Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Ποιός Πλάτωνας;





Οι πόρτες που ανοίγουν στην έρημο 
ανοίγουν επίσης και στην εξορία.
Αλλοιώς πως να ακούσεις την καμπάνα του μεσημεριού
να σε σηκώνει απο τον δαίμονα του ύπνου;
Μάθαμε παλιά πως  ίμερος φύσηξε 

κάποτε πριν την αυγή του κόσμου
και ότι έγινε πρώτα ως ωραίο ηλεκτρόνιο περιφερόμενο στο λόγο
κι αυτό που πριν ήταν αόρατο έγινε έρημος πρώτα στεριά μετά.
Κι η εξορία λέω το να κρύβεσαι από το μάτι του Θεού
κι οταν βραδιάζει να μην γνωρίζεις που βρίσκεται και το μνήμα σου, πλέον.

Μια νύχτα που δεν μπορούσα να αγγίξω ούτε  το μαύρο της
τον άκουσα. "Θα φύγω" μου είπε

 "δεν μπορώ να συμπλεύσω με το αδύνατο
θέλω ήλιο πολύ για να τραφώ κι εδώ δεν έχει"
Ανοιξε την πόρτα στην άμμο και δεν τον είδαμε ποτε ξανά.
Το οτι φυσάει ακόμα εξορία το γνωρίζω
τρόπο δεν ξέρω
απο το άνοιγμα μόνο μπάζει αστέρια
μαύρα σκουριασμένα, μικρότατα άστρα.

Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Απο που φυσάει η ιστορία;





Απο που φυσάει η ιστορία δεν ξέρω.
Βλέπω τις επαιτείους και τις ζητωκραυγές ακούω
αλλά δεν ξέρω απο που φυσάει η ιστορία, δεν εννοώ.
Φερ' ειπειν για την κατοχή πως είναι δυνατόν να έχω γνώση;
Θυμάμαι μόνο τον ανάπηρο με το κασελάκι στα δικαστήρια
Κώστα τον έλεγαν ή Θανάση δεν θυμάμαι πια, λούστρος ήτανε.
Μια μέρα περάσαμε απο κεί με τον πατέρα, στάθηκε
έσκυψε μετά τον φίλησε,
κι οταν σηκώθηκε είδα ένα δάκρυ μόνο και μου μίλησε.

“Μαζί είμασταν στο βουνό μου είπε, ο καπετάνιος μου ήταν,
 οταν πίστευαμε σε μια Ελλάδα ελεύθερη”
Αλλο δεν είπε αλλά τότε κατάλαβα
 οτι στην ιστορία δεν φυσάει απλώς
αλλά βρέχει κομμένα όνειρα, βγαλμένα μάτια,
 απανθρακωμένα όνειρα
και Κυριακές  με ρέγκα καμμένη μ΄εφημερίδα.

Τότε είναι που τους είδα  όλους να περνούν
να ξετυλίγουν με τα χέρια τους
το περιτύλιγμα του κόσμου, να βάζουν φωτιά
και με τη στάχτη της εφημερίδας να ευλογούν τα αμπέλια τους.

Υστερα πάλι μια φορά εκεί στον Αη Γιώργη που καθίσαμε
αναψε κερί ο πατέρας κι ονόματα μουρμούρισε πολλά
“εδω μου είπε έπεσε η βόμβα, γλυτώσαμε όλοι”
Τους πήρε ύστερα πρώτα η εφορία μετά ο θάνατος
με την δική του δικαιοσύνη την πανέμορφη.
Κι έτσι δεν έμαθα ποτέ από που φυσάει η ιστορία
Μόνο καμμιά φορά που έχει πανσέληνο σκαλίζω στο χώμα
τα μάτια του παιδιού που είμουνα κάποτε
για να περάσει ο Θεός να αγγίξει των ανθρώπων τις πληγές
γιατί απο κεί περνάει η ιστορία, μην ξεχνιέσαι.

Πέμπτη, 25 Σεπτεμβρίου 2014

Το παιδί και το "ξέρω"





Ξέρω ότι το ψάρι πλέει στο όνειρο του Θεού,

το ξέρω γιατί γλιστράει στην σιωπή κι ανατριχιάζεις.

Το παιδί φωνάζει μες στον ύπνο του και

συ αναπνέεις από το μάτι μιας βελόνας.

Ξέρω ότι είμαστε φτιαγμένοι από μια σκόνη

ενός άγνωστου γαλαξία που γλιστράει σαν ψάρι

και τα λέπια του ακόμα στριφογυρίζουν μες στον ύπνο.

Το παιδί δεν μιλάει ακούει την μανόλια στον κήπο που ανθίζει.

Ξέρω ότι είμαστε από αέρα και σύννεφο που ο λόγος του έδωσε σχήμα

αλλά ωστόσο αισθάνεσαι  ευάλωτος σαν πετρωμένο φίδι

αλλά το παιδί δεν ξέρει,  έχει ακόμα μια πίτα στρογγυλή

που μοιάζει με άψητο φεγγάρι, αυτή θέλει.

Ξέρω ότι δεν ζούμε στον ίδιο κόσμο, ωστόσο πρέπει να  κατανεύσεις

κι αν κάτι είναι παράταιρο να το αφήσεις στον κήπο με τις πανσέληνους

που σε κρατάνε ζωντανό.

Το παιδί  πήρε τηλέφωνο και πάλι στο Θεό

για να γεμίσει ο χρόνος Κυριακές, ό

πως η γάτα που κοιτάζει το σύμπαν  με συγκατάβαση.

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ








Ταξιδεύουμε πετώντας τις σκούρες πέτρες μας στην άμμο  
 Τις παίρνει το νερό του Σεπτέμβρη μαζί με τα δάκρυα των παιδιών.  
Το Δεκέμβρη τίποτα δεν θα θυμίζει  
ότι πάνω σ’ αυτές στάξανε τα μαλλιά σου  
τα όνειρα και οι φωνές του κοριτσιού ,  
που ήσουν κάποτε και παραμένεις  
στις ελάχιστες κινήσεις των ματιών σου.  
Γι’ αυτό υπομένω σκαλίζοντας αυτές τις λέξεις
  σε χαρτιά κιτρινισμένα που μου δίνεις 
να μην ξεχάσω κάτι από την αγορά.  
Πάντα ξεχνούσα.  
Και την ζωή μου ξέχασα, 
πιστεύω, να τη ζήσω.  
Κάθομαι τώρα καμιά φορά 
κι αναλογίζομαι  
ποιά ήταν η αρχή του ταξιδιού  
που είναι τα γυαλιά του πατέρα 
όταν διάβαζε εφημερίδα που είναι τα καλοκαίρια
 που φύσαγε από παντού λευκές κουρτίνες; Ταξιδεύουμε στην επιφάνεια του νερού  
κι από τα παιδικά μας τα τραγούδια 
 έμεινε στα δάχτυλα μια μικρή ακτίνα φεγγαριού  
να την κρατώ και να πορεύομαι…..

Παρασκευή, 19 Σεπτεμβρίου 2014

ΟΝΕΙΡΟ ΦΙΛΟΚΤΗΤΗ







Δεν έχω περάσει ακόμα,  έτσι νομίζω
Ξεφλουδίζω βεβαίως τις λέξεις με όση περιέργεια μου έχει μείνει από παιδί.
Καμιά φορά ανεβαίνω στο στέμμα του ηλίου, αλλά δεν είναι η ζέστη που με κατεβάζει
Είναι που οι νότες έχουν πάντοτε αγκάθια και πονάνε και ως εκ τούτου εκ της αρμονίας  δεν επιτρέπεται το παιγνίδι με την σχάση των πυρήνων.
Μερικές φορές αποκτώ μια βεβαιότητα ιδίως στις στιγμές αιφνίδιου πόνου
Άλλα όπως διαπίστωσα ακόμη και στο όνειρο συμβαίνει το ίδιο
Πονούσα χθες βράδυ όλη την νύκτα από μια ανύπαρκτη πληγή
Κι όταν ξύπνησα  και ο γιατρός είχε φύγει  κατάλαβα ότι  είχα τρία φυλακισμένα πουλιά πάνω στη γλώσσα.
Aνοιξα  το στόμα για να φύγουν  και μου είπαν ότι αυτό είναι επανάσταση, δεν πρέπει.
Ίσως να μου φανεί χρήσιμη αυτή η λίγη επανάσταση που κράτησα από μικρός
να μην επαναλαμβάνω συνεχώς τα ίδια πράγματα όπως ο νερόμυλος που κουβαλάει τις ίδιες σταγόνες των λέξεων χρόνια τώρα ενώ το νερό κυλάει και χάνεται.
Όνειρο όμως κι αυτό φαίνεται είναι,  καθώς ξεχνάω κάθε φορά που βάζω τα φωνήεντα και μένω συνήθως με κάτι συλλαβές οξύτατες ίδιες με φρένο τραίνου πριν κρεμαστεί απ’ την πανσέληνο και δύσει.
Πάντως πριν περάσω λέω να φορέσω το τόξο
Μια εκδρομή στην Τροία ποτέ δεν είναι άσχημη

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΚΟΥ, ΠΑΙΔΙ



  



Τα μάτια του παιδιού ζητούσαν κβάζαρ
μες στα σκουπίδια.
Κι έλα του είπα να βρεις τον ήλιο λεμονόκουπα
γεμάτο με λέξεις παλιές, πολύτροπες.
Τις μάζευα από παιδί,
καθόμουν πλάι στο δέντρο, στο νερόμυλο
κι άκουγα την ανάσα του Θεού
χώμα βροχής με νότες από δυόσμο, μύριζε αυλή.
Κι αύριο πάλι, παιδί,  θα έρθει η μαύρη φάλαινα
και γω κουτσός με λίγα φλούδια να μετράω παράλιες.
Σήμερα έλα να πάμε μαζί στον Φίλιππο που σπίτι του
είναι  ένα φεγγάρι που μοιάζει με παγκάκι σκληρό.
Που έχασε δουλειές και σπίτια
και μόνο τώρα ο Χριστός στάζει νερό στα χείλη του
ο Φίλιππος παιδί του κόσμου, του Θεού, του ανθρώπου Θεού
του ανθρώπινου Θεού.


Θα σου γνωρίσω ακόμα και τη Κατερίνα
που η καρδιά της έμεινε στην ίδια τάξη στο δημοτικό
και μεγαλώνει ένα όγκο μες στο στήθος.
Την Κατερίνα που βράδυ σκουπίζει τα δάκρυα της Παναγιάς
και την παρηγορεί.. εμείς οι άνθρωποι χαμένοι είμαστε, σώπα.

Θα σου γνωρίσω και τον Δημητρό που ακόμα στα ενενήντα του
φυτεύει ελιές και λέξεις να έχουν τα παιδάκια να πορεύονται μες στο χειμώνα.
Πρόφτασε από νωρίς το βράδυ
και το φθινόπωρο κάθισε στην άκρη από τα μάτια μου, τι να σου πω;
Κράτα, παιδί, κοίτα σκίζεται ο ουρανός
Θα βρέξει κύκλο απόψε..να φυλάγεσαι.