Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΥΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΥΡΜΗΓΚΙΑ







Όταν του είπα πως «φταίμε και μείς», νευρίασε. « Δεν μπορεί να φταίμε για όλους, ακούς;» μου είπε. Διέκρινα πως είχε ιδρώσει πολύ αλλά σαν να γύριζε συνεχώς στο ίδιο δωμάτιο. Άσπρο και μαύρο «είτε και είτε» του είπα  «αυτό φταίει». Μαλάκωσε.
            Το βράδυ μου έδωσε δυο λέξεις ακατανόητες. «Δεν καταλαβαίνω» του είπα. «Αν όλα δεν ορίζονται, δεν κατανοούνται» μου είπε στο αυτί. « Ο ορισμός ενέχει βία» του φώναξα «Ο ορισμός είναι γήρας, νεότητα είναι η ερώτηση, το δεν ξέρω, το δεν μπορώ να δώσω ορισμό». Και πάλι έφυγε με το κεφάλι του κατεβασμένο.
            Όταν πήγα να τον βρω ήταν στην αυλή στα χόρτα ξαπλωμένος « Μου αρέσουν πλέον τα μυρμήγκια» , μου είπε. «Τα παιδιά, όχι;» τον ρώτησα. «Φύγαν τα παιδιά και η γυναίκα μου έφυγε. Δεν άντεξαν. Ηθελαν βεβαιότητες και δεν έχω βεβαιότητες αλλά θραύσματα μονάχα ονείρων, σκιές και προπαντώς τόνους ολόκληρους με ρήματα και ωραιότατα φωνήεντα. Αυτό με κάνει να μην φοβάμαι το θάνατο. Γιατί θάνατος υπάρχει  μόνο με τους ορισμούς, έχεις δίκαιο. Αυτός θάνατος μόνος είναι» Αναλογίσθηκα τα κέρδη τις δικής μου ζωής και τον ρώτησα. « Γιατί μόνο τα μυρμήγκια κοιτάς; Οι άνθρωποι για σένα δεν έχουν νόημα;» «Τα μυρμήγκια είναι άνθρωποι» μου είπε αινιγματικά και το προσπέρασα.
            Έμαθα ότι το επόμενο βράδυ στην γειτονιά ένα παιδί είχε πεθάνει, δίπλα στο σπίτι του. Αυτός άκουγε τους θρήνους αλλά έμεινε εκεί να κοιτάει τα μυρμήγκια.  Το πρωί όταν πέρασαν το νεκρό παιδί από κοντά του σηκώθηκε «Μια στιγμή» τους φώναξε. Κι έπιασε το χέρι του παιδιού και το παιδί σηκώθηκε. Κι όλη την ημέρα κάθισαν και κοιτούσανε μαζί τα μυρμήγκια. Και πέρασαν μέρες πολλές χωρίς φαί, χωρίς νερό. Σηκώθηκε πρώτα το παιδί και τον κοίταξε στα μάτια « Τώρα κατάλαβα» του είπε και έφυγε με το κεφάλι ψηλά..
 Τώρα τα γράφω αυτά χωρίς να ξέρω αν ζει πια η αν πέθανε. Δεν ξέρω τη μοίρα του παιδιού κι αν πάλι βρίσκεται στον κόσμο αυτό η όχι.  Ισως και να μην έχει καμία σημασία. Σημασία έχει ότι κάτω είναι η γη και πάνω ο ουρανός γεμάτος κόσμους…..