Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ KΟΜΠΑΝΙ







Έξι μήνες με τραβηγμένα μάτια κι ούτε νερό.  Προχθές τελείωσε το φαγητό κόψαμε κάτι φύλλα,  τα φάγαμε. Κι απ έξω περιμένουνε με τα δόντια του μίσους τροχισμένα για τα δικά μας χρόνια.   


Πριν μέρες πιάσανε την Μπεχάρ 22 χρονών τη σκότωσαν με τα δόντια τους. Τις άλλες έπεσε στα χέρια τους το παιδί  της Γκουλ του σκίσαν την κοιλιά και παίζανε στο χώμα με τα μάτια του κι είχε τόσο ωραία γαλάζια μάτια το κοριτσάκι της Γκιούλ.  Την Φερζέ τη βίαζαν όλη την νύκτα και το πρωί τις έκοψαν το κεφάλι με ένα μαχαίρι  της κουζίνας. Μαζέψαμε το κορμί της ακέφαλο και  είμαι σίγουρη ότι θα πονούσε ακόμη.


Είμαστε μόνες μας. Στη δύση περιμένουνε τον νικητή, να συμφωνήσουνε μαζί του για το ποιος θα πάρει το πετρέλαιο, την κατάρα αυτή της ερήμου. Στην Ανατολή γίναμε θέαμα και φέρνουν τουρίστες για να πουλήσουνε κουλούρια και παγωτά.  Στην Ευρώπη προσέχουν μόνο  τα χρηματιστήρια τους και τις τράπεζες,  δεν έχουν μάτια για τους ανθρώπους πια.  Γύρω  μας παντού Ευρώπη και Αμερική κι Ανατολή μας περιμένουν με τις κάμερες ανοιχτές για το υπερθέαμα του κόσμου που το μόνο διάλειμμα που ξέρει ειναι αυτών των διαφημίσεων.  Αλλά εδώ το αίμα είναι αληθινό, αληθινές είναι οι πληγές μας και τα κομμένα κεφάλια των παιδιών μας.  


Μάθαμε κάπου ότι κάποτε κάποιοι που τους έλεγαν Έλληνες πολέμησαν  σε μια πόλη που τη λέγανε Μεσολόγγι για να κρατήσουν τη βαρβαρότητα μακριά. Για μήνες την κρατήσανε τρώγοντας ποντίκια. Σε εμάς και τα ποντίκια τελείωσαν πια.  Σαν τους έλληνες όμως δεν θέλουνε να αφήσουμε να πεθάνουν μαζί μας η ελευθερία και η αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπου. Μπορεί ο αγώνας μας να φαίνεται ότι είναι μάταιος αλλά ότι και να γίνει να το ξέρετε  ότι η βαρβαρότητα όλου του κόσμου για μια στιγμή σταμάτησε στο Kobanê.  Κι αν αύριο χαθούμε όλες μην βάζετε επιγραφές πείτε μονάχα ότι κάποιες γυναίκες μόνες τους , του «παντοδύναμου»  χαλιφάτου εστόρεσαν δύναμη.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

ΣΙΩΠΩΝ...







Από αλάτι η ώρα, το νερό και το χώμα
Και το αίμα αλάτι στην ώρα στο χώμα
Πριν εγώ, πλην εγώ
Αν στον όρθρο μυρίζουν λαβίδες
Πριν το φως, όταν πράσινο είδες
το σπίτι, τους τείχους, τη βάρκα
τα σκοινιά, τα δεσμά πριν ακόμα
πριν τον ήλιο και το πράσινο έρθει κυμάτων.
Κι ένα πάλι το κλάμα , στην πλατεία
κι ο χειμώνας σε σπίτι κλειστό, τα παράθυρα λεία
που γλιστράει ο χρόνος, μιλά στα παιδιά
Δεν γνωρίζω φωνήεντα, ποιος εγώ; που οι πράσινες
οιμωγές ανηλίκων στους θάμνους προσπέρασα.
Συμπαθών πολυθρόνας, συμπαθών των συμπάντων
Μήπως πάλι ουσία βρεθεί για να κτίσουν
ενα πράσινο κύμα, και την ώρα που το φως και τα’ αλάτι
με το αίμα προστάξουν και η σάρκα μυρίσει τους όρθρους.
Μετά πέρασαν μέρες πολλές σκαλίζοντας ολοένα τα σύμφωνα. Και δεν βρέθηκε ήχος κανένας. Παραπέμποντας ολοένα στη γέννηση, μήτε φως. Καθηλωμένοι περιμένοντας για έρθει ο εχθρός που κι αυτός περιμένει εμάς. Μήτε εχθρός, μήτε φίλος το σκοτάδι μονάχα εντός μας που σκαλίζει θριάμβους, και μιαν έχθρα κρεβατιών και ωρών….. και ωρών…. σιωπών…

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Ο ΗΣΥΧΟΣ ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ







Επιτέλους μπορώ να κοιμάμαι ήσυχα τα βράδια
τα κομμένα κεφάλια των νεκρών παιδιών δεν με ταράζουν πια
ούτε οι άστεγοι στην Ομόνοια που μπαινοβγαίνουν στους κάδους
όπως εμείς μπαινοβγαίνουμε στη ζωή μας που δεν μας ανήκει. 

Έτσι σκέφτομαι τώρα τη ζωή μου μια ανάσα πριν από το έργο
Μόνο που δεν γνωρίζω αν είναι μέσα στα διαφημιστικά ή πριν αρχίσει,
δεν ξέρω αν ζωή είναι αυτό που συμβαίνει στα διαλλείματα γιατί τότε εγώ λείπω.

Δεν με ταράζει πια ούτε το κλάμα του φίλου μου του Γιάννη
που βλέπει το κοριτσάκι του να λειώνει από την λευχαιμία και ι στο ψυγείο  έχει  μόνο νερό και χαρτιά από λογαριασμούς 
γιατί λογαριασμοί έγινε η ζωή μας, τη χρωστάμε.

Δεν με ενοχλεί καθόλου η πείνα της κυρά Λένης που η υγρασία σκέβρωσε τα χέρια της κι ούτε να ανάψει το καντήλι της πια δεν μπορεί από  το κρύο.

Δεν με ενοχλεί που ο Δημήτρης πάει πια με το μπαστούνι του γιατί «ειμαι ανασφάλιστος πέντε χρόνια σου λέω».

Τώρα πια μπορώ να γράφω ποιήματα για τον Πλάτωνα και για την εσώτερη μοναξιά του ανθρώπου ακουμπώντας με κρινοδάχτυλα το εσώτερο δάκρυ μου.

Μπορώ να συλλογίζομαι την πίκρα των ποιητών που τους αγνόησε ο σχολιασμός των ομοτέχνων τους, θεωρώντας ότι αυτό είναι το μέγιστο πρόβλημα της ανθρωπότητας.

Τώρα πια που οι λέξεις χάθηκαν πίσω από το λίπος του ύπνου μου
είμαι σίγουρος ότι θα γράφω πια ωραιότατα ποιήματα και ίσως λέω ίσως κερδίσω τον επόμενο διαγωνισμό της Φιλοτέχνου η ακόμα γιατί όχι μια μέρα να με προτείνουν και εμένα για το Νόμπελ, φίλους θα έχω αρκετούς μετά από τόσα ποτά και συζητήσεις.


Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2014

ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΠΟΥ ΒΡΕΧΕΙ ΑΠΟΨΕ






Δεν ξέρω που βρέχει απόψε.
Μόνο στα ονειρα περνάει ένα κόκκινο άλογο
 και ψάχνει  λέξεις μες στα σκουπίδια
και τις καρφώνει ύστερα στα χέρια του Χριστού.
Κι απο το αίμα Του είναι που ζούμε ακόμα
αναπνεόντας έναν αέρα που δεν μας ανήκει
κι άλλος στη θέση μας πνίγεται
στα  δικά μας τα ξοδεμένα όνειρα.
Δεν ξέρω που βρέχει απόψε αλλά στα σκουπίδια
θα  ήθελα να είμαι εγώ
ακόμα κι ενα φωνήεν το  έχω  ανάγκη, Κύριε.