Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ






Αγαπητέ μου αδελφέ

Σήμερα το πρωί έμαθα πως έδωσες τέλος στη ζωή σου.  Πριν το αποφασίσεις έφαγες μαζί τους στο τελευταίο τραπέζι.  Μετά από λίγο σε βρήκαν κρεμασμένο  η γυναίκα σου και τα παιδιά σου, κι έγραψαν δυο γραμμές οι εφημερίδες. Έμαθα ότι γεννήθηκες στην Αλβανία. Αυτά μόνο έμαθα. Δεν σε γνώρισα ποτέ και τουλάχιστον σε αυτή τη ζωή μάλλον δεν θα γνωριστούμε.
Σε φαντάζομαι να γεννήθηκες εκεί στα χρόνια του Ενβερ Χότζα. Πολλά πράγματα από τον «έξω» κόσμο δεν ήξερες. Μάθαινες βέβαια για τον πλούτο που έχουμε εμείς οι δυτικοί, την χλιδή και την δύναμη του χρήματος. Και σίγουρα όταν άνοιξαν τα σύνορα αναγκάστηκες να έρθεις στη χώρα μας, γιατί μέλλον στην Αλβανία δεν είχαν αφήσει .  Θα δούλεψες όπως και οι άλλοι συμπατριώτες σου  από το πρωί μέχρι το βράδυ. Δεν θα ξόδευες  για να κρατήσεις τα λίγα χρήματα να τα κάνεις φροντιστήρια για τα παιδιά σου, νοσοκομεία αν χρειαστούν και φαγητό που αυτό σου έλειψε, αποταμίευση που μαθαίναμε κι εμείς από μικρά και το ξεχάσαμε.

Επειδή δεν ήθελες τα παιδιά σου να τα φωνάζουν  «αλβανέ» όπως φωνάζανε εσένα θα πήγες στην εκκλησία και θα τα βάφτισες ίσως και να βαφτίστηκες και συ ο ίδιος. Ήταν η μόνη σου επαφή βέβαια γιατί κανείς δεν σε αναζήτησε ούτε και συ περίμενες να σε αναζητήσει γιατί καταλάβαινες ότι όλα αυτά τα πράγματα σ’ αυτή τη χώρα που ζούσες ήταν τυπικά. Βέβαια η βάπτιση σου δεν σε έκανε έλληνα σίγουρα για ένα μεγάλο διάστημα παρέμεινες να σε φωνάζουν «αλβανό». Το σταμάτησαν όταν σε είδαν να αγοράζεις σπίτι, να έχεις πιστωτική κάρτα και να παίρνεις καινούργιο  αυτοκίνητο. Γιατί στην πραγματικότητα εμείς οι έλληνες δεν είμαστε ρατσιστές την φτώχια και τον φτωχό φοβόμαστε γιατί μπορεί να μας πάρει την καινούργια τηλεόραση, το μόλις αγορασμένο τάμπλετ και βέβαια το καινούργιο κινητό που  το πληρώνουμε για χρόνια με δόσεις.  Αν βλέπαμε έναν επιχειρηματία από την Αλβανία να φτάνει με το πολυτελές αυτοκίνητο και να προσπαθεί να αγοράσει τα ακίνητα μας αυτός δεν ήταν «αλβανός» ήταν απλώς ξένος, όπως ξένος απλώς είναι ο μεγιστάνας τούρκος, σαουδάραβας, πακιστανός ή από οποιαδήποτε άλλο κράτος του κόσμου. Ο φτωχός ανήκει σε άλλη ράτσα που μας φοβίζει και αμυνόμαστε στο δικό μας φόβο.

Βέβαια ο μεγάλος καταναλωτικός παράδεισος τελείωσε και για μας και για σένα καθώς οι οικοδομή, η βαριά μας βιομηχανία εξόκειλε και το κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μας συνέτριψε τα όνειρα του μικροαστισμού μας.  Για σένα τα πράγματα ήταν χειρότερα γιατί δεν ήταν ότι θα γινόσουνα φτωχός αλλά θα γινόσουν πάλι «αλβανός», δηλαδή τίποτα. Και που να πας; Στην αλβανία;  Κανένας πια δεν σου έμεινε. Τα παιδιά σου δεν ήξεραν αλβανικά, μόνο ελληνικά ήξεραν. Και από τους φίλους σου κανένας δεν έμεινε. Κι εδώ ξένος κι εκεί ξένος. 

Δεν σου γράφω για να σου πω πράγματα που ξέρεις – δεν έχει νόημα άλλωστε. Σου γράφω για να σου ζητήσω μια συγχώρηση (με την έννοια οτι έστω και μετά το θάνατο σου να μπορέσουμε να χωρέσουμε μαζί στη μνήμη).. Και θα σου πω γιατί. Έμαθα ότι εκκλησιασμός είναι να πηγαίνω στην εκκλησία αλλά ξέχασα να μάθω ότι εκκλησιασμός είναι άνοιγμα στον άλλον στη ζωή και στην ψυχή του. Έμαθα να νηστεύω για να κερδίσω τη σωτήρια της ψυχής μου  (δηλαδή την ευκαιρία να κάνω ολόκληρη την ψυχή μου) αλλά ξέχασα ότι δεν  μπορεί να υπάρξει  καμιά σωτηρία όταν δεν περιλαμβάνει εσένα και τον κάθε άλλο μέσα του. Έμαθα ότι ο άλλος  είναι αδελφός μου γιατί μας συνδέει η ίδια η πνοή του Θεού αλλά ξέχασα ότι αυτό είναι για όλους και όχι για ανθρώπους μιας ορισμένης εθνικότητας, η ορισμένης πίστης, η ορισμένης ιδεολογίας. Έμαθα ότι  ο Χριστός  που πιστεύω λέγεται ζωή , λέγεται ελπίδα, λέγεται προσμονή αλλά εγώ ούτε ζωή έχω να σου δείξω , ούτε από αγάπη ξέρω (γιατί μεταξύ μας ούτε τον εαυτό μου δεν μπορώ να αγαπήσω) ούτε και προσμονή γιατί δεν έχω πια να περιμένω τίποτα.

Αισθάνομαι άσχημα όχι για κάτι που σου έκανα αλλά για αυτά που μπορούσα να κάνω και δεν έκανα κι έχασα την ευκαιρία να σε γνωρίσω, να βρω τα μοναδικά σου χαρακτηριστικά αυτά που σχεδιάσθηκαν από τον Θεό μόνο για σένα από την δημιουργία ακόμα του κόσμου.  Αυτά τα χαρακτηριστικά που θα μπορούσαν αν λειτουργούσαμε ως κοινωνία  να φανούν πολύτιμα γιατί θα συνδυάζονταν με τα ελλειπή δικά μου και του δίπλα μου, ώστε να δημιουργήσουν έναν κόσμο καλύτερο. . Έχασα την ευκαιρία να γνωρίσω την αλήθεια σου που θα μεγάλωνε και τον μικρόκοσμο της διαστρεβλωμένης αλήθειας που είναι η ζωή μου. Κι έχασα και την ευκαιρία να σου απλώσω το χέρι να ονειρευτούμε μαζί έναν καλύτερο κόσμο. Έναν κόσμο που οι λέξη κέρδος θα υπάρχει μόνο ως λήμμα στις ξεχασμένες εγκυκλοπαίδειες. Έναν κόσμο που δεν θα διδάσκουμε τα παιδιά μας αλλά θα διδασκόμαστε από αυτά την καλοσύνη του βλέμματος τους και θα τους  δίνουμε σαν αντιχάρισμα το θαύμα της δημιουργίας.   Εγώ έχασα την ευκαιρία. Και συ τη ζωή σου. 

