Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΤΑΚΗΣ ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΕΒΕΖΑ


Το επίθετο του χάνεται στην ιστορία της χώρας. Λένε ότι έρχεται από τον Δράκοντα τον νομοθέτη της Αθήνας. Το βρίσκουμε όμως στο Σούλι που ήταν τόπος της καταγωγής του. Ίσως στο αίμα του κυκλοφορούσε η ιστορία του Γιώργη του Δράκου που μόνος του είχε κρατήσει μακριά στρατούς ολόκληρους και τον είχε και τον παίνευε ο Μάρκος Μπότσαρης. Θα ήταν δύο χρονών όταν στην Πρέβεζα άκουσε ότι αυτοκτόνησε εκείνος ο παράξενος ο «ποιητής» από την Αθήνα ο Καρυωτάκης. Βέβαια δεν μοιράστηκαν την ίδια πόλη. Ο Καρυωτάκης έγραψε :

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια "ελλειπή" μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Η δικιά του η πόλη είχε θάλασσες, είχε παραλίες φωτεινότατες Λούτσα και Βάλτος και Λυγιά, Καστροσυκιά και δρόμους με χώμα. Στο λιμάνι το δικό του έφταναν καράβια από τον Πειραιά, έπαιζαν έργα στους κινηματογράφους Ακταίον, Πάνθεον και Γκλόρια. Όλη η Ήπειρος περνούσε από την δική του Πρέβεζα ξεχείλιζαν τόνοι οι σαρδέλες, τα όστρακα και οι γαρίδες και τα μαγαζιά που άνοιγαν από τα χαράματα.

Εκεί άκουσε για πρώτη φορά ακορντεόν. Θαμπώθηκε. Όταν έπιασε δουλειά επήρε ένα κι έμαθε. Άχαρη δουλειά στην εφορία. Τρία παιδιά. Κραβασαράς. Ταξίδευε τα βράδια με το όργανο. Περνούσαν πάνω του παιδιά κι αρρώστιες και χρόνια κι όνειρα κι οι πρόγονοι ο Γιώργης Δράκος με τα μαλλιά λυτά ταξίδευε. Και το ακορντεόν έγινε το καράβι και το σπίτι του, η άλλη ζωή του η πραγματική, που ζούσε στα διαλείμματα της άλλης, της σοβαρής, της καθωσπρέπει . Αθήνα με γλέντια, με πίκρες με ζόρια του ανήφορου που έχει η ζωή, αναμενόμενα και προσδοκώμενα άλλωστε. Μετά ήρθε η σύνταξη και γύρισε στην Πρέβεζα. Τους φίλους δεν τους ξαναβρήκε. Η πόλη άλλαξε. Το σαρδελάδικο στην παραλία έκλεισε κι έγινε «γιορτή σαρδέλας» Έγινε κι αυτή πόλη του αφρού και της εικόνας.

Θα τον έπαιρνε η μοίρα των πολλών αλλά αυτός είχε ακόμη το ακορντεόν. Μπορεί να ήταν ριγμένο στη γωνιά αλλά ήταν εκεί. Περίμενε.
Μια νύχτα σφύριζε ο αέρας έξω, Γενάρης μήνας ήταν, μέσα κοιμόταν όλοι ύπνο δεν είχε. Θυμήθηκε νότες και μελωδίες, τα παιδικά του χρόνια θυμήθηκε. Το σήκωσε από τη γωνιά και το έσφιξε στο στήθος. Τα μάτια του έκλεισε και έφυγε μαζί με τις νότες από το παράθυρο. Θυμήθηκε τη μάνα και τον πατέρα, θυμήθηκε τους φίλους και ιδιαίτερα αυτούς που φύγανε. Θυμήθηκε το γόνατο που έσκισε μικρός, τα όνειρα που έκανε κάτω από το φεγγάρι, την Αύρα και την πρώτη φορά που είδε τα μάτια της. Γέμισε το κεφάλι του μαύρα μαλλιά, το δέρμα τσίτωσε. Και ξύπνησαν μέσα του μελωδίες και νότες και διέσεις υπέροχες και δεν τον ένοιαξε κι έπαιζε, λέει όλη την νύχτα. Κι έπαιξε τόσο όμορφα που ξύπνησε όλη η Πρέβεζα μικροί μεγάλοι ξύπνησα και στάθηκαν έξω από το σπίτι κι ακούγανε και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε για το κρύο και το νερό που έπεφτε αδιάκοπα από τον ουρανό τον παγωμένο. Κι ήρθε, λέει, ο ποιητής ο Σπύρος ο Σολδάτος και πήγε να γράψει ένα ποίημα αλλά δεν μπόρεσε και δάκρυσε γιατί είδε να περνάει η ιστορία του και η ιστορία της πόλης του μπροστά του.

Κάποτε τελείωσε η μουσική και κανείς δεν μίλησε. Ήσυχα όπως είχαν έρθει, φύγανε. Κι αυτός κλείδωσε πάλι το όργανο και το έβαλε στο μπαούλο και δεν το πήρε ξανά να παίξει. Κανείς δεν μίλησε ούτε θα μιλήσει για κείνη την νύχτα, όσο και να τους ρωτήσεις γιατί είχανε νοιώσει τόση ομορφιά που είναι σίγουροι ότι άμα μιλήσουν θα την χάσουν για πάντα . Κάτι μονάχα σώζεται σε ένα ποίημα του φίλου του Σπύρου Παππά που γράφει:

Διαβαίνοντας και τώρα
Τ’ αχνόφεγγα σοκάκια
Με τα λαμπιόνια τα θολά,
Ακόμα ηχούν στ΄ αυτιά μου
Οι αξέχαστες καντάδες

Αλλά επειδή τίποτα στο σύμπαν δεν χάνεται ούτε έργο ούτε και ήχος η μουσική αυτή θα διασώζεται σίγουρα και θα ταξιδεύει εκεί ψηλά στο Α του Κενταύρου, ανάμεσα από μαύρες τρύπες και σουπερ νόβες. Άσε που εγώ είμαι σίγουρος ότι μια μέρα αυτά τα τεράστια κάτοπτρα που ψάχνουνε να βρούνε ίχνη άλλης ζωής μες στο διάστημα θα πιάσουνε την μουσική εκείνη του Τάκη του Δράκου να έρχεται από το διάστημα ως αντί-δώρο. Δεν ξέρω πότε θα είναι. Άλλωστε σημασία δεν έχει ο χρόνος αλλά το ταξίδι. Πως είπε ο άλλος ο ταξιδιώτης; "Πλέω επι οίνοπα πόντον επ’ αλλοθρόους ανθρώπους".

Δεν υπάρχουν σχόλια: