Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2012

ΕΙΣ ΕΑΥΤΟΝ



Στον Γιώργο Μίχο

Δεν πρόλαβα πολλά ποιήματα να εκδώσω . Εκ των υστέρων αντιλαμβάνομαι ότι δικαίως. Η ζωή δεν χρειάζεται άλλα τυπωμένα βιβλία, ιδίως δικά μου . Κι αναλογιζόμενος τι πραγματικά θησαύρισα τώρα που δόξες και χρήματα βρίσκονται από την πλευρά της ματαιότητας, βρίσκω κάποια πράγματα μικρά αλλά πολύτιμα γιατί τα διασώζει η μνήμη. Ένα χαμόγελο ενός φίλου μετά από ζόρικες στιγμές, ένα χάδι σε μια στιγμή ανείπωτου πόνου και τέτοια. Στιγμές δηλαδή που δεν μπορούν να μπουν στην ιστορία αλλά ίσως σε κάποια υποσημείωση αν φτάσει ο χώρος.

Το ίδιο συνέβηκε και με τις λέξεις. Ζήσαμε σε ένα παράδεισο εικόνων μια τρυφηλότητα επιθέτων αλλά αναπολούσαμε ένα «σκιώοντο», ένα «δύσετο» απλά πράγματα που είχε παλιά ο καθένας που μεγάλωνε με το γάλα του Ομήρου. Κι όχι μόνο πνιγήκαμε στις χωρίς νόημα λέξεις αλλά είχαμε και την έπαρση μιας αυτοδικαίωσης χωρίς να αφήσουμε τον χρόνο για να κρίνει. Θελήσαμε να μπούμε στα σαλόνια της ιστορίας και φτιάξαμε κάτι τέντες με ψηφίδια χρυσά, δαιμονιστήκαμε.

Και τώρα που ήρθε το γλυφό νερό κι ένα ποτήρι ήλιο πια δεν έχουμε, τελείωσαν και τα παιγνίδια με τις δημόσιες σχέσεις εκλιπαρούμε για έναν λόγο έστω καλό αλλά ούτε κι αυτός έρχεται μέσα στο στερνό. Και θέλοντας να αριθμήσω όσοι είναι ακόμη στη ζωή και κάνουν τόπους για να αναπαυτεί η καρδιά με λίγα ρήματα και κόμματα πάνω στο λευκό ταράχθηκα γιατί κατάλαβα ότι τα πέντε δάκτυλά μου ήτανε λίγα κι επειδή αρχίσανε τα σωθικά μου να τρέμουνε άρχισα να χτυπάω τα δάκτυλα στο φιλιατρό κι άλλο δεν μέτρησα. Και θέλοντας να αριθμήσω πόσους εγνώριζα που πετούσανε τις λέξεις στο χαρτί έχωσα το χέρι μέσα στην τσέπη μου, γιατί εκατάλαβα, αλλοίμονο πως τα δάκτυλα δεν χρειαζόταν ολότελα καθώς εζαλίστην από τον μεγάλο αριθμό. Αλλά αναλογίσθηκα ότι με παρηγορούσε ακόμα η σκέψη ότι δεν μπορεί κάποιον καλό στίχο θα είχανε γράψει.

Κάθε μέρα φεύγει μια βάρκα που δεν προλαβαίνω. Κανένας δεν ζητάει παρά μονάχα έναν τρόπο να κρυφτεί από τον ίδιο. Δεν βρίσκω παρά αυτό το νερό που κατρακυλάει στον ύπνο μου και με κάνει να περνάω στα διάκενα των λέξεων. Δεν ξέρω αν εκεί είναι η πραγματική ζωή αλλά μπορώ ακόμα να καλωσορίζω τα «ευ» και τα «οι μάνα μου» με καλοσύνη. Αρκεί; ποιος ξέρει;

1 σχόλιο:

exoaptonkyklo είπε...

Το ταξιδι συνεχιζεται. Καλως σας ξαναβρισκω..