο καπετάνιος, ο μηχανικός και ο ναύτης.  Ο ναύτης θα πρέπει να ήταν άξιος να κάνει όλες τις δουλειές.  Ο ένας κρέμονταν από τον άλλον. 


Ο Τριαντάφυλλος  έφτασε  17 χρονών.  «Θέλεις να ταξιδέψεις Κωνσταντινούπολη. Είχε κοιμηθεί πολλές φορές με τις ιστορίες που άκουγε για αυτή. Η αγιά Σοφιά, το πατριαρχείο, κι ο μαρμαρωμένος βασιλιάς πηγαινόερχονταν στα ονειρά  του. Αν ήθελε, λέει.


Το ταξίδι ήταν σκληρό. Δυο τρείς φορές βρήκαν καιρό και πήγε να μπατάρει το καράβι. Φτάσανε λιμάνι μια μέρα του Αυγούστου. Ελαμπε η βασιλεύουσα. Βγήκε ο μικρός,  ο Τριαντάφυλλος και έτρεχε μια να φτάσει στην Αγια Σοφιά, μια στο Πατριάρχειο. Ηθελε να πάει Μπαλουκλί. Δεν ήξερε. Αρχισε να ρωτάει. Κάτι του λέγαν δεν καταλάβαινε. Του δείξαν έναν δρόμο μέσα από τα στενά. Ετρεχε. Σε μια στροφή βλέπει κάτι παλληκάρια. Του μιλάνε τούρκικα. Δεν ξέρει τι να πει. Μπαλουκλί τους λέει. Γελάγανε. Κάτι κατάλαβε ότι ρωτήσανε αν είναι μουσουλμάνος,  γιατί έχουν σε μεγάλη υπόληψη την Παναγία. Όχι τους είπε. Κάτι λέγανε αυτοί. Δεν καταλάβαινε. Πήγε να τους σπρώξει να περάσει. Τείχος αυτοί. Βάλαν τις φωνές, ήρθαν οι ζαπίτες και τον πιάσανε. Πέρασε μια βραδιά στην φυλακή, στα γόνατα. Αη Νικόλα δεν μπατάραμε στη θάλασσα, μπατάραμε στην στεριά. Βοήθησέ με. 


Την άλλη μέρα τον σήκωσαν νωρίς. Τον πήγανε στον δικαστή. Του είπανε ότι είχε πει  χθες ότι ήθελε να γίνει μουσουλμάνος και μετά το πήρε πίσω. Το αρνήθηκε. Πετάχτηκε ένας δίπλα στον δικαστή που μιλούσε ελληνικά. «Του λέει Τριαντάφυλλε έλληνας είμαι. Είσαι δεκαεπτά χρονών. Έχεις τη ζωή μπροστά σου. Παράτα τα όλα κι έλα  μαζί μας. Τι θέλεις λεφτά; Δόξα; Εξέλιξη; Μόνο σε μας. Τι θα πάς να κάνεις στη Ζαγορά. Ναύτης καμιά δεκαριά χρόνια και μετά μπορεί να γίνεις καπετάνιος. Λεφτά δεν έχεις. Είναι ευκαιρία σου λέω» Να το σκεφτεί ζήτησε ο Τριαντάφυλλος.

Στη φυλακή οι ώρες δεν περνούσαν. Σκέφτονταν τη μάννα του, τον πατέρα του τον Αη Γιώργη την εκκλησία που μεγάλωσε. « Πώς να τα αφήσω όλα αυτά, στα καλά καθούμενα» είπε. «Κι αν πω ότι είμαι μουσουλμάνος τι γίνεται; Δεν μπορώ να παραμείνω χριστιανός; Όπως έκαναν πολλοί και γλύτωσαν και γνώρισα δόξα και τιμές.» Τι να κάνει δεν ήξερε. Κατά τα χαράματα είδε ένα φως να μπαίνει στο κελί του. Νόμισε ότι ήρθαν να τον πάρουν. Και τότε τον είδε. Πως έλεγε ο παπα  Γιώργης στο χωριό του. Τον «γλυκήτατον Ιησούν». « Τι να κάνω Κύριε;» Όταν   άνοιξε τα μάτια του δεν είχε ακόμα ξημερώσει. Ονειρο ήταν;  Ούτε αυτός ήξερε. Ότι και να ήταν ένοιωθε στην καρδιά του όπως τότε που σε ένα στενό στην Περαχώρα είδε την Χαρίκλεια κόρη του ψάλτη του κυρ. Γιάννη. Από τότε την ώρα που περνούσε από το στενό ένοιωθε μια ζάλη μια προσμονή. Τέτοια προσμονή ένοιωθε εκείνη τη μέρα.


Ξαναπήγε στον καδή. Του έλεγαν διάφορα. Δεν άκουγε. Τρελαθήκανε. Ουρλιάζανε στα ελληνικά και στα τούρκικα.  Αυτός δεν φοβότανε.  Τον πήγανε σε μια πλατεία και ήταν κάτω κόσμος πολύς. Τον ανεβάσανε σε μέρος ψηλό και του βάλλαν το κεφαλάκι του σε μια θηλειά. Δεν φοβότανε ένοιωθε στα στήθια του μια προσμονή  τόσο μεγάλη που εκείνη  που ένοιωσε για την  Χαρίκλεια του φαίνονταν τώρα πια αστεία.

Κοίταξε από ψηλά τον κόσμο αλλά το μάτι του σταμάτησε στην θάλασσα. Αυτή η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος. Ενοιωσε πίεση στο λαιμό και μετά μαύρο. Ήταν μόνο 17 χρονών παιδί. Στα χρόνια μας τα  παιδιά στην ηλικία του θα τελείωναν την Δευτέρα λυκείου και θα πήγαιναν στην Τρίτη. Κι αυτός ένα παιδί να κρέμεται απέναντι από τον Βόσπορο, μάρτυρας εις τον αιώνα της πραγματικής ζωής.


Τριαντάφυλλος ωράθη ρόδον νέον

Ερυθροβαφεν τη ροη των αιμάτων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: