Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

H ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ






Στην αρχή εισέρχονταν σε πόρτα φωτεινή αίφνης παρουσιαζόμενη καταμεσής του δρόμου.
Μια νύχτα ξαφνιάστηκε που είδε τον κήπο, πλημμύρα μες στα χρώματα. Ανέδυαν παντού μενεξεδιά, λιπώδη παρόντα κι ωστόσο σφριγηλά νεώδη. Δεν ξαφνιάστηκε σκέφτηκε πως θα ήταν συμπλήρωμα της μετρημένης της ζωής, αρρώσταιναν εύκολα τα παιδιά.

Μια νύχτα κοίταξε το σώμα της. Είχε χαθεί η «πρώτη ευωδία» έτσι έλεγε ο πατέρας της καθώς περνούσαν τα κορίτσια για το σχολείο. Υπήρχε βέβαια η δεύτερη ευωδία που συνοδεύονταν από ερωτηματικά ερεβώδη γεμάτα ακάνθινους στίχους. Πως τελείωνε γρήγορα ή μέρα; Πως άρχιζε αστραπιαία μια άλλη; Κι αυτός ο καθημερινός κάματος της επανάληψης.

Δεν είναι ίδια της έλεγαν. Κι όμως ήταν ίδια. Ίδια όλα. Τα κρεβάτια, τα πρωινά, η βραδινή μελέτη ο νεροχύτης που είχε ξεπλύνει από πολλού τα όνειρά της ίδιος κι αυτός κι η πόρτα η ρημαγμένη της εισόδου ίδια κι αυτή.

Είδε προχθές ένα καράβι σταμάτησε στον κήπο της. Φόρτωσε τον παιδικό της έρωτα με πέντε στίχους και σάλπαραν στην νύχτα. Απέμεινε μουγκή  κοιτάζοντας της Πλειάδες που φαίνονται μία, κι είναι άστρα πολλά όπως η μοναξιά είναι το ανάποδο.

Τα παιδιά φύγαν. Παντρεύτηκαν και φύγαν. Ο άντρας είχε φύγει από καιρό, άλλωστε και όταν ήταν ωσεί παρόν. Το σπίτι μόνο εκεί ακλόνητο κι ο κήπος. Δεν έχω τίποτα άλλο, είπε. Τώρα θα φυτέψω τα όνειρά μου. Τα φύτεψε με προσοχή και τα μιλούσε όλη την νύχτα. Κάθε μια νύχτα με πανσέληνο με νέο φεγγάρι με παγετό και καύσωνα. Κι έγινε δέντρο ένα τεράστιο δέντρο.

Την βρήκαν Ιούλη μήνα ένα πρωινό και είχε στα χείλη της ένα χαμόγελο. Το δέντρο δεν το κόψανε. Έμεινε εκεί κι όσες γυναίκες καθίσουνε ανοίγει μέσα τους ο ουρανός γεμάτος χρώματα ιώδη και έχει πάντα άνοιξη. Κι όσα κορίτσια κοιμηθούν κάτω από το δέντρο αρχίζουν την ζωή τους με πλήρη συνείδηση στο εμβρυώδες μέλλον προαναγγέλλοντας τα σύμπαντα και τα μέλλοντα σύμπαντα.


Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

ΠΑΥΛΟΣ ΜΑΤΕΣΙΣ, ΜΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ





Το  1993 ήτανε ή το 1994  δεν θυμάμαι καλά. Περιοδικό «Γραφή» και ο καλός φίλος ο ποιητής Κώστας Λάνταβος υπεύθυνος για την «Γραφή» τότε:   «Έλα μου λέει από το γραφείο θα έρθει η Κική Δημουλά  σήμερα. Πήρε απόφαση το Δημοτικό Συμβούλιο να δώσουμε ένα δρόμο  στο όνομα του άντρα της του Άθω και θα μείνει σήμερα και αύριο το πρωί. Έλα για παρέα» Βγήκαμε. Μαζί  της παρέα ο Παύλος Μάτεσις. Τον ήξερα από την «Μητέρα του σκύλου»  και από τα θεατρικά. Κάποια στιγμή  πασχίσαμε να ανεβάσουμε  το «Περιποιητή φυτών»  στα μαθητικά χρόνια αλλά τα παρατήσαμε.  Ηταν ένα ωραίο βράδυ. Η Κική μας έλεγε ότι  ποτέ δεν θεωρούσε ότι έκανε κάτι. Έγραφε στην σκιά του Αθώ. Σηκώνονταν το πρωί και πριν αρχίσει ο μόχθος της μέρες, εκεί στην κουζίνα, έγραφε. Με τον Παύλο δέσαμε περισσότερο λόγω θεάτρου. Βρεθήκαμε βράδυ να τα πίνουμε και να μιλάμε κάπου στο Αλκαζάρ . Μου είπε για την Δίβρη το χωριό που γεννήθηκε για τις περιπλανήσεις του πατέρα του και τις δικές του.  Για την μαθητεία του στο θέατρο. Για την δουλειά στη τράπεζα που ασφυκτιούσε.  Μου είπε πως δεν ήξερε πώς να το πει στην μάνα του που ήθελε να φύγει  από την σιγουριά και να μείνει στο γράψιμο. Θυμάμαι που τον ρώτησα και τι έκανες; Οι επιτυχίες στον θέατρο με οδήγησαν στην έξοδο.. - Μπορούσες να ζήσεις από το θέατρο; Όχι αλλά ένοιωθα ζωντανός , μου είπε και αυτό ήταν πιο σημαντικό. Μετά είχα μάθει να δουλεύω  και δούλευα. Μετάφραζα σαν παλαβός αυτά που αγαπούσα βέβαια, γιατί είχα αποφασίσει να μην κάνω εκπτώσεις. Διάβασε τον Φόκνερ  «Η Βουή και Πάθος». Δεν υπάρχει μεγαλύτερος νομίζω. Χωρίς τον Φόκνερ δεν θα είχα γράψει τίποτα.
Την άλλη μέρα το πρωί ο Παύλος και η Κική φεύγανε από τη Λάρισα. Πριν φύγει μου έδωσε το «Προς Ελευσίνα»  με αφιέρωση. «Είναι το πρωτότυπο μου είπε. Στο χαρίζω για την συνάντηση. Εδώ στην Ελλάδα το ανέβασε ο Κούρκουλος  στο Εθνικό τρείς μέρες, το κρατήσαν. Το μετάφρασαν αμέσως στα Σέρβικα και παιζόνταν στο Βελιγράδι για ένα μήνα ίσως και παραπάνω στην διάρκεια των βομβαρδισμών. Πήγα και εγώ,  σπουδαία παράσταση. Μας κράτησε ζωντανούς μου έλεγαν οι Σέρβοι»
Κρατήσαμε επαφή για κάποιο καιρό. Ένα μεσημέρι μου τηλεφωνεί και μου λέει «θα βάλω το επίθετό σου σε ένα βιβλίο που γράφω, σε πειράζει;» Γέλασα τότε γιατί μου είπε το επίθετο δεν ήξερα ότι κυριολεκτούσε:
Και συνέβη τις ημέρες εκείνες του Φεβρουαρίου, προτού ξημερώσει Μάρτιος και κινήσουν οι ετοιμασίες για την πανήγυρη, να αρρωστήσει το αγόρι του Βαραλή. Το παιδί τελείωνε το Δημοτικό και το ’χαν αποφασίσει να το στείλουν στη χώρα, σε συγγενείς, να σπουδάσει στο Σχολαρχείο και μετά να μπει μαθητευόμενος σε χρυσικό.
Οι γιάτρισσες από τα γύρω χωριά εξέτασαν το παιδί, η ξεματιάστρα το ξεμάτιασε τρεις φορές, πλην όλες προειδοποίησαν τους Βαραλαίους: το παιδί είναι σοβαρά, να το πάτε στη χώρα, σε επίσημο γιατρό.
Η μητέρα του παιδιού ετοίμασε τη σούστα, έζεψε το άλογο, να πάει ο Νικόδημος ο άντρας της το παιδί στον γιατρό. Όμως ο Βαραλής πήρε απόφαση: γυναίκα, ξέζεψε τη σούστα, της λέει, τώρα έχουμε λόγο να πάμε στο πανηγύρι του Μαρτίου.(Ο Παλαιός των ημερών)

Όταν το διάβασα ξαναμιλήσαμε στο τηλέφωνο. « Πως σου ήρθε με το επίθετο;» «Δεν ξέρω, μου κάθισε ηχητικά» μου είπε.
Μετά χαθήκαμε. Εγώ με τις συνεχής μετακινήσεις μου και μόνιμα σε επαγγελματική αναστάτωση Λάρισα – Βόλος και πάλι Λάρισα κι επιστροφή. Δεν πήγα να τον βρω στην Αθήνα που με είχε καλέσει. Κι έμεινε από τα χέρια του το «Προς Ελευσίνα» να μου θυμίζει αυτό που μου είχε πει: «όταν ακούσεις ότι πέθανα μην στεναχωρηθείς. Είμαι έτοιμος από μικρό παιδί»

Στα Καλάβρυτα, τρίχρονο ή τετράχρονο αγοράκι, είδα ένα βράδυ να αναδύεται από το παράθυρο απέναντι από το κρεβάτι μου μία γυναικεία μορφή. Δεν ήταν αγριωπή, δεν ήταν γλυκιά. Ήταν σκεφτική και αυστηρή, με τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω. Μπορεί να ‘ταν όνειρο, μπορεί παραίσθηση. Τι σημασία έχει;»….
«Εκεί γύρω στα 22 μου, μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα, είχα πραγματικά κάτι σαν… αποκάλυψη. Διάβασα Φόκνερ, Κάφκα και Μπέκετ και είδα σε μία ερασιτεχνική παράσταση μαθητών του Γαλλικού Ινστιτούτου το “Μάθημα” του Ιονέσκο. Και είπα: Να, λοιπόν, που γράφουν και έτσι. Γιατί για μένα ο υπερρεαλισμός και ο μοντερνισμός ήταν ο κανόνας. Η συνάντησή μου με αυτούς τους συγγραφείς μού δημιούργησε μια αίσθηση συνηγορίας και συντροφιάς. Από τότε το ήξερα, αλλά τώρα το αρθρώνω, τι δουλειά κάνει ο συγγραφέας. Είμαστε όλοι σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό και ο καθένας μας περιμένει ένα τρένο με οδηγό τον ψυχοπομπό Ερμή. Ξέρουμε που θα μας πάει, δεν ξέρουμε πότε θα ‘ρθει. Και ο συγγραφέας, ώσπου να ‘ρθει το τρένο, κάνει συντροφιά στους άλλους»…
GRAFFITO (εκδόσεις Καστανιώτη)

Πάντα καλά Παύλο,  πάντα  καλά

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΝ ΜΕΓΑ






Ιλιγγιάσει γαρ και ούτως   διάνοια με καταντικρύ σου απέναντι χυμένο γαλαξία και μόνο με το χέρι του Θεού ώστε ιλιγγιάσει η διάνοια όπως οι δε μιν φρέναι εκκεκοφεαται που θα έγραφε ο Αρχίλοχος για άλλους λόγους. 

Κι ήταν καιρός που πήρα την Εξαήμερο και την ψαχούλευα και είπα λόγια παλιά, περάσαν, τώρα η επιστήμη προσπερνάει τους δρόμους του ανθρώπου. Και ήρθαν  μετά τα πεδία Higgs  και ξαναπήρα από την αρχή το δρόμο και ιλιγγίασα  ην γάρ τι, ως έοικεν, και  προ του κόσμου τούτου. Ην γαρ τι και μεις ως αράχνη εγατζώθημεν στο της οικονομίας φορολογητέον όραμα   και οι φρένες μας κουφάθηκαν στα μεσημεριανάδικα της ακηδείας. 

 Ην τις πρεσβυτέρα της του κόσμου γενέσεως κατάστασις ταις υπερκοσμίοις δυνάμεσι πρέπουσα, η  υπέρχρονος, η αιωνία, η  αίδιος. Δημιουργήματα δε εν αυτή ο των  όλων κτίστης και δημιουργος απετέλεσε, φως νοητν πρέπον τη μακαριότητι των φιλούντων τον Κύριον. 

Κι έγινε λέει η αρχή του χρόνου μαζί με το χώρο αλλά πρώτον ήταν το φως,  φως νοητν. Και πως ήξερες εσύ ένας παπάς στα βάθη της Ανατολής, χωρίς ιστοσελίδα και πείραμα Cern τι έγινε στον κόσμο;

 Καλέ μου Βασίλειε που είδες τα επ μεν τον ουρανν τ κούφα και μεις της γης τα βαρέα. Το μυαλό μας κουράσθηκε, μας εκύκλωσαν  αι του βίου ζάλαι  όπως οι μέλισσες το κερί που έγραφε ο Θεόδωρος Δούκας  Λάσκαρης , μέσα στην έρημο του πόνου του. 

Η θύμησή σου μόνο στις νεκρές μας λέξεις, στις τελετές μας και στις μεγαλόστομες αναφορές μας  – «ο μεγάλος πατήρ» - , υποχρέωση των επιγόνων.  Κι αν μικρότατος εγώ σου γράφω σήμερα αρχή του χρόνου και της τάξις του χρόνου, του φωτός είναι για να σου πω ότι τώρα εννοήσαμε την φύση του φωτός όχι ως δέσμη φωτονίων, δυσιπόστατων μάλιστα αλλά ως μόνη ενέργεια που διασπά το μαύρο της ψυχής μας νεφέλωμα…

Είδον ταύτα εγώ, και την εν πάσι του Θεού σοφίαν έθαύμασα.