Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

A... o Brodsky!!!!!



Ταξίδεψε στη Βενετία  στα 1996. Το πρωί άφησε την γυναίκα του πήρε το  traggeto που πήγαινε San Michele. Πήγε κατευθείαν στον τάφο του Pound. Ξαφνιάστηκε. Aπέναντι σχεδόν είδε έναν ξύλινο σταυρό "Joseph Brodsky" Δεν το ήξερε. Κάθισε και σκάλιζε το χώμα. Θυμήθηκε:

Από το πουθενά μ’ αγάπη, στις αρχές του ποτέ,
αγαπητέ, σεβαστέ, γλυκιά μου, δεν έχει σημασία
ποιος, γιατί το σχήμα του προσώπου, μιλώντας
ανοιχτά, δεν το θυμάμαι, όχι μόνο εσάς, αλλά και κάθε
φίλο πιστό που σας χαιρετώ από μία εκ των πέντε ηπείρων,
που στηρίζεται στους καουμπόηδες ·
Σ’ αγαπούσα πιο πολύ κι απ’ τους αγγέλους κι από τον ίδιο μου εαυτό
γι’ αυτό και τώρα είμαι μακριά κι από τους δύο μας ·
Αργά τη νύχτα στην κοιμισμένη κοιλάδα,
καταμεσήμερο στη σκεπασμένη
από χιόνι μέχρι το χερούλι της πόρτας, πόλη
γλιστρώντας κάτω από τα σεντόνια –
όπως τουλάχιστον ειπώθηκε μετά –
χτυπώ το μαξιλάρι προφέροντας «εσύ»
απ’ τα πελάγη πέρα, στους κόσμου το τέλος,
μες στο σκοτάδι το κορμί σου αναζητώ με το δικό μου,
επαναλαμβάνοντας σαν τρελαμένος καθρέφτης*.

Όταν έφυγε από το νησί είχε πέσει μια γλυκιά ομίχλη στα νερά, στην ψυχή του μέσα πήγαινε ο ήχος των κυμάτων.  Η μέρα πήγαινε. Το μεσημέρι στο Café Florian όταν άκουσε το Μπολερό άφησε να πέσει μια σταγόνα καπουτσίνο στο χώμα. Ποτέ του δεν θυμότανε πότε ήταν η μέρα της ποίησης. Ποτέ του.

* Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©

Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο βιβλίο «Υπερασπίζοντας τον Καβάφη», Άγκυρα, 200

Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

Η ΜΑΖΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ



 Του Γιώργου Μίχου

Κανείς ποιητής δεν γράφει ήθος στα κοινά σήμερα. Τα μεταδικτατορικά αφηγήματα περί ποιητικής και πολιτικής ηθικής, βρήκαν την εκπλήρωσή τους σε κάποιες εξαγορές του αριστερού παρελθόντος από την κλεπτοκρατία, που κουρέλιασε κάθε ήθος, μετατρέποντας τον ποιητή σε δευτέρας κατηγορίας κλεπταποδόχο και τζουτζέ, με τη σιωπηλή αποδοχή μιας αριστεράς που συνοδοιπορούσε με την κλεπτοκρατία. Πρώην τραπεζικοί υπάλληλοι με κομμένα τα φτερά τους στο ευρωπαικό γήπεδο, με φιλάρεσκη υποταγή στον ακαδημαϊσμό των δεξιών καταβολών τους, δεν μπορούν να κρύψουν τις οικονομικές αποβλέψεις των επιλογών τους συν το θέαμα. Μια κοινωνία μετρίων τιμωρούσε επαρκώς το γεγονός ότι της ξέφυγαν δύο Νόμπελ. Από εκεί και πέρα η ποίηση μπήκε στο μηχανισμό της εξάρθρωσης της ποιότητας με την ποσότητα, συμπλέοντας με τα φωτεινά μηδενικά που εξέθρεψε και επέβαλε ο βαλκάνιος περονισμός που κατέλαβε το κράτος. Η ποίηση πια στη δημόσια σύγκρουσή της με την εξουσία, είναι ακκίσματα γεροντοκόρης με πολύ εσώρουχο που τραβάει το ηδονοβλεπτικό της δημοσιότητας. Αυτό δεν σημαίνει διόλου ότι δεν υπάρχουν ποιητές που με προσωπικά έξοδα ανέλαβαν το πρόταγμα του ήθους. Η κοινωνία αντίστοιχα ανέλαβε το πρόταγμα της λήθης. Αφού κανένας στίχος δεν κινητοποιεί τις μάζες, οι ποιητές έγιναν μάζα. Δεν χρειάζεται πάρα μια μικρή συμφωνία από δημοσιογράφους του πολιτιστικού φάσματος με σταλινικές οπτασίες και σκοτεινών υποκειμένων του χώρου των εκδόσεων να θεσμίσουμε την ύπαρξη αυτής της μάζας, σαν μιας ακόμη συντεχνίας δικαιούχων, με ποιά αόριστη αναπηρία άραγε, σε λιτανείες στην πρωτεύουσα. Δεν έχει σημασία, αν εξευγενίζοντας την πρόφαση, αναλάβει κανείς την παιγνιώδη κατάθλιψη που έχουν οι μαζώξεις των ποετάστρων, όπου οι αναγνώστες βλέπουν στα μάτια των ακροατών το μίσος που προκαλεί ο αποκλεισμός από τη δημοσιότητα, αφού και οι ακροατές το πάνε το γράμμα τους, γράφουν κι αυτοί. Δεν έχει ακόμα σημασία ούτε να αρνηθείς γιατί ποιός νοιάζεται για το τι κάνουν οι ποιητές. Έχει σημασία όμως να ξέρεις ότι κάποιοι από τους διοργανωτές, πριν καιρό, διοργάνωναν στα κρυφά ανθολογίες όπου το συμμετέχον ψώνιο θα ανθολογείτο αντί 90 ευρώ. Και είναι αυτοί οι ίδιοι που ίσως επαναφέρουν την πρόταση για μιαν ανθολογία λιτανευόντων ποιητών. Γιατί το ήθος της εποχής εξακολουθεί από αδράνεια να είναι το ταμείο. Οπότε στη λιτανεία των ποιητών, εμείς άλλο δεν έχουμε παρά να καθήσουμε παράμερα, να τους βλέπουμε όπως εποχούνται στην Ιστορία με άλφα κεφαλαίο, και να τους χαρίσουμε τη λιτανεία του μάγκα. Είναι το μόνο σοβαρό που στοχεύει αυτό το κείμενο.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Η ΔΟΜΝΑ ΚΑΙ Η ΣΙΩΠΗ




Την ώρα που η γενιά του Πολυτεχνείου έφαγε ακόμα  και τα σάβανα από τους πατεράδες της  (όπως λέει ο Μίχος)   μια γυναίκα πήρε στους ώμους της την μνήμη του λαού και την κουβάλησε στις μέρες μας.   Στολίδια  του πείσματος προς μια άγνωστη ελευθερία  που δεν κατακτάται αλλά μπορεί να προσμετρηθεί μόνο στο ύψος της βιωτής της κάθε μέρας. Αυτής της γυμνής ζωής του στρατοπέδου της Ελλάδος  που επί χρόνια καλλιεργείται ο απύθμενος εγωισμός ως δέος αντίπαλο της ανωνυμίας που δεν μεταθέτει την ευθύνη αλλά σηκώνει το βάρος της πέτρας του κόσμου με χαμόγελο.  Τώρα που σιγάζει η στάχτη βλέπουμε μπροστά μας το τοπίο ξεκάθαρο ένα τίποτα φτιαγμένο με θλιβερούς ανθρώπους που μεταφέρουν το χαμόγελό τους  από οθόνη σε οθόνη δηλητηριάζοντας τη μέρα μας. Ας κάνουν ότι θέλουν. Ο τάφος τους θα είναι στα σκουπίδια.
Κι από  την άλλη μεριά αυτή η απέραντη σιωπή των δημιουργών που πασχίζουν με ταπεινότητα  να ευθυγραμμίσουν την ψυχή τους με τον ψίθυρο του Θεού που τους παρακινεί να συνεχίζουν αφήνοντας ένα κομμάτι ουρανό γι αυτούς που θάρθουν έτσι ώστε να βρούνε λιγάκι νόστιμο τον κόσμο. 

Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ ΚΟΜΜΜΑΤΑ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ...


Σας ευχαριστούμε κόμματα, πολιτικοί  κυβερνήτες και υπάλληλοι της τρόικα για το καλό που μας κάνατε δείχνοντας μας ότι ο κόσμος σας είναι γεμάτος αριθμούς και ότι σε αυτόν τον κόσμο λείπουν οι άνθρωποι.

Σας ευχαριστούμε γιατί με τόση ανάπτυξη τα προηγούμενα χρόνια είχαμε ξεχάσει ότι υπάρχουν ανεμώνες και βουνά και άνοιξη που γυρίζει ακόμα στο αίμα μας και μυρίζει ουρανό.

Σας ευχαριστούμε που μάθατε πόσο σπουδαίος είναι  ο διπλανός μας γιατί εμείς τον είχαμε ξεχάσει.

Σας ευχαριστούμε γιατί καταλάβαμε ότι η ψήφος μας δεν είναι μια κοινωνική εκδήλωση που κάθε τέσσερα χρόνια βρίσκει χώρο και πραγματοποιείται αλλά είναι μια σοβαρή υπόθεση για σοβαρούς ανθρώπους που ξέρουν ότι ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένους από υπηκόους αλλά από πολίτες που νοιάζονται για την πόλη και για το κράτος τους όπως νοιάζονται για το σπίτι τους. 

Σας ευχαριστούμε γιατί καταλάβαμε ότι η πολιτική είναι διαχείριση της πόλης και ότι κάναμε λάθος που την αφήσαμε  χωρίς έλεγχο στα κόμματα που στόχο δεν έχουν την πολιτική αλλά την κατάκτηση της εξουσίας.

Σας ευχαριστούμε που μας μάθατε ότι με τα απλά πράγματα ζει ο άνθρωπος ένα χέρι, μια αγκαλιά ένα μικρό χαμόγελο της καλημέρας.

Σας ευχαριστούμε γιατί  για πρώτη φορά αισθανθήκαμε ότι δεν είμαστε καταναλωτές αλλά άνθρωποι με όνειρα και ιδανικά και συναισθήματα που τόσο καιρό με την πιστωτική κάρτα τα είχαμε ξεχάσει.

Σας ευχαριστούμε  γιατί είδαμε τους φίλους μας να ψάχνουνε μέσα στα σκουπίδια για ένα κομμάτι ψωμί που τόσο καιρό πετούσαμε χωρίς  να νοιαζόμαστε ούτε για το ψωμί ούτε για τους φίλους μας. 

Τώρα που απλώνεται μια σιωπή πριν από την καταιγίδα  θυμάμαι τα λόγια που είπε ένας Ευρωπαίος βασιλιάς  σε έναν κατακτητή του « Εύχομαι να είναι όμορφη η μέρα σου, κι εύχομαι ο ήλιος να λάμψει πάνω από τις πανοπλίες των στρατιωτών σου γιατί το απόγευμα θα σε νικήσω»

Σας ευχαριστούμε γιατί με το μικρό μυαλό σας πάνω στο κέρδος μας μάθατε ότι δεν αποτελείται από νομίσματα η ζωή αλλά είναι ότι είναι ένα όνειρο, ένα δικαίωμα, ένα δώρο από τον μεγάλο Θεό  που δόθηκε για να μεγαλώσει να κάνει κλαδιά για να σκιάζουν τα παιδιά που έρχονται….

 Ευχαριστούμε εσάς κόμματα, ευχαριστούμε εσάς πολιτικοί, ευχαριστούμε κι εσάς υπάλληλοι της Τρόικα…
Σας ευχαριστούμε πολύ, από την καρδιά μας…..

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Addio Lucio


Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 83. Εκείνο το καλοκαίρι δεν ήθελα να επιστρέψω στην Ελλάδα. Ήμουν μονάχος στην Μπολόνια. Τα πάντα κλειστά. Ένα καφέ μόνο κοντά στον σταθμό. Ύστερα τα μεσημέρια  giardini Margerita μέχρι να έρθει το απόγευμα να πέσει η  ζέστη. Τα βράδια καυτά στο σπίτι, τελευταίος όροφος, έβραζε. 

Πρέπει να ήταν μια νύχτα πριν την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου. Η ζέστη ήταν αφόρητη. Το σπίτι ακόμα και με ανοιχτά παράθυρα δεν με κρατούσε. Βγήκα έξω να περπατήσω sotto i portici.  Λίγο κόσμο συνάντησε στην Piazza Maggiore.  Μετά από λίγο έφτασε ένας αμερικάνος με μια ηλεκτρική κιθάρα. Ζήτησε ρεύμα από ένα μπαρ και του δώσανε. Καθίσαμε  κάτω κι ακούγαμε μπλούζ. Πέρασε η νύχτα ανάμεσα στις μπλε τις νότες.  Ήταν τρείς το  ξημέρωμα όταν ένας γύρω στα σαράντα με μούσι ζήτησε την κιθάρα. Όταν άνοιξε το στόμα του κατάλαβα ότι ήταν αυτός.  Κάποιοι σηκώθηκαν κι έτρεξαν. Μετά καταλάβαμε ότι πήγαν να ξυπνήσουνε φίλους.  Σε λίγο ο κύκλος μεγάλωσε.  Κι ήταν αυτός  εκεί μαζί μας τραγουδώντας Piazza grande. Κι είχε ένα φεγγάρι πανσέληνο γεμάτο όνειρα, γεμάτο σχέδια. Σήμερα άκουσα ότι πέθανε. Δεν τους πιστεύω. Θα τον συναντήσω ξανά στην Pi;azza Grande   να κυνηγάμε ξανά εκείνο το άπιαστο όνειρο του φευγαλέου στίχου, του νεογέννητου φεγγαριού  που πιάνει στα χέρια της Δεκαπενταύγουστο  μια υπέροχη γυναίκα και το φέρνει στο παιδί και Θεό της προσπερνώντας την μικρότητα των σπιτικών ονείρων. Addio Lucio.

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΟΝ ΑΝΟΙΓΕΙΣ


Όλα περνούν κι όλα μένουν,
αλλά δικό μας είναι το να περνάμε

να περνάμε κάνοντας δρόμους,

δρόμους πάνω στη θάλασσα.


Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα,

ούτε ν' αφήσω στη μνήμη

των ανθρώπων το τραγούδι μου.


Εγώ αγαπώ τους ανεπαίσθητους κόσμους,

τους αβαρείς και αβρούς,

σαν σαπουνόφουσκες.

Μ' αρέσει να τους βλέπω
να ζωγραφίζονται
από ήλιο
και πορφύρα, να πετάνε
κάτω από το γαλανό ουρανό,
να πάλλουν
κι αμέσως να σπάνε...

Ποτέ δεν κυνήγησα τη δόξα...
Διαβάτη, τα ίχνη σου είναι
μόνο
ο δρόμος και τίποτε άλλο
Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,

ο δρόμος γίνεται βαδίζοντας...


Βαδίζοντας γίνεται ο δρόμος

και γυρίζοντας το βλέμμα πίσω

φαίνεται το μονοπάτι
που
ποτέ δε θα ξαναπατήσεις

Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

μόνο απόνερα στη θάλασσα.


Πριν λίγο καιρό σ' αυτό τον τόπο

όπου τα δάση ντύνονται με αγκάθια

ακούστηκε η φωνή ενός ποιητή να κραυγάζει


"Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος,

γίνεται δρόμος βαδίζοντας"


Χτύπο το χτύπο στίχο το στίχο.


Πέθανε ο ποιητής μακριά από τον τόπο του.
Τον σκεπάζει η σκόνη μιας γείτονας χώρας.
Μακραίνοντας τον είδαν να κλαίει:

"Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

γίνεται δρόμος βαδίζοντας..."
Χτύπο το χτύπο στίχο το στίχο.

Όταν ο σπίνος δεν μπορεί να κελαηδήσει,

όταν ο ποιητής είναι ένας περιπλανώμενος,

όταν σε τίποτα δεν μας βοηθάει η προσευχή


Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος

γίνεται δρόμος βαδίζοντας
.
Χτύπο το χτύπο, στίχο το στίχο
Χτύπο το χτύπο, στίχο το στίχοΧτύπο το χτύπο, στίχο το στίχο

Πηγή: http://giorgosmixos.blogspot.com