Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΑΔΕΛΦΟΣ ΜΟΥ Ο ΣΥΜΕΩΝ





Χιονίζει απόψε. Βάλε τον Αγαθάγγελο μέσα θα κρυώσει. Μαζευτείτε. Φώναξε Γαβριήλ, Ακάκιο, Πέτρο, Θεοδόση τον Παύλο προπαντός επειδή χάνεται και τον Συμεών, μην τον ξεχάσεις. 

Μαζεύτηκαν κι έξω χιόνιζε. Η εκκλησία παγωνιά. Η κάρα μόνο του Συμεών του ανυπόδητου γυάλιζε ταξιδεύοντας ακόμα στην Ελλάδα, περνώντας χιόνια, βροχές στις εποχές τις άλλες. Η σόμπα γρούμηξε από τα πουρνάρια. «Ευλογημένη η Βασιλεία….» μήνυσε ο Γαβριήλ ο γέρων ο σοφός. Ο Ακάκιος τενόρος ύψωσε φωνή πάλλουσα. Ο ουρανός ανέστη. Κατέβη κι ο παλαιός ηγούμενος ο Δημητράκης Μαχαιρίτσας γαμπρός περιζήτητος κάποτε στο Βόλο, ηγούμενος μετά έστησε το μοναστήρι, βρήκαν καταφύγιο οι αντάρτες πήραν πολλά  αλλά κράτησε.  Στη σύναξη κι ο  όσιος Συμεών ο ίδιος προεστός πάντοτε, από το Βαθύρεμα της Αγιάς εκατοντούτης  ανυπόδητος και μονοχείτων. Αυτός που κάθισε κάτω από τη μηλιά χρόνους πολλούς με την παγωνιά και καύσο άγρυπνος ποτέ των ακολουθιών μη υστερών και καλούσε να δει  τον Θεό τον ζώντα τον παλαιό των ημερών τον  πάντα νέον.

 Όλοι μαζί στα σα εκ των σων. Εμείς τα ολίγα, τα φθαρμένα, τα μικρά, τα ελάχιστα.
Μου τον γνώρισε ο Παύλος  στα 1988 . Ηταν ακόμη δόκιμος ψηλός, αδύνατος το μάτι φέγγιζε – τον λένε Συμεών μου είπε έχει άσθμα και τον αφήνει ο γέροντας και πάει ψηλά να ανασάνει. Λόγια πολλά δεν θυμάμαι , θυμάμαι μόνο πως όταν χαμογελούσε ήταν παιδί ένα μικρό παιδί νήστις του ουρανού.  Κι ήταν ακόμη η αρχή της ζωής μας μόλις που χάραζε, τα μονοπάτια απάτητα, καινούργια. Τότε δεν ήξερα. Νόμιζα πως ο δρόμος είναι  μόνο δικός μου, εγώ τον χάραζα. Χρόνια μετά κατάλαβα πως το μονοπάτι το χαράζει αυτός που με αρμονία συνάζει τρισεκατομμύρια άστρα σε ένα μόνο τραγούδι, χρόνια μετά κατάλαβα.

Ο χρόνος κύλησε. Το Φλαμπούρι ήταν το Άγιο Ορός μου που  ακουμπούσε η σκέψη όταν τα ζόρικα έρχονταν. Μετά από καιρό ξαναβρέθηκα εκεί. Κι ήταν εκεί τα αδέλφια Παύλος και Συμεών. Καθίσαμε στον κάτω από την καρυδιά. Μού ‘δειχνε ο Συμεών το λατομείο το παλιό που το άνοιξε, τις πέτρες, τα έργα που έφτιαξε, το μοναστήρι που έγινε λαμπρό, μεταμορφώθηκε. Κι όταν καθίσαμε μιλήσαμε για το μέσα μας έργο που πάντα ατελές πάντα λειψό γυρεύει μεταμόρφωση και Αύγουστο. Κι ύστερα σταθήκαμε απλά χωρίς κουβέντα εγώ ο αδελφός μου ο Συμεών κι ο Παύλος.

Προχτές πήγαινα με το ποδήλατο μπροστά μου σταματάει ένα φορτηγό. Ανοίγει πόρτα και βγαίνει ο αδελφός μου ο Συμεών. Δεν ενθυμούμαι αν κάτι είπαμε Θυμάμαι  όμως εκείνο το χαμόγελο το παιδικό σημάδι ότι η ζωή μπορεί κάθε λεπτό να ξαναρχίζει. Εκεί στην Μεταμόρφωση ,  εκεί που φτάσαν  τα φλάμπουρα από την πόλη,  κάτω από την καρυδιά στον ίσκιο του Θεού, του πονόψυχου που κρατάει με ελαφράδα όλα τα σαράκια και τις εμμονές μας. Εκεί στον ίσκιο του Θεού που μας αφήνει καμιά φορά και κοιτάζουμε την δόξα του στο απλό γαλάζιο του ουρανού ως  καθαρότατο άστρο.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πραγματικά αδελφέ Νίκο δεν υπάρχουν σχόλια για όσα περιεγραψες...! Με πολύ εκτίμηση και ταπεινό σεβασμό Λιαλιος Σπυρος.

ΕΛΕΝΑ είπε...

Εξαιρετική γραφή, άξιον εστί και το συναίσθημα και βασίλισσα η Αλήθεια.
Γιατί δεν γράφετε πιο συχνά;