Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΧΜΕΤ - Ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ




 



Τον είπανε Αχμέτ.  Το όνομα της πόλης που γεννήθηκε ήταν Χιλμάντ  στο Αφγανιστάν.  Τα μισά του χρόνια πέρασαν μέσα στην πείνα, στο φόβο και στο θάνατο.  “Φύγε” του είπε η μάνα “να σωθείς τουλάχιστον εσύ, φύγε”. Αφησε πίσω του τρείς αδελφές κι ένα μικρό αδερφο και τα παιδικά του χρόνια. Τον πήρε ένα αγροτικό και τον ξεφόρτωσε στο Πακιστάν. Είχε κάτι φίλους, εκεί . Τον έρριξαν, όμως. Εφυγε και πήγε  στο Ιραν βρήκε δουλειά και έμεινε εκεί πέντε χρόνια. Να μαζέψει λεφτά,  να φτάσει στην Ελλάδα, Γιουνανιστάν όπως το είχε μάθει.  Λεφτά δεν μάψεψε πολλά όχι όσα χρειάζονταν οι “αρμόδιοι” κι έφυγε πάλι κι έφτασε στην Τουρκία. Για δυομιση μήνες δούλευε για εναν Αφγανό. Τα λεφτά όμως δεν έφταναν. Ενοίκιο σε ένα υπόγειο, φαγητό μια φορά την μέρα που να μαζευτούν; Μια μέρα το αποφάσισε μαζί με ένα φίλο. Πήραν λεοφωρείο και φτάσαν στο Αιβαλί. Απέναντι ξεχωρίζαν τα βουνά της Μυτιλήνης. Με τα λίγα που είχαν αγόρασαν μια βάρκα φουσκωτπή από αυτές που παίζουν τα παιδιά στις παραλίες. Ενα απόγευμα την έρριξαν μέσα. Ο Αχμέτ δεν ήξερε ούτε μπάνιο. Τους  πήρε μια ώρα να μάθουν πως πηγαίνει η βάρκα. Το βράδι τους βρήκε στο πέλαγος. Σηκώνονταν τα κύματα ίσαμε ένα σπίτι βλέπαν τα φώτα της Μυτιλήνης και βυθίζοντα στο μαύρο βυθό. Δέκα ώρες πάλευαν με τα κύματα. Οταν έφτασαν, κρύφτηκαν.


Βγήκανε το απόγευμα απο την κρυψώνα πεινασμένοι. Αλλά δεν ήθελαν φαγητό, εισιτήρια ήθελαν να φτάσουν στο λιμάνι. Βρήκανε μια ηλικιωμένη στο δρόμο. Πως να μιλήσουνε; Ομως αυτή κατάλαβε γιατί η γλώσσα της καρδιάς δεν έχει λέξεις. Πήγε αυτή και τους έβγαλε εισιτήρια για το λιμάνι. Μετά κατάλαβαν πως τα λεφτά που έδωσε για το εισιτήριο τα είχε για να αγοράσει δωμί. Ψωμί δεν πήρε εισιτήρια πήρε  για  δυο άγνωστούς ανθρώπους ρουφηγμένους απο την αλμύρα και την πείνα. Στο καράβι όμως τους έπιασαν και τους πήγαν στο Κέντρο για τους μετανάστες. 


Στιβάχτηκε με άλλους μαζί, περιμένοντας. Κάθησε  τρείς μήνες και ενα πρωί τους άφησαν. Του έδωσαν  ένα χαρτί για εξι μήνες να κυκλοφορεί στην Ελλάδα. Αλλά λεφτά για εισιτήριο δεν είχε.  Στο δρόμο πάλι βρήκε  μια γυναίκα που τους βοηθούσε στο κέντρο και με νοήματα ζήτησαν χρήματα.  Αυτή δεν είχε. Μετά απο λίγο ήρθε ένας παπάς  ψηλός, τεράστιος παπά-Στρατή τον έλεγαν τους χαμογέλασε και τους έδωσε εισιτήριο. Κράτησε αυτό το χαμόγελο  οπως κρατάς την εικόνα των αγίων που σταθήκαν μαζί σου  στο πόνο.  


Στην Αθήνα έμεινε μαζί με άλλους 15 σε ένα μικρό δωμάτιο.  Δουλειές του ποδαριού και πείνα. Ενα απόγευμα είδε μια ταινία για τον Χριστό. Αναψε κάτι στην καρδιά του. . Τον ήξερε το Χριστό απο το Κοράνι αλλά  τώρα Τον  αισθανόνταν κοντά του του γιατί κι Αυτός  περπάτησε σαν ξένος και πόνεσε σαν ξένος αυτού του κόσμου. 


Βρήκε δουλειά  σε μια επιχείρηση. Δούλεψε 7 χρόνια. Παρέες δεν είχε. Η μόνη διασκέδαση να κάθεται στην αυλή  μιας εκκλησίας.  Δεν έμπαινε μέσα μην φοβηθούν οι άνθρωποι. Του έφτανε να είναι κοντά να ακούει και η καρδιά του να κλαίει μαζί και να χαίρεται. Η δουλειά όμως τελείωσε, τον διώξανε. Βρήκε μια άλλη αλλά μακριά από την  Αθηνα στην Γλυφα εκεί που ξεκινάν τα φέρυ για Εύβοια. Δούλεψε εκεί τρεις μήνες σε έναν καλό άνθρωπο που του έλεγε ιστορίες για τον Χριστό και του άρεζε. Οταν έφυγε του είπε  «δεν ξέρω πολλά αλλά αυτό που ξέρω είναι οτι άμα ζητήσεις κάτι  απο το Χριστό θα σου το δώσει. Ζήτα του”


Φεύγει και φτάνει Βόλο. Η περιουσία του όλη  130 ευρώ. Επρεπε αν βρει ένα σπίτι.  Βρίσκει ένα  με λίγα χρήματα. Ο ιδιοκτήτης τον συμπάθησε. “Κράτα του λέει τα λεφτά, άμα βρεις δουλειά μου δίνεις”.  Πήγαινε πάλι στην αυλή του Αη Νικόλα και καθόταν. Μια μέρα  πήρε τηλέφωνο στον Μητροπολιτικό ναό του Βόλου . “Θέλω να μάθω” “ελα απο δω παλληκάρι μου” του είπε ο π. Βασίλειος. Ετρεξε δεν περπάτησε. Ηταν Κυριακή των Βαιών και η εκκλησία είχει μέσα δάφνες σαν να τον περίμενε. Μίλησαν ώρα.    Μετά απο λίγο μπαίνει στο ναό ο π. Ραφαήλ  που είχε αγάπη στη Γραφή. Πήγε σπίτι και βρήκε μια  στα Πέρσικα, που ήξερε ο Αχμέτ. 


Αυτός διάβαζε και ο π. Βασίλειος του μιλούσε.Αυτό ειναι κατήχηση του είπαν αυτός δεν ήξερε απο όρους  μονάχα για Αυτόν ήθελε να ακούει όπως κι αν το λέγαν.  Ενα μεσημέρι κοιτούσε τη θάλασσα και η σκέψη του ήταν σ’ Αυτόν. Και είδε ένα φώς λαμπρότερο του ήλιου να πέφτει στην θάλασσα και στα κυνηγημένα  του μάτια και να κάνει τη ζωή του ολόλευκη. Ούτε και τώρα δεν γνωρίζει πόσο κάθησε μέσα σε αυτό το φώς. Οταν «βγήκε» είχε βραδιάσει. 


Μετά από λίγες μέρες οταν βαφτίστηκε Χριστιανός στο κελί του Μαρουδά που είναι κοντά στις Καρυές στο Αγιο Ορος  πήρε το όνομα Αλέξανδρος για να θυμάται για πάντα  τον άγιο Αλέξανδρο τον Δερβίση  που στα 1474 άφησε τη ζωή του στα χέρια του Χριστού μαρτυρώντας οτι  το αναστάσιμο φώς μπορεί να σε λείωσει σαν κερί αλλά  ποτέ δεν θα σβήσει, στα μάτια που το ψάχνουν.  
(Οπως δημοσιεύθηκε στην εφ. ¨Ορθοδοξη αλήθεια" ) 

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

π. Ιωάννης, ο φίλος του Χριστού






Τι είναι η θρησκεία; Ρώτησε. Του απάντησε «Ο Θεός οπως τον αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος ». Ο Χριστιανισμός; «Ο Χριστός δεν έκανε θρησκεία  αλλά αποκάλυψε τον εαυτό του» «Αυτό συνέβηκε τότε» «Μην μπερδεύεσαι. Δεν υπάρχει  τότε μόνο σήμερα. Ο Χριστός είναι πάντα ο ίδιος στους αιώνες «Μα αυτό δεν γίνεται, σήμερα» «Κι όμως...

Το Μαυρομάτι που γεννήθηκε ο μικρός Σεραφειμ είναι στα πόδια των Αγράφων. Αν κοιτάξεις ανατολικά θα δεις κάμπο αν κοιτάξεις δυτικά θα δείς βουνό. Ετσι οι  άνθρωποι εκεί μαθαίνουν να επιλέγουν.  Την κορυφή η την καθημερίνη σιγουριά.  Τον μικρό Σεραφειμ τον διάλεξε η κορυφή κι αυτός αντποκρίθηκε. Και ο Θεός του έθεσε ένα πρόβλημα. Την τύφλωση.   Απο μικρός αναζητούσε λίγο φως. Κι οτι ζητάς απο τον Θεό δεν σου δίνει μόνο λίγο αλλά πολύ.

Μια μέρα είχαν πάει οι δικοί του στην Παναγία την Σπηλιώτισσα. Στα χρόνια εκείνα, που οι άνθρωποι πίστευαν η Παναγιά αυτή ηταν θαυματουργή και οι άνθρωποι του κάμπου πήγαιναν προσκύνημα. Περπάτημα δηλαδή μερόνυκτα ολόκληρα για να φτάσουν στο πανηγύρι της και να καθίσουν το βράδυ ολόκληρο στην αγκαλιά της.  Ο Σεραφείμ ζήτησε να σταθεί κοντά στην εικόνα. «Μια χαραμάδα φώς Παναγία μου να δώ και αν γίνει θα γίνω σκουπιδιάρης σου. » Και τότε ένα φως σαν αστραπή πήρε το σκοτάδι του και είδε.  Και βρήκε πρόσωπα, ουρανό, βουνά κι ορίζοντα  μεγάλο. Αλλά κυρίως αυτό που βρήκε ηταν το φώς του Θεού που  ήρθε πάνω του σαν αεράκι λεπτό κι ανάσσα.

Πήγε στους πατέρες στα Μετέωρα. «Θέλω να γίνω μοναχός» «Είσαι μικρός του είπαν, περίμενε»  Ταξίδεψε στην  Πάρο για να συναντήσει τον π. Φιλόθεο Ζερβάκο. Κάθισε μαζί του κλέβοντας μνήμες από τον Αγιο Νεκτάριο.  Μοναχός έγινε στα Μετέωρα. Του δόθηκε το όνομα Ιωάννης  που στα εβραϊκά σημαίνει «Δώρο Θεού». Τι γύρευε όμως στο μοναστήρι; Εψαχνε να βρει τον τρόπο ώστε το φως που ένοιωσε μπροστά στην Παναγιά να έρθει και να μείνει για πάντα μέσα του.  Για να το βρεις χρειάζεται άθληση και η άθληση του Χριστού έχει πολύ σταυρό πάνω της. Το ήξερε.   Λίγα χρόνια μετά ήρθε το μελάνωμα στο μάτι. Εξι μήνες ζωής του έδωσαν οι γιατροί. Εφυγε για την Αμερική που ήταν ο αδελφός του. Ενοιωθε δίπλα του τον Αγ. Νεκτάριο να τον κρατάει απο το χέρι. Δεν πέθανε. Ομως το μάτι το ένα χάθηκε πια. Γύρισε κουρέλι απο τις χημιοθεραπείες. 

Με τον Αγιο Παϊσιο είχαν γνωριστεί μέσω του π. Φιλοθέου. Στο Ορος πήγαινε συχνά για να τον βλέπει. «Εχεις δρόμο ακόμα Ιώαννη» του είπε. Μετά απο λίγους μήνες ήρθε το  οστεοσάρκωμα. Πάλι Αμερική  και εγχειρήσεις  βγήκε κι απο κει ζωντανός. Γυρισε πάλι  στα Μετέωρα. Πολλά χρονια ησυχίας δεν γνώρισε γιατί απο τις χημιοθεραπείες ήρθε το ζάχαρο, η μερική τύφλωση του άλλου ματιού, θυροειδή και τα προβλήματα στην καρδιά.  Ο π. Παίσιος είχε δίκαιο το ταξίδι ήταν μεγάλο. 

Πρέπει να ήταν αρχές του 2000 οταν πήγε εκδρομή με τους πατέρες στην «Χρυσίνου». Πέτρες πεταμένες το μοναστήρι που χτίσθηκε το 1300 και γνώρισε ακμή και προσευχές και δάκρυα και εμφανίσεις του Θεού και της Παναγίας της προστάτιδας.  «Θα μείνω εδώ» τους λέει «Αν μείνεις εδώ θα πεθάνεις « του είπε ο επίσκοπος. « Τίποτα δεν υπάρχει εδώ παρά αρκούδες» Βήκαν έξω απο την εκκλησιά να προσευχηθούν και ακούν απο μέσα απο το ναό ψαλμωδίες και ύμνους και φωνές μελωδικές.  Δεν σηκώνονταν απο το χώμα. «Κάτσε « του είπαν « η χάρη της  Παναγίας  θα  σε σκεπάζει.» 

Εφτιαξε κάτι σαν σπίτι. Πήρε τηλέφωνο τα αδέλφια του,  που τότε είχαν χρήματα. «Αν παντρευόμουνα τους είπε δεν θα μου δίνατε χρήματα; Δώστε τα τώρα» Του έδωσαν οτι μπορούσαν. Αρχισε να φτιάχνει το μοναστήρι. Πέντε χρόνια έφτιαχνε την εκκλησιά. Την στερέωσε, την διέσωσε. Το χειμώνα όμως ερχόνταν αρκούδες και με το μισό μάτι  και τις αρώστιες είχε φόβο. Πήρε την απόφαση πούλησε ότι είχε από  τους γονείς του έφτιαξε την μάνδρα. Κι αργότερα τα κελιά. Λίγα έδωσε ο κόσμος. τα περισσότερα αυτός. Τα κατάφερε. Το μοναστήρι ήταν έτοιμο.

Πήγα μια μέρα του Οκτώβρη πριν απο πολλά χρόνια,  πρίν γίνει η μάντρα. Ηταν μια καθημερινή μέρα βροχερή. Κρύο και ομίχλη. Δεν περίμενα να βρω κανένα. Οταν έφτασα στο μοναστήρι είδα απέξω μια σειρά πανάκριβα αυτοκίνητα. Τον γνώρισα μετα και μου είπε «έρχονται οι άνθρωποι κουρασμένοι με πολλά προβλήμα και ζητούν έναν λόγο, ενα χέρι να τους κρατήσει τηνώρα που πέφτουν αυτοί η το παιδί τους». Ειδα  έναν που έρχονταν με δάκρυα στα μάτια. Τον έπιασε απο τον ώμο. Κάθησε λίγο μαζί του και μιλήσανε. Μετά ο π. Ιωάννης πήρε  τον  μικρό σταυρό που είχε στο λαιμό του και τον σταύρωσε. «Ειναι ο σταυρός του Αγ. Παισίου» μου είπε μετά «μου τον έδωσε λίγο πριν πεθάνει Δεν είπε τίποτα μόνο τον σταυρό  μου έδωσε και μου χάιδενε με τρυφερότητα το χέρι.

Εφυγα βράδυ απο την Χρυσίνου. Τα σύννεφα ειχαν σκεπάσει το μοναστήρι και τον π. Ιώαννη, όπως το χέρι του Θεού σκεπάζει την μικρή ζωή μας με τους πόνους και τις δυσκολίες. Το ίδιο και οι εκατοντάδες που τον επισκέπτονται πλέον καθε μέρα για να μάθουν πως είναι να σε σκεπάζει η  χάρη του Θεού και η αγάπη του για να μπορέσουν να αντέξουν μια ζωή που κάθε μέρα γίνεται και δυσκολότερη.

(έτσι όπως δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη αλήθεια")

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

Ο ναύτης Τριαντάφυλλος από τη Ζαγορά






Στα 1600 η Ζαγορά (η χώρα πίσω από το βουνό στα σλάβικα)  ήταν ένα μέρος πλούσιο στο Πήλιο.  Τα μεταξωτά γινόταν ανάρπαστα στη Βενετιά. Τα υφαντά αγοράζονταν στις μεγάλες αγορές της Πόλης.    Οι αργαλειοί δούλευαν όλη τη μέρα. Κάθε σπίτι είχε κι από ένα εργαστήριο. Στην αρχή  για την μεταφορά νοικιάζαν καράβια από τη Σάμο για να πηγαίνουν τα εμπορεύματα. Αλλά ξανοίχτηκαν. Και φτιάξαν αυτοί στόλο. Σαν πήγαινες στην παραλία του Χορευτού (έτσι το λέγαν το λιμάνι τους) θάβλεπες περάματα, τρεχαντήρια, βαρκαλάδες  και καραβόσκαρα. Ο τόπος άγριος πολύ. Σαν σηκώνονταν κύματα στο Χορευτό όχι για  σκάφη αλλά ούτε άνθρωπος δεν μπορούσε να πλησιάσει. Θεριό η θάλασσα ευλογούσε και κατάπινε. 


Σε αυτό το χωρίο ψηλά στα δέντρα, στην Ζαγορά Σωτήρα όπως την έλεγαν τότε  στις μηλιές γεννηθηκε ο Τριαντάφυλλος.  Θα έπαιζε στα καλντερίμια τριγύρω στην πλατεία. Θα  του φώναζε η μάνα του – αν είχε- να ντύνεται όταν φυσούσε ο βοριάς από τη Θεσσαλονίκη.  Θα  πήγαινε στον Αη Γιωργη και στην Αγία Παρασκευή. Σίγουρα θα βρέθηκε στον Αη Νικόλα στο Χορευτό. Γυρνούσαν τα ζαγοριανά καράβια το καλοκαίρι και γέμιζε η εκκλησιά τίγκα μαλάματα και χρυσά, τα τάματα των ανθρώπων που τσακίζονταν στη θάλασσα και είχαν άγκυρα αυτόν τον Αη Νικόλα να τον κρατούν από το χέρι όταν ο θάνατος τους  έβρεχε με αλμύρα.


Το αύριο του μικρού Τριαντάφυλλου ξεδιπλώνονταν στα μάτια του. Ειχε μεγάλα όνειρα αυτό το παιδί. Από μικρός  ξεχώριζε στη ναυτοσύνη. Τον  είχαν εμπιστοσύνη. Δεν ήταν εύκολο. Στα  μεγάλα ταξίδια συνήθως τρείς  πήγαιναν. Ο καπετάνιος, ο μηχανικός και ο ναύτης.  Ο ναύτης θα πρέπει να ήταν άξιος να κάνει όλες τις δουλειές.  Ο ένας κρέμονταν από τον άλλον. 


Ο Τριαντάφυλλος  έφτασε  17 χρονών.  «Θέλεις να ταξιδέψεις Κωνσταντινούπολη. Είχε κοιμηθεί πολλές φορές με τις ιστορίες που άκουγε για αυτή. Η αγιά Σοφιά, το πατριαρχείο, κι ο μαρμαρωμένος βασιλιάς πηγαινόερχονταν στα ονειρά  του. Αν ήθελε, λέει.


Το ταξίδι ήταν σκληρό. Δυο τρείς φορές βρήκαν καιρό και πήγε να μπατάρει το καράβι. Φτάσανε λιμάνι μια μέρα του Αυγούστου. Ελαμπε η βασιλεύουσα. Βγήκε ο μικρός,  ο Τριαντάφυλλος και έτρεχε μια να φτάσει στην Αγια Σοφιά, μια στο Πατριάρχειο. Ηθελε να πάει Μπαλουκλί. Δεν ήξερε. Αρχισε να ρωτάει. Κάτι του λέγαν δεν καταλάβαινε. Του δείξαν έναν δρόμο μέσα από τα στενά. Ετρεχε. Σε μια στροφή βλέπει κάτι παλληκάρια. Του μιλάνε τούρκικα. Δεν ξέρει τι να πει. Μπαλουκλί τους λέει. Γελάγανε. Κάτι κατάλαβε ότι ρωτήσανε αν είναι μουσουλμάνος,  γιατί έχουν σε μεγάλη υπόληψη την Παναγία. Όχι τους είπε. Κάτι λέγανε αυτοί. Δεν καταλάβαινε. Πήγε να τους σπρώξει να περάσει. Τείχος αυτοί. Βάλαν τις φωνές, ήρθαν οι ζαπίτες και τον πιάσανε. Πέρασε μια βραδιά στην φυλακή, στα γόνατα. Αη Νικόλα δεν μπατάραμε στη θάλασσα, μπατάραμε στην στεριά. Βοήθησέ με. 


Την άλλη μέρα τον σήκωσαν νωρίς. Τον πήγανε στον δικαστή. Του είπανε ότι είχε πει  χθες ότι ήθελε να γίνει μουσουλμάνος και μετά το πήρε πίσω. Το αρνήθηκε. Πετάχτηκε ένας δίπλα στον δικαστή που μιλούσε ελληνικά. «Του λέει Τριαντάφυλλε έλληνας είμαι. Είσαι δεκαεπτά χρονών. Έχεις τη ζωή μπροστά σου. Παράτα τα όλα κι έλα  μαζί μας. Τι θέλεις λεφτά; Δόξα; Εξέλιξη; Μόνο σε μας. Τι θα πάς να κάνεις στη Ζαγορά. Ναύτης καμιά δεκαριά χρόνια και μετά μπορεί να γίνεις καπετάνιος. Λεφτά δεν έχεις. Είναι ευκαιρία σου λέω» Να το σκεφτεί ζήτησε ο Τριαντάφυλλος.

Στη φυλακή οι ώρες δεν περνούσαν. Σκέφτονταν τη μάννα του, τον πατέρα του τον Αη Γιώργη την εκκλησία που μεγάλωσε. « Πώς να τα αφήσω όλα αυτά, στα καλά καθούμενα» είπε. «Κι αν πω ότι είμαι μουσουλμάνος τι γίνεται; Δεν μπορώ να παραμείνω χριστιανός; Όπως έκαναν πολλοί και γλύτωσαν και γνώρισα δόξα και τιμές.» Τι να κάνει δεν ήξερε. Κατά τα χαράματα είδε ένα φως να μπαίνει στο κελί του. Νόμισε ότι ήρθαν να τον πάρουν. Και τότε τον είδε. Πως έλεγε ο παπα  Γιώργης στο χωριό του. Τον «γλυκήτατον Ιησούν». « Τι να κάνω Κύριε;» Όταν   άνοιξε τα μάτια του δεν είχε ακόμα ξημερώσει. Ονειρο ήταν;  Ούτε αυτός ήξερε. Ότι και να ήταν ένοιωθε στην καρδιά του όπως τότε που σε ένα στενό στην Περαχώρα είδε την Χαρίκλεια κόρη του ψάλτη του κυρ. Γιάννη. Από τότε την ώρα που περνούσε από το στενό ένοιωθε μια ζάλη μια προσμονή. Τέτοια προσμονή ένοιωθε εκείνη τη μέρα.


Ξαναπήγε στον καδή. Του έλεγαν διάφορα. Δεν άκουγε. Τρελαθήκανε. Ουρλιάζανε στα ελληνικά και στα τούρκικα.  Αυτός δεν φοβότανε.  Τον πήγανε σε μια πλατεία και ήταν κάτω κόσμος πολύς. Τον ανεβάσανε σε μέρος ψηλό και του βάλλαν το κεφαλάκι του σε μια θηλειά. Δεν φοβότανε ένοιωθε στα στήθια του μια προσμονή  τόσο μεγάλη που εκείνη  που ένοιωσε για την  Χαρίκλεια του φαίνονταν τώρα πια αστεία.

Κοίταξε από ψηλά τον κόσμο αλλά το μάτι του σταμάτησε στην θάλασσα. Αυτή η θάλασσα η μεγάλη και ευρύχωρος. Ενοιωσε πίεση στο λαιμό και μετά μαύρο. Ήταν μόνο 17 χρονών παιδί. Στα χρόνια μας τα  παιδιά στην ηλικία του θα τελείωναν την Δευτέρα λυκείου και θα πήγαιναν στην Τρίτη. Κι αυτός ένα παιδί να κρέμεται απέναντι από τον Βόσπορο, μάρτυρας εις τον αιώνα της πραγματικής ζωής.


Τριαντάφυλλος ωράθη ρόδον νέον

Ερυθροβαφεν τη ροη των αιμάτων.

Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Το τραγούδι της Κασσιανής





Κύριε, η γυναίκα που έπεσε απο την χαρά της καρδιά Σου, μόλις ένοιωσε την απέραντη αγάπη σου, με μύρα βρήκε πάλι τον δρόμο, κλαίγοντας πριν απο την ταφή σου τα φέρνει και λέει..

Σε μένα, αλοίμονο, βρέχει μέσα μου νύκτα, ουρλιάζει ακολασία, νύχτα πηκτή χωρίς φεγγάρι, έρωτας του ναρκίσου.
Δέξου εσύ τα μάτια μου, τις πηγές των νερών, εσύ που απο τα σύννεφα συνάγεις το νερό της θάλασσας, λύγισε στους στεναγμούς της καρδιάς μου, εσύ που έκαμψες τον ουρανό και έγινες γη.

Θα φιλήσω τα αμόλυντα πόδια σου . Θα σκουπίσω με τις μπούκλες των μαλιών μου. Αυτά τα πόδια που άκουσε η Ευα εκείνο το δειλινό στον Παράδεισο και από φόβο κρύφτηκε.

Το λάθος όλο της ζωής μου και της κρίσης σου την άβυσσο ποιος μπορεί να εξιχνιάσει;  Μη ξεχάσεις τη δούλη σου, Κύριε. Εσύ που έχεις το αμέτρητο έλεος.

(αποδοση Ν. Βαραλής)

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΝΩΤΗΣ - ΝΙΚΟΣ ΒΑΡΑΛΗΣ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 6 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΣΤΟΝ ΑΗ ΓΙΩΡΓΗ ΝΗΛΕΙΑΣ







Τον συνάντησα στην πλατεία Ανακασιάς 21 χρόνια πρίν, καλοκαίρι. Στο δρόμο ηταν,  οπως ήταν πάντα απο παιδί. Με μια κιθάρα στο χέρι κι ένα μυαλό γεμάτο νότες και λέξεις. Εψαχνε τρόπο για να παρουσιάσει την “Παραμυθία”. Πιο πάνω απο μας ήταν η Επισκοπή. Μια παλιά εκκλησία έδρα της επισκοπής Δημητριάδος το πάλαι πότε. Κι ολα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν. Και το βράδυ ανεβήκαμε. Ο Κώστας ήταν μόνος με την κιθάρα του. Δεν έπαιζε. Κοινωνούσε σε μας οράματα και θάματα ντυμένα μουσικές και λέξεις. Χάθηκα. Το ήξερα οτι ειχα παρευρεθεί όχι σε ένα θέαμα ή σε μια συναυλία αλλά σε μια μυσταγωγία. . Μετά βρισκόμαστε αριά και που μιλούσαμε για “υπόθεσες ψυχικές” και πάλι χανόμασταν. Η τριανταφυλιά όμως μεγάλωνε μέσα μου. Σε μια κουβέντα με τον Δημήτρη Προύσαλη μου είπε να προχωρήσω και να δοκιμάσω.
Και τώρα θα έχω την χαρά να συναντηθούμε 21 χρόνια μετά. Ο Κώστας Γανωτής  θα παίξει με την κιθάρα του, τραγούδια από εκείνη την παράσταση και θα προσφέρω το κείμενο  το κείμενο που μεγάλωσε και μεγάλωσα και γω μαζί του 21 χρόνια. Δεν ξέρω πως θα ονομαστεί αυτό αλλά νοιώθω σαν τον μαθητή που ο δάσκαλος του ζήτησε να πει τι κατάλαβε από αυτό που διάβασε. Κι επειδή ο δάσκαλος είναι η βασίλισσα τριανταφυλιά αυτού του μυστικού κήπου ελπίζω στην επιείκια της  για τον κακό μαθητή που χάνεται μέσα στα κείμενα. Η πρόσκληση βέβαια ειναι ανοικτή σε όλους γιατί όλοι μαθητεύουμε σε έναν παράξενο κόσμο που προσπαθούμε τουλάχιστον να κατανοήσουμε. 

Αφηγηση Νίκος Βαραλής

Αφορμή αφήγησης: Ευδαίμων Κοντοθώρης η Παραμυθία Τριανταφυλλιάς έργο του Κώστα Γανωτή.

Χρόνος Σαββατο 6 Αυγούστου

Ωρα 9.30 το βραδυ

Τόπος:Προαύλιο Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου (Παναγιά)

Τοποθεσία: Αγιος Γεώργιος Νηλείας, Μαγνησίας



Θα έχουμε την χαρά να είναι μαζί μας ο Κώστας Γανωτής που με την κιθάρα του θα παίξει τραγούδια που συνθέθηκαν και τραγουδήθηκαν από αυτόν στην πρώτη παράσταση 21 χρόνια πρίν

Ο Κώστας Γανωτής γεννήθηκε στη Νέα Αγχίαλο της Μαγνησίας. Το 1983 εμφανίζεται στη δισκογραφία και μέχρι το 1996 κυκλοφορεί 5 προσωπικούς δίσκους (Κατά τ΄άλλα καλά - Εθνος Εξαιρετικά - Γαλάζιο - Καραβάνια - Πακέτο) και συμμετέχει στις μουσικές παραστάσεις «Λεωφόρος Α’» «Λεωφόρος Β’» και «ΖΟΟΜ». Το 1994 παρουσιάζει στο Ανοιχτό Θέατρο, την μουσική παράσταση «Παραμυθία Τριανταφυλιάς» η οποία βασίζεται στο βιβλίο «Ευδαίμων Κοντοθώρης ή Παραμυθία της Τριανταφυλλιάς», το πρώτο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε το 1995 από τις Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Το 2004 συνθέτει το τραγούδι «Λάβετε Θέσεις – Έτοιμοι - Παύσατε πυρ» (απόσπασμα απο την Ωδή στον Υδροχόο του Τάκη Παπατσώνη ), με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 και την Ολυμπιακή εκεχειρία που παρουσιάσθηκε στην Ρωμαϊκή Αγορά τον Αύγουστο του 2004, με τη συμμετοχή των Δήμητρα Γαλάνη, Άλκηστη Πρωτοψάλτη, Πέμη Ζούνη, Κατερίνα θάνου, Μαρία Χούκλη. Στις 3 Δεκεμβρίου του 2005, Παγκόσμια Ημέρα Ανθρώπων με Αναπηρία, κυκλοφορεί με την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, το τραγούδι «Όχι δεν είναι χίμαιρα» (απόσπασμα από το ποίημα Αττικό του Άγγελου Σικελιανού), με ερμηνευτή τον Γιώργο Νταλάρα. Το 2009 κυκλοφορεί το δεύτερο του βιβλίο με τίτλο «Περιμένοντας τον Λάκη Ρα» από τις εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου. Την ίδια χρονιά ξεκίνησε την ΕκΠΟΙΗΣΗ 1 με την συνεργασία του Αλέξανδρου Παρασκευόπουλου και του Δημήτρη Μπαρμπαγάλα.