Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

ΑΙΝΤΕ ΘΑΝΑΣΗ.......






Όλοι δηλώνετε ιδιότητα

Καταναλώνετε ποσότητα
Και μου στερείτε τον ήλιο.
Κι εγώ δεν έχω καν ταυτότητα
Κι αν είμαι μια μηδαμηνότητα
Φτιάχνω δικό μου βασίλειο.



Γεννήθηκε στα χρόνια που οι μισοί κοιτούσαν με ένα μάτι τους άλλους μισούς και ο ήλιος ήταν εξαιρετικά αδιάφορος στον πόνο που προκαλούσαν οι άνθρωποι. Πέθανε όταν ο καθένας είχε κλειστεί στη φυλακή του και κοίταζε με μίσος κάθε τι ζωντανό.
Πατέρας και μητέρα άνθρωποι της καρδιάς κοιτούσαν ουρανό πριν να μιλήσουν.  Είχε ωραία φωνή για αυτό τον χρησιμοποίησε ο ουρανός για το γαλάζιο του.  Τον αγαπούσε ο ουρανός για αυτό του είπε και πήρε το δρόμο του βαφέα. Ήταν αυτός που άλλαζε την επιφάνεια  των πραγμάτων και τα μάτια την έπαιρναν σαν χρώμα .Μια μέρα ο πονηρός πήρε το κεφάλι  ενός φίλους του και τον έπεισε πως η κλοπή είναι καλύτερη από το βάψιμο. Τον έπεισε και βγήκανε κυνήγι. Το βράδυ αυτός δεν ήταν δυνατόν να κοιμηθεί. Έρχονταν στο μυαλό του ο πατέρας του. Μια φορά θυμήθηκε βρήκε στο δρόμο ένα πενηντάρι. «Να το πάρω, πατέρα;» « Εσύ το έβαλες εκεί;» τον ρώτησε κι αρνήθηκε. «Όταν βρίσκεις πράγματα που έβαλες εσύ στον κόσμο μπορείς να τα παίρνεις, τα άλλα δεν σου ανήκουν». Το θυμήθηκε. Μέσα στην νύχτα έτρεξε και έβαλε πίσω ότι είχε κλέψει  αυτά που είχε αυτός, τα άλλα τα είχε ο φίλος. Η αστυνομία τον έπιασε. Δεν είπε τίποτα πήρε το βάρος μόνος του. Τον έκλεισαν μέσα για κλοπές. Όταν βγήκε πια από τη φυλακή η ψυχή του είχε καεί και βρήκε αυλάκι το αλκοόλ να τη  δροσίσει. Τα πρώτα χρόνια το ποτό συνόδευε το βάψιμο. Μετά από το λίγο το βάψιμο συνόδευε  το ποτό και στην συνέχεια ήταν μόνο το ποτό που δεν συνοδεύε τίποτα.  Σπίτι του τα φανάρια της Αγίας Παρασκευής ανάλογα τον ήλιο. Χειμώνες παγωνιές και καλοκαίρια, και φθινόπωρα και γιορτές ήταν εκεί  φωνάζοντας στον ουρανό. Μιλούσε, έπινε και κάπνιζε και φώναζε. Τρομάζαν τα παιδιά. Κι αν ένα πρόσωπο γνωστό του έλεγε "Γειά σου Θανάση.."  γινόταν και πάλι  εκείνο το παιδάκι το καλό του σχολείου με την ωραία φωνή που όλοι του έλεγαν θα πήγαινε πολύ ψηλά μια μέρα. Μου είπαν ότι πέθανε και δεν τους πίστεψα. Πιστεύω ότι έφυγε για να είναι πλησιέστερα στα φανάρια του δημιουργού που ξέρει καλύτερα από μας τους ηθικολόγους τι είναι καθαρότητα και τη βρωμιά. Άιντε Θανάση….




Εσύ ξεφούσκωνες τα λάστιχα
Σε γράψαν στα κατάστιχα
Των τεντυμποϊστών
Κι εγώ έχω γίνει γομολάστιχα
Που σβήνει τα τετράστιχα
Ανθρώπων και θεσμών...
(N.Άσιμος) 






Τετάρτη, 12 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΝΤΑΛΙΚΕΣ




 
Ήταν μια φορά στην πόλη που οι άνθρωποι  το μόνο τους όνειρο ήταν ένα ποδήλατο.  Τέσσερα τα ποδήλατα που κυκλοφορούσαν. Ηταν ωραία ποδήλατα. Γεμάτα χρώματα και νίκελ αλλά κυρίως γεμάτα από την  πρωτόγνωρη χαρά του να δεσπόζεις στην ταχύτητα αλλά όχι με ξένη δύναμη  . Τα ποδήλατα τα είχανε γιοί γιατρών και βιομηχάνων. Η μόνη ταξική ανορθογραφία ήταν το ποδήλατο του Κομνηνού, γιός ξυλουργού και μάλιστα πρόσφυγα. Ο  Κομνηνός καμάρωνε στο ποδήλατο και γέμιζε η μέρα του  νιάτα και νίκελ και δειλινά  και προπαίδειες και βλέμματα θαυμασμού των παιδιών και των μεγάλων.  Μόλις τελείωνε το σχολείο  τραβούσε για την παράγκα του πατέρα του. Αυτός δούλευε και το ποδήλατο περίμενε τον Κομνηνό και τα μεγάλα του όνειρα.
Ο πατέρας πρόσφυγας,  τους είχαν δώσει όταν πρωτοήλθαν κάτι παράγκες στο λιμάνι  απέναντι από εκεί που τώρα είναι η Ναυτιλία. Οι καταστηματάρχες ήταν έξω φρενών και προσπαθούσαν να τους διώξουν.  Αυτοί δεν έφευγαν. Ώσπου μια μέρα κάποιοι έξυπνοι για να λύσουν το πρόβλημα έβαλαν φωτιά στις παράγκες. Οι πρόσφυγες πηδούσαν έξω έντρομοι. Μέσα στην παράγκα δούλευε ο πατέρας και ο  Κομνηνός. Πετάχτηκαν έξω. Ο  Κομνηνός όμως θυμήθηκε το ποδήλατό του και έτρεξε να το βγάλει. Δεν πρόλαβε.  Ήταν το πρώτο θύμα του ποδηλάτου σ’ αυτή την πόλη . Ποδηλατώντας έφυγε για έναν ουρανό που αγαπάει κάπως παραπάνω  τους Κομνηνούς  με τα ωραία ποδήλατα και ειδικά όταν ήταν πρόσφυγες.
Την κράτησα αυτή την ιστορία που μου διηγήθηκε ο  κ. Δημήτρης Τσιλιβίδης γιατί ζωή και θάνατος παίχτηκαν στη σέλα ενός ποδηλάτου. Την κράτησα γιατί θυμήθηκα όταν βρήκα και γω πεταμένη στην αποθήκη μια «νταλίκα» όπως τα έλεγαν τα θρυλικά ποδήλατα με εξίσου «βαριά» ονόματα Βίσμαρκ, Ρουαγιάλ  και τα Γκόρεγκ.  Στα ποδήλατα αυτά άνθρωποι έκαναν όνειρα, δουλειές, έρωτες, μεγάλωσαν οικογένειες.  Αυτά τα ποδήλατα είχαν άδεια κυκλοφορίας και αριθμό στο πίσω μέρος.
Εδώ στην ίδια πόλη ένα άλλο παιδί ο Δημήτρης πρωταθλητής του καγιάκ άνοιξε ένα μικρό μαγαζί πάνω από τον Περιφερειακό στην Ιωλκού Δεν ήταν εύκολη η απόφαση. Ο Δημήτρης τόλμησε. Ίσως να σκέφτηκε «ότι αν είναι να βγω εκτός Ελλάδος θα πρέπει να δουλεύω. Ε θα δουλέψω εδώ» Και αυτό έκανε. Ανοίγει με τον πατέρα του το μαγαζί στις 9 και το κλείνει στις 9 το βράδυ.  Θα τον βρεις ακόμα εκεί και τις Κυριακές. Η δουλειά όμως δεν έρχεται όταν την θέλεις εσύ αλλά όταν θέλει αυτή. Δεν κάθισε με σταυρωμένα χέρια. Πήρε το ποδήλατο του παππού του – Δημήτρης κι αυτός – μια θρυλική νταλίκα  και έφτιαξε όλη από την αρχή με τα νίκελ , με τα δερμάτινα καθίσματα και κείνη την αρχοντιά  μιας εποχής που τα πράγματα είχανε ψυχή και δεν τα άλλαζαν εύκολα. Το είδε κάποιος και του το ζήτησε. Δεν θα πουλούσε την «νταλίκα» του παππού βέβαια. Αλλά βρέθηκε κι άλλο και περιμένουν τώρα οι νταλίκες στην ουρά να γίνουν με τα ίδια υλικά που χρησιμοποιούσαν τότε. Αυτά τα ποδήλατα δεν είναι  αντικείμενα αλλά συνεχίζουν να μεταφέρουν όνειρα, πικρές και λύπες και χαρές και δάκρυα και ανατολές.. αυτά τα ποδήλατα μεταφέρουν ακόμα τη ζωή. Μαζί με το ποδήλατα ανασταίνεται η ζωή των ανθρώπων και μεταφέρεται στο δρόμο.  Έτσι ο Δημήτρης δεν δίνει ζωή σε παλιά ποδήλατα αλλά δίνει ξανά στα όνειρα ένα μέσο μεταφοράς να καβαλήσουνε ένα κόσμο αριθμών και να ξαναβγούν εκεί που η ανατολή αρχίζει μια καινούργια μέρα.