Σε λίγο θα έχουμε Χριστούγεννα αδελφέ μου και ούτε εσύ έμαθες τι είναι πραγματικά Χριστούγεννα, ούτε και γω τα έζησα. Στόλισα δέντρο όπως κάθε χρόνο, για να το βλέπει το παιδί μου και γω επίσης να θυμόμαστε τουλάχιστον ότι μέσα στην σκοτεινιά του χειμώνα υπάρχει ακόμα η δυνατότητα, η πιθανότητα η καλοσύνη, η ζωή, η δημιουργία να γεννηθούν σε αυτόν τον κόσμο και σχώρα  μου που ούτε μπόρεσα να σου τα δείξω, ούτε εγώ να τα μάθω.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

ΓΡΑΜΜΑ ΑΠΟ ΤΟ KΟΜΠΑΝΙ







Έξι μήνες με τραβηγμένα μάτια κι ούτε νερό.  Προχθές τελείωσε το φαγητό κόψαμε κάτι φύλλα,  τα φάγαμε. Κι απ έξω περιμένουνε με τα δόντια του μίσους τροχισμένα για τα δικά μας χρόνια.   


Πριν μέρες πιάσανε την Μπεχάρ 22 χρονών τη σκότωσαν με τα δόντια τους. Τις άλλες έπεσε στα χέρια τους το παιδί  της Γκουλ του σκίσαν την κοιλιά και παίζανε στο χώμα με τα μάτια του κι είχε τόσο ωραία γαλάζια μάτια το κοριτσάκι της Γκιούλ.  Την Φερζέ τη βίαζαν όλη την νύκτα και το πρωί τις έκοψαν το κεφάλι με ένα μαχαίρι  της κουζίνας. Μαζέψαμε το κορμί της ακέφαλο και  είμαι σίγουρη ότι θα πονούσε ακόμη.


Είμαστε μόνες μας. Στη δύση περιμένουνε τον νικητή, να συμφωνήσουνε μαζί του για το ποιος θα πάρει το πετρέλαιο, την κατάρα αυτή της ερήμου. Στην Ανατολή γίναμε θέαμα και φέρνουν τουρίστες για να πουλήσουνε κουλούρια και παγωτά.  Στην Ευρώπη προσέχουν μόνο  τα χρηματιστήρια τους και τις τράπεζες,  δεν έχουν μάτια για τους ανθρώπους πια.  Γύρω  μας παντού Ευρώπη και Αμερική κι Ανατολή μας περιμένουν με τις κάμερες ανοιχτές για το υπερθέαμα του κόσμου που το μόνο διάλειμμα που ξέρει ειναι αυτών των διαφημίσεων.  Αλλά εδώ το αίμα είναι αληθινό, αληθινές είναι οι πληγές μας και τα κομμένα κεφάλια των παιδιών μας.  


Μάθαμε κάπου ότι κάποτε κάποιοι που τους έλεγαν Έλληνες πολέμησαν  σε μια πόλη που τη λέγανε Μεσολόγγι για να κρατήσουν τη βαρβαρότητα μακριά. Για μήνες την κρατήσανε τρώγοντας ποντίκια. Σε εμάς και τα ποντίκια τελείωσαν πια.  Σαν τους έλληνες όμως δεν θέλουνε να αφήσουμε να πεθάνουν μαζί μας η ελευθερία και η αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπου. Μπορεί ο αγώνας μας να φαίνεται ότι είναι μάταιος αλλά ότι και να γίνει να το ξέρετε  ότι η βαρβαρότητα όλου του κόσμου για μια στιγμή σταμάτησε στο Kobanê.  Κι αν αύριο χαθούμε όλες μην βάζετε επιγραφές πείτε μονάχα ότι κάποιες γυναίκες μόνες τους , του «παντοδύναμου»  χαλιφάτου εστόρεσαν δύναμη.

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

ΣΙΩΠΩΝ...







Από αλάτι η ώρα, το νερό και το χώμα
Και το αίμα αλάτι στην ώρα στο χώμα
Πριν εγώ, πλην εγώ
Αν στον όρθρο μυρίζουν λαβίδες
Πριν το φως, όταν πράσινο είδες
το σπίτι, τους τείχους, τη βάρκα
τα σκοινιά, τα δεσμά πριν ακόμα
πριν τον ήλιο και το πράσινο έρθει κυμάτων.
Κι ένα πάλι το κλάμα , στην πλατεία
κι ο χειμώνας σε σπίτι κλειστό, τα παράθυρα λεία
που γλιστράει ο χρόνος, μιλά στα παιδιά
Δεν γνωρίζω φωνήεντα, ποιος εγώ; που οι πράσινες
οιμωγές ανηλίκων στους θάμνους προσπέρασα.
Συμπαθών πολυθρόνας, συμπαθών των συμπάντων
Μήπως πάλι ουσία βρεθεί για να κτίσουν
ενα πράσινο κύμα, και την ώρα που το φως και τα’ αλάτι
με το αίμα προστάξουν και η σάρκα μυρίσει τους όρθρους.
Μετά πέρασαν μέρες πολλές σκαλίζοντας ολοένα τα σύμφωνα. Και δεν βρέθηκε ήχος κανένας. Παραπέμποντας ολοένα στη γέννηση, μήτε φως. Καθηλωμένοι περιμένοντας για έρθει ο εχθρός που κι αυτός περιμένει εμάς. Μήτε εχθρός, μήτε φίλος το σκοτάδι μονάχα εντός μας που σκαλίζει θριάμβους, και μιαν έχθρα κρεβατιών και ωρών….. και ωρών…. σιωπών…

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Ο ΗΣΥΧΟΣ ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ







Επιτέλους μπορώ να κοιμάμαι ήσυχα τα βράδια
τα κομμένα κεφάλια των νεκρών παιδιών δεν με ταράζουν πια
ούτε οι άστεγοι στην Ομόνοια που μπαινοβγαίνουν στους κάδους
όπως εμείς μπαινοβγαίνουμε στη ζωή μας που δεν μας ανήκει. 

Έτσι σκέφτομαι τώρα τη ζωή μου μια ανάσα πριν από το έργο
Μόνο που δεν γνωρίζω αν είναι μέσα στα διαφημιστικά ή πριν αρχίσει,
δεν ξέρω αν ζωή είναι αυτό που συμβαίνει στα διαλλείματα γιατί τότε εγώ λείπω.

Δεν με ταράζει πια ούτε το κλάμα του φίλου μου του Γιάννη
που βλέπει το κοριτσάκι του να λειώνει από την λευχαιμία και ι στο ψυγείο  έχει  μόνο νερό και χαρτιά από λογαριασμούς 
γιατί λογαριασμοί έγινε η ζωή μας, τη χρωστάμε.

Δεν με ενοχλεί καθόλου η πείνα της κυρά Λένης που η υγρασία σκέβρωσε τα χέρια της κι ούτε να ανάψει το καντήλι της πια δεν μπορεί από  το κρύο.

Δεν με ενοχλεί που ο Δημήτρης πάει πια με το μπαστούνι του γιατί «ειμαι ανασφάλιστος πέντε χρόνια σου λέω».

Τώρα πια μπορώ να γράφω ποιήματα για τον Πλάτωνα και για την εσώτερη μοναξιά του ανθρώπου ακουμπώντας με κρινοδάχτυλα το εσώτερο δάκρυ μου.

Μπορώ να συλλογίζομαι την πίκρα των ποιητών που τους αγνόησε ο σχολιασμός των ομοτέχνων τους, θεωρώντας ότι αυτό είναι το μέγιστο πρόβλημα της ανθρωπότητας.

Τώρα πια που οι λέξεις χάθηκαν πίσω από το λίπος του ύπνου μου
είμαι σίγουρος ότι θα γράφω πια ωραιότατα ποιήματα και ίσως λέω ίσως κερδίσω τον επόμενο διαγωνισμό της Φιλοτέχνου η ακόμα γιατί όχι μια μέρα να με προτείνουν και εμένα για το Νόμπελ, φίλους θα έχω αρκετούς μετά από τόσα ποτά και συζητήσεις.