Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2011

Μιά στιγμή...... ή ο άγγελος στην πόλη...



Μια στιγμή μόνον, μια στιγμή

όσο διαρκεί η ακτίνα του φεγγαριού στα πεύκα.

Ύστερα περπάτησε στα αυλάκια, μύρισε δάφνη και το στόμα του χώμα.

Δάκρυα πολλά ράγισαν τότε.

Ενώ έξω πετούσε ο δρόμος διάφανες λαμαρίνες, μαρμαρυγές ενός εξαίσιου τέλους.

Απ’ την πολυχρωμία ίσως, απ’ το πολύ..

Έρχονταν μπροστά του πλήθος τα αντικείμενα ως και τα πιο μικρά τα ξεχασμένα, τα λησμονημένα άλλοτε ανθοφορούντα αεί.

Ο ήχος του πρώτου κινητήρα της μηχανής, χρωματολόγιο αυτοκινήτων, δερμάτινο σαλόνι της εποχούμενης υπόσχεσης, σέλα μιας μηχανής σπάζοντας μονοτονίες χρωμίων, χειροποίητη τράπεζα μίμηση σκαλιστών λιονταριών επάνω στην οξιά, φούρνος μικροκυμάτων . Όλα στη θέση τους. Ακούγονταν ρολόι να μετρά τα δευτερόλέπτα .

Τον άκουσε αυτόν τον ήχο. Πέρασε ξυστά από την πατουλιά που κρύβονταν ο λαγός, μύρισε την κορφή του βουνού, μέντα πάνω στο χιόνι κι έφτασε αργά ερεθίζοντας τη μεμβράνη του τυμπάνου. Ο χρόνος λήγει, αφέντη

Από τα χέρια του ξόδευε τη ζωή με το μικροσκόπιο. Εδώ τα βακτηρίδια του αύριο που χαράζουν γόνατο σε καλύτερες ημέρες. Κι εδώ μικρόβια του χθές πυρπολώντας κύτταρα, το αόρατο του κόσμου , στρατιές αγγέλλων ψάλλοντας αλληλούια άγιος- άγιος… μακριά ξεχώριζαν κουτιά. Σημάδι ότι η πόλη πλησίαζε.

Έδωσε μετά το πλευρό του για να φτιαχτεί η γυναίκα που δεν πλησίασε ποτέ. Στα μαλλιά της είχε όλες τις ανταύγειες της νύχτας και της μέρας, ενώ στα μάτια της δέσποζαν όλα τα είδη των ζώων που μιλούσαν μόνο το βράδυ τρώγοντας εντόσθια. Κατοίκησε μέσα στη μήτρα της. Στον τράχηλό της σπούδασε την ιστορία και όταν βγήκε τα μάτια του ήταν κλειστά.

Προσπάθησε να διακρίνει ίχνη του ιδρώτα παλιών ημερών πάνω στο χώμα. Έψαυσε το δάκρυ, των ξένων χεριών επάνω στην πέτρα. Κάποια νύχτα μαζεύτηκαν, οι πέτρες στο όνειρο και ενταφίασαν τα όνειρα. Ύστερα ήρθε βροχή και έκανε τα όνειρα να βλαστήσουν. Τότε ήταν που πήραν οι σκιές το πάνω χέρι καρπίζοντας νύχτα.

Είχε φτάσει στην μέση ηλικία. Τότε που ενώ βλέπεις το λουλούδι, γνωρίζεις το μαρασμό αλλά θυμάσαι ακόμα με τρυφεράδα ότι πριν από λίγο μόλις ξεχώριζε ο μίσχος του. Πατούσε το πληκτρολόγιο με την ελπίδα πως οι σκιές θα βρουν αέρα και θα παραμερίσουν ότι δεν αντέχουν στον ήλιο και στον άνεμο.

Όταν βγήκε ο ήλιος είχε φτάσει πλέον στην ηλικία που οι περισσότεροι θέλουν να γυρίσουν στην μήτρα αλλά φοβούνται μήπως ο τράχηλος έχει γράψει τη δική τους ιστορία και μόλις θα εισέλθουν θα περάσουν δοκιμασία και θα αποτύχουν. Αυτός όμως ήθελε. Είχε χορτάσει που όλα έρχονταν πολύ αργότερα από ότι έπρεπε. Η ζωή του είχε περάσει στα κενά. Παραμερισμένος από την αγιότητα δεν μπόρεσε ωστόσο να χωρέσει στην εκκοσμίκευση. Παρέμεινε με το παλιό του τόξο, ελπίδα Νεοπτόλεμων.

Το καμπανάκι χτύπησε ακόμα μια φορά κι ήταν το τέλος. Αποκοιμήθηκε στα ασφοδίλια ενώ στον αέρα χτυπιόνταν οι ακτίνες εκπομπής όλων των δελτίων ειδήσεων. Δεν θα αποτελούσε ποτέ ύλη της ιστορίας. Κι ο εαυτός του είχε ξεχάσει τον αρχικό σκοπό και το ύστερο σφύριγμα. Κάθισε τελευταία φορά κοιτάζοντας έναν καθρέφτη. Μέσα του άρχισε να ξημερώνει η πρώτη ώρα.

Χτυπώντας πόρτα περίμενε να τον ρωτήσουν όνομα και ιδιότητα και έτρεμε. Δεν είχε τίποτα. Χτύπησε μια………

Ο λαγός μπήκε στο όνειρο ξοδεύοντας ανατολές, μέχρι που χάραξε…

Δεν υπάρχουν σχόλια: