Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΤΑΛΙΚΕΣ




 
Ήταν μια φορά στην πόλη που οι άνθρωποι  το μόνο τους όνειρο ήταν ένα ποδήλατο.  Τέσσερα τα ποδήλατα που κυκλοφορούσαν. Ηταν ωραία ποδήλατα. Γεμάτα χρώματα και νίκελ αλλά κυρίως γεμάτα από την  πρωτόγνωρη χαρά του να δεσπόζεις στην ταχύτητα αλλά όχι με ξένη δύναμη  . Τα ποδήλατα τα είχανε γιοί γιατρών και βιομηχάνων. Η μόνη ταξική ανορθογραφία ήταν το ποδήλατο του Κομνηνού, γιός ξυλουργού και μάλιστα πρόσφυγα. Ο  Κομνηνός καμάρωνε στο ποδήλατο και γέμιζε η μέρα του  νιάτα και νίκελ και δειλινά  και προπαίδειες και βλέμματα θαυμασμού των παιδιών και των μεγάλων.  Μόλις τελείωνε το σχολείο  τραβούσε για την παράγκα του πατέρα του. Αυτός δούλευε και το ποδήλατο περίμενε τον Κομνηνό και τα μεγάλα του όνειρα.
Ο πατέρας πρόσφυγας,  τους είχαν δώσει όταν πρωτοήλθαν κάτι παράγκες στο λιμάνι  απέναντι από εκεί που τώρα είναι η Ναυτιλία. Οι καταστηματάρχες ήταν έξω φρενών και προσπαθούσαν να τους διώξουν.  Αυτοί δεν έφευγαν. Ώσπου μια μέρα κάποιοι έξυπνοι για να λύσουν το πρόβλημα έβαλαν φωτιά στις παράγκες. Οι πρόσφυγες πηδούσαν έξω έντρομοι. Μέσα στην παράγκα δούλευε ο πατέρας και ο  Κομνηνός. Πετάχτηκαν έξω. Ο  Κομνηνός όμως θυμήθηκε το ποδήλατό του και έτρεξε να το βγάλει. Δεν πρόλαβε.  Ήταν το πρώτο θύμα του ποδηλάτου σ’ αυτή την πόλη . Ποδηλατώντας έφυγε για έναν ουρανό που αγαπάει κάπως παραπάνω  τους Κομνηνούς  με τα ωραία ποδήλατα και ειδικά όταν ήταν πρόσφυγες.
Την κράτησα αυτή την ιστορία που μου διηγήθηκε ο  κ. Δημήτρης Τσιλιβίδης γιατί ζωή και θάνατος παίχτηκαν στη σέλα ενός ποδηλάτου. Την κράτησα γιατί θυμήθηκα όταν βρήκα και γω πεταμένη στην αποθήκη μια «νταλίκα» όπως τα έλεγαν τα θρυλικά ποδήλατα με εξίσου «βαριά» ονόματα Βίσμαρκ, Ρουαγιάλ  και τα Γκόρεγκ.  Στα ποδήλατα αυτά άνθρωποι έκαναν όνειρα, δουλειές, έρωτες, μεγάλωσαν οικογένειες.  Αυτά τα ποδήλατα είχαν άδεια κυκλοφορίας και αριθμό στο πίσω μέρος.
Εδώ στην ίδια πόλη ένα άλλο παιδί ο Δημήτρης πρωταθλητής του καγιάκ άνοιξε ένα μικρό μαγαζί πάνω από τον Περιφερειακό στην Ιωλκού Δεν ήταν εύκολη η απόφαση. Ο Δημήτρης τόλμησε. Ίσως να σκέφτηκε «ότι αν είναι να βγω εκτός Ελλάδος θα πρέπει να δουλεύω. Ε θα δουλέψω εδώ» Και αυτό έκανε. Ανοίγει με τον πατέρα του το μαγαζί στις 9 και το κλείνει στις 9 το βράδυ.  Θα τον βρεις ακόμα εκεί και τις Κυριακές. Η δουλειά όμως δεν έρχεται όταν την θέλεις εσύ αλλά όταν θέλει αυτή. Δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια. Πήρε το ποδήλατο του παππού του – Δημήτρης κι αυτός – μια θρυλική νταλίκα  και έφτιαξε όλη από την αρχή με τα νίκελ , με τα δερμάτινα καθίσματα και κείνη την αρχοντιά  μιας εποχής που τα πράγματα είχανε ψυχή και δεν τα άλλαζαν εύκολα. Το είδε κάποιος και του το ζήτησε. Δεν θα πουλούσε την «νταλίκα» του παππού βέβαια. Αλλά βρέθηκε κι άλλο και περιμένουν τώρα οι νταλίκες στην ουρά να γίνουν με τα ίδια υλικά που χρησιμοποιούσαν τότε. Αυτά τα ποδήλατα δεν είναι  αντικείμενα αλλά συνεχίζουν να μεταφέρουν όνειρα, πικρές και λύπες και χαρές και δάκρυα και ανατολές.. αυτά τα ποδήλατα μεταφέρουν ακόμα τη ζωή. Μαζί με το ποδήλατα ανασταίνεται η ζωή των ανθρώπων και μεταφέρεται στο δρόμο.  Έτσι ο Δημήτρης δεν δίνει ζωή σε παλιά ποδήλατα αλλά δίνει ξανά στα όνειρα ένα μέσο μεταφοράς να καβαλήσουνε ένα κόσμο αριθμών και να ξαναβγούν εκεί που η ανατολή αρχίζει μια καινούργια μέρα.







1 σχόλιο:

ΧΑΝΙΑ είπε...

ΦΙΛΕ ΕΙΣΑΙ ΛΕΒΕΝΤΙΑ ΜΕ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ! ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΠΟΥ ΜΑΣ ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΜΕ ΕΝΑ ΒΙΣΜΑΡΚ! ΑΥΤΟ ΑΝΑΠΑΛΑΙΩΝΩ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΚΑΙ ΔΑΚΡΙΣΑ.ΠΑΝΤΩΣ ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΠΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΣΑΝ ΚΑΙ ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΑΠΛΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΠΟΥ ΕΒΑΛΕ ΤΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΖΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΣΗΜΕΡΑ ΕΜΕΙΣ! ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΔΕ ΚΟΙΤΑΖΟΥΝ ΠΙΣΩ ΑΛΛΑ ΤΟ ΨΕΥΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΛΑΣΤΙΚΟ ΣΗΜΕΡΑ,ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΠΟ ΕΜΑΣ ΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΥΜΕ!