Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ







Τα βράδια έχει κίνηση στα όνειρα
Τραγουδάει πάλι ο Φίλιππος μου λέει Βασίλης.
Ο Φίλιππος δεν είναι εδώ του θύμισα ούτε και συ.
Σήμερα  δεν έχει τραγούδι πρόσχημα είναι,  όλα  εμπόριο
όλα προς πώληση. Τίποτα.  Ο  ήλιος μόνο δωρεάν κι ο θάνατος
Όμως κάθισα κι  είδα σαν μανταρίνι τον ουρανό να ανοίγει Θεοφάνεια, μου το λεγε η μάννα παραμονή το βράδυ κι έμενα άγρυπνος για να κοιτάω τον ουρανό, και δεν το πίστευα και μόνο όταν έσταξε πάνω μου η ώρα σαν λεμόνι το θυμήθηκα.
Κι ήρθαν μετά με τις κιθάρες και μου λέγανε
ότι το μικρό μπακάλικο του κυρ Νίκου δεν είναι πια εδώ
μόνον τα βαρέλια μένουν και κατρακυλούν στα όνειρα.
Το απόγευμα φέρνουν τα πεθαμένα παιδιά 
στο κοιμητήριο και παίζουν
τα παλιά παιγνίδια κρυφτό ξέρεις, 
κυνηγητό και καουμπόηδες και ινδιάνοι
που ούτε που ήξερες ποιος είναι ο καλός και ποιος όχι, 
όλοι καλοί ήμασταν
Τα βράδια γυρνούσαμε σιγά μην μας ακούσουν οι μανάδες.

Μανία έχεις μου λέει να μιλάς για πεθαμένα πράγματα
Τι να σου πω, του λέω, κι οι ζωντανοί σαν πεθαμένοι είναι
Αγέλαστοι, άχρωμοι και τίποτα πια δεν θέλουν, 
"επιβιώσαντες" που έλεγε ο Λαλιώτης.
Ενώ στον ύπνο είδα τον πατέρα και μου είπε να τον πάω παραλία.
Θέλει ακόμα πεθυμάει σαράντα χρόνια πεθαμένος
και γω κοντεύω συνομήλικος του πια, και ενίοτε βαριέμαι.
Ίσως φταίνε τα ποιήματα, μου είπε.
Τα ποιήματα, του λέω, τα κάνουν άνθρωποι
οταν οι λέξεις πιέζουν μέσα τους για να  μη τρελαθούν, γράφουν.
Σήμερα όμως άλλαξε κι αυτό,  γράφουν ως νεύρωση,
τον θυμάσαι τον κυρ Γιάννη
τον δάσκαλο που έτρωγε τη βέργα με τα δόντια του;
Νεύρωση  έχει γίνει η ποίηση, το γράψιμο
οι σπουδές, η λογοτεχνία όλα και η ίδια η ζωή δεν είναι πια ζωή αλλά νεύρωση είναι  εμμονή, επανάληψη.
Δεν μου είπε τίποτα, τον είδα που χάθηκε μέσα στο πλήθος
Πήγαινε κι αυτός στις εκλογές σαν κοιμισμένος

Αμ δε. Θα γυρίσω εγώ στους ωραίους νεκρούς μου
με αυτούς που μιλάω στα ράφια τους τα βράδια
Θα περιμένω μια καινούργια έκδοση φωνηέντων
που θα κρύβει τους καπνούς από  τη μαθητική κοπάνα.
Δεν θα τους πω τίποτα.
Δεν θα τους πω  ότι τον σταυρό 
μας έβαλε κάποιος άλλος στον ώμο.
 Εμείς τον πήραμε, θα τους πω,   
όπως και τα όνειρα και τη ζωή μας, 
δεν μου αρέσουν πια τα ψέματα
Και τα πεθαμένα παιδιά στο κοιμητήριο που όλο γράφουν καινούργιες εκδοχές ονείρων, 
όλο το βράδυ θα μυρίζουν πεύκο και γλυκάνισο.
 «το χρέος το δικό μας έγινε δικό σας» και το παιγνίδι;
«δικό σας το παιγνίδι και το γέλιο»
Ω θα σας βρίσκω μετά τα μεσάνυχτα τότε που χτυπάνε μηδέν οι ίσκιοι των βουνών.
Ω θα βρισκόμαστε
να τραγουδάμε παλιές ανάσες που έχουν μέσα τους μεγάλα δύσβατα βουνά
Και άλλα πολλά, ωραία καλοκαίρια.