Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2011

Συνομιλία με τον Γιώργο Σαραντάρη



Θέλω να πω αλλά η γλώσσα χάνεται στον ουρανίσκο ανάμεσα σε σύμφωνα παλιά φωνήεντα των Πελασγών, των Λέλεγων των Κάρων μαζί με κάτι όνειρα Ελλήνων ποντισμένα στο ξερό γύρω από τα Φάρσαλα. Θέλω να πω ότι η ηλικία μου ξεπερνάει το όριο από την γέννηση μέχρι το σήμερα και προεκτείνεται στα όρια της γλώσσας μου. Κι αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει μόνο σε έναν άνθρωπο. Βλέπουμε με τα επίθετα των παππούδων μας κι ακουμπούμε τα βλέμματα στον ίδιο ουρανό του Ομήρου όπου εκεί εντοπίζεται η πρώτη μας γεωγραφία. Σε αυτή μπορεί κανείς να διακρίνει αρμονικά τα βότσαλα τα λειασμένα από αιώνων δακρυροούντες χειμώνες και άλλα τόσα καλοκαίρια. Σε αυτή τη δοκιμασία εγγράφεται ίσως αυτό το μικρό ταξίδι μέσα στο κόσμο όπου η αιωνιότητα δεν δίνεται ως ανταμοιβή αλλά ως ύψιστη πράξη απελευθέρωσης από την αιτία. Σ’ αγαπώ γιατί υπάρχεις. Χωρίς καμία ένδειξη υστεροβουλίας και μετάνοιας κάτι άγνωστο σε μια νευτώνεια ζωή στην οποία κολυμπήσαμε από την γέννησή μας. Ο Πανταλέων τότε γίνεται Παντελεήμων – που σήμερα γιορτάζει - καθώς αποδέχεται αυτή την απέραντη αγάπη ως κατάνευση χωρίς υστεροβουλία παρά μονάχα άφεση στην θωπεία της μη μεταφράσιμης καθημερινότητας. Για αυτό και οι θεραπείες και οι αναστάσεις και η ζωή που ξεχειλίζει από την πλήρη αποδοχή του ακατανόητου, του ά-λογου όπου η αγιότητα μεταφράζεται με αποδοχή του καλέσματος στη Θεοφάνεια και στη φωτοφάνεια που μεταμορφώνει το ελάχιστον μετατρέποντας το σε όλον.

Μη με ρωτήσεις αν βρίσκομαι μέσα σε αυτό γιατί το ξέρεις πως γράφοντας ξύνεις συνεχώς την πληγή του είναι δεν κατανοείς την ουσία του. Αλλά μπροστά στην καθημερινή περιπέτεια του θαύματος που η ηλιοφάνεια φανερώνει μετατρέποντας κάθε τι το υλικό σε παιγνίδι φωτός δεν μπορεί να τριγυρνάμε ως έντομα……

Συνομιλία με το αντικείμενο

πράγμα μοναχό του

σιωπή μετρημένη

από ένα άγνωστο αυτί

μας πλησιάζει

και δένει,

γύρω μας βουίζει

μυθικό έντομο

ένας Θεός.

(Γ. Σαραντάρης)

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΝΕ ΒΑΡΙΔΙΑ


Άκου το άγρυπνο σώμα του καλοκαιριού. Ανατέλλει στα μάτια του παιδιού ο φοβισμένος λαγός. Τον ξέρεις. Τον αντάμωσες παιδί στα όνειρά σου. Μια μέρα ανέβηκε στη γέφυρα και σου είπε «έλα». Άκουσες μόνο τον ήχο του νερού πάνω στο βλέμμα εκείνου που ραγίζει τον παλιό καθρέφτη της εφηβείας σου και σου επιστρέφει ακέραιος μετά την ανατολή των ματιών των δικών σου ανθρώπων. Το ξέρω πως έφυγαν.. Το ξέρω είναι γραμμένο μέσα στη μνήμη του λωτού την ώρα που ανθίζει εις μνημόσυνο.. το ξέρω το είδα μια φορά στη μέση του πελάγου στην ανατολή που κάρφωνε ο ήλιος τα μικρά κεράκια πάνω στα κύματα. Θέλω να σου πω ότι πρέπει να συνθέσω μια εικόνα του κόσμου να σου τη δώσω προσκεφάλι για ύπνο και δεν μπορώ. Εμποδίζομαι από τα χρόνια μου που μαζευτήκαν και μου χαλάνε την βασιλεία των ουρανών. Την ξέρεις.. ναι την ξέρεις…. εκείνη που αναβλύζει από τη σιωπή, απρόσκλητη, γεμάτη με φωτεινούς μεταξοσκώληκες και μεγαλώνει στην καρδιά σου, και μεγαλώνει η καρδιά σου και γίνεται δέντρο να κάθονται από κάτω οι ανθρώποι να μιλάνε.

Για αυτό δεν πεθαίνουνε οι άνθρωποι… γιατί δεν ξέρουνε πώς …. γιατί δεν χρειάστηκε πια μετά από την καλοσύνη που έβρεξε ο ουρανός. Μη μιλάς το ξέρω πως μιλάω με αινίγματα είναι για να τα πω πιο καθαρά, να μην τρομάξεις από την απλότητα. Γιατί σε αυτή θα φτάσουμε θέλουμε δεν θέλουμε στην απλότητα της αρμονίας και στην αρμονία της απλότητας που δεν σου λέω τη λέξη Θεός γιατί πάλι θα μπλέξουμε με ονόματα και θα χαθούμε.

Τώρα βαδίζουμε μέσα στο «ευ» το πολύ και το ελάχιστο , η θέση διαφέρει. Οπότε φύγε ελεύθερος από μας κι απαλλαγμένος. Τα μεγάλα ταξίδια δεν θέλουνε βαρίδια.

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2011

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΡΑΤΟΣ ... ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ


Ο Γιώργος σταμάτησε για λίγο στα φανάρια. Η εξάