Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ, ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ





Το  1993 ήτανε ή το 1994  δεν θυμάμαι καλά. Περιοδικό «Γραφή» και ο καλός φίλος ο ποιητής Κώστας Λάνταβος υπεύθυνος για την «Γραφή» τότε:   «Έλα μου λέει από το γραφείο θα έρθει η Κική Δημουλά  σήμερα. Πήρε απόφαση το Δημοτικό Συμβούλιο να δώσουμε ένα δρόμο  στο όνομα του άντρα της του Άθω και θα μείνει σήμερα και αύριο το πρωί. Έλα για παρέα» Βγήκαμε. Μαζί  της παρέα ο Παύλος Μάτεσις. Τον ήξερα από την «Μητέρα του σκύλου»  και από τα θεατρικά. Κάποια στιγμή  πασχίσαμε να ανεβάσουμε  το «Περιποιητή φυτών»  στα μαθητικά χρόνια αλλά τα παρατήσαμε.  Ηταν ένα ωραίο βράδυ. Η Κική μας έλεγε ότι  ποτέ δεν θεωρούσε ότι έκανε κάτι. Έγραφε στην σκιά του Αθώ. Σηκώνονταν το πρωί και πριν αρχίσει ο μόχθος της μέρες, εκεί στην κουζίνα, έγραφε. Με τον Παύλο δέσαμε περισσότερο λόγω θεάτρου. Βρεθήκαμε βράδυ να τα πίνουμε και να μιλάμε κάπου στο Αλκαζάρ . Μου είπε για την Δίβρη το χωριό που γεννήθηκε για τις περιπλανήσεις του πατέρα του και τις δικές του.  Για την μαθητεία του στο θέατρο. Για την δουλειά στη τράπεζα που ασφυκτιούσε.  Μου είπε πως δεν ήξερε πώς να το πει στην μάνα του που ήθελε να φύγει  από την σιγουριά και να μείνει στο γράψιμο. Θυμάμαι που τον ρώτησα και τι έκανες; Οι επιτυχίες στον θέατρο με οδήγησαν στην έξοδο.. - Μπορούσες να ζήσεις από το θέατρο; Όχι αλλά ένοιωθα ζωντανός , μου είπε και αυτό ήταν πιο σημαντικό. Μετά είχα μάθει να δουλεύω  και δούλευα. Μετάφραζα σαν παλαβός αυτά που αγαπούσα βέβαια, γιατί είχα αποφασίσει να μην κάνω εκπτώσεις. Διάβασε τον Φόκνερ  «Η Βουή και Πάθος». Δεν υπάρχει μεγαλύτερος νομίζω. Χωρίς τον Φόκνερ δεν θα είχα γράψει τίποτα.
Την άλλη μέρα το πρωί ο Παύλος και η Κική φεύγανε από τη Λάρισα. Πριν φύγει μου έδωσε το «Προς Ελευσίνα»  με αφιέρωση. «Είναι το πρωτότυπο μου είπε. Στο χαρίζω για την συνάντηση. Εδώ στην Ελλάδα το ανέβασε ο Κούρκουλος  στο Εθνικό τρείς μέρες, το κρατήσαν. Το μετάφρασαν αμέσως στα Σέρβικα και παιζόνταν στο Βελιγράδι για ένα μήνα ίσως και παραπάνω στην διάρκεια των βομβαρδισμών. Πήγα και εγώ,  σπουδαία παράσταση. Μας κράτησε ζωντανούς μου έλεγαν οι Σέρβοι»
Κρατήσαμε επαφή για κάποιο καιρό. Ένα μεσημέρι μου τηλεφωνεί και μου λέει «θα βάλω το επίθετό σου σε ένα βιβλίο που γράφω, σε πειράζει;» Γέλασα τότε γιατί μου είπε το επίθετο δεν ήξερα ότι κυριολεκτούσε:
Και συνέβη τις ημέρες εκείνες του Φεβρουαρίου, προτού ξημερώσει Μάρτιος και κινήσουν οι ετοιμασίες για την πανήγυρη, να αρρωστήσει το αγόρι του Βαραλή. Το παιδί τελείωνε το Δημοτικό και το ’χαν αποφασίσει να το στείλουν στη χώρα, σε συγγενείς, να σπουδάσει στο Σχολαρχείο και μετά να μπει μαθητευόμενος σε χρυσικό.
Οι γιάτρισσες από τα γύρω χωριά εξέτασαν το παιδί, η ξεματιάστρα το ξεμάτιασε τρεις φορές, πλην όλες προειδοποίησαν τους Βαραλαίους: το παιδί είναι σοβαρά, να το πάτε στη χώρα, σε επίσημο γιατρό.
Η μητέρα του παιδιού ετοίμασε τη σούστα, έζεψε το άλογο, να πάει ο Νικόδημος ο άντρας της το παιδί στον γιατρό. Όμως ο Βαραλής πήρε απόφαση: γυναίκα, ξέζεψε τη σούστα, της λέει, τώρα έχουμε λόγο να πάμε στο πανηγύρι του Μαρτίου.(Ο Παλαιός των ημερών)

Όταν το διάβασα ξαναμιλήσαμε στο τηλέφωνο. « Πως σου ήρθε με το επίθετο;» «Δεν ξέρω, μου κάθισε ηχητικά» μου είπε.
Μετά χαθήκαμε. Εγώ με τις συνεχής μετακινήσεις μου και μόνιμα σε επαγγελματική αναστάτωση Λάρισα – Βόλος και πάλι Λάρισα κι επιστροφή. Δεν πήγα να τον βρω στην Αθήνα που με είχε καλέσει. Κι έμεινε από τα χέρια του το «Προς Ελευσίνα» να μου θυμίζει αυτό που μου είχε πει: «όταν ακούσεις ότι πέθανα μην στεναχωρηθείς. Είμαι έτοιμος από μικρό παιδί»

Στα Καλάβρυτα, τρίχρονο ή τετράχρονο αγοράκι, είδα ένα βράδυ να αναδύεται από το παράθυρο απέναντι από το κρεβάτι μου μία γυναικεία μορφή. Δεν ήταν αγριωπή, δεν ήταν γλυκιά. Ήταν σκεφτική και αυστηρή, με τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω. Μπορεί να ‘ταν όνειρο, μπορεί παραίσθηση. Τι σημασία έχει;»….
«Εκεί γύρω στα 22 μου, μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα, είχα πραγματικά κάτι σαν… αποκάλυψη. Διάβασα Φόκνερ, Κάφκα και Μπέκετ και είδα σε μία ερασιτεχνική παράσταση μαθητών του Γαλλικού Ινστιτούτου το “Μάθημα” του Ιονέσκο. Και είπα: Να, λοιπόν, που γράφουν και έτσι. Γιατί για μένα ο υπερρεαλισμός και ο μοντερνισμός ήταν ο κανόνας. Η συνάντησή μου με αυτούς τους συγγραφείς μού δημιούργησε μια αίσθηση συνηγορίας και συντροφιάς. Από τότε το ήξερα, αλλά τώρα το αρθρώνω, τι δουλειά κάνει ο συγγραφέας. Είμαστε όλοι σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό και ο καθένας μας περιμένει ένα τρένο με οδηγό τον ψυχοπομπό Ερμή. Ξέρουμε που θα μας πάει, δεν ξέρουμε πότε θα ‘ρθει. Και ο συγγραφέας, ώσπου να ‘ρθει το τρένο, κάνει συντροφιά στους άλλους»…
GRAFFITO (εκδόσεις Καστανιώτη)

Πάντα καλά Παύλο,  πάντα  καλά

Δεν υπάρχουν σχόλια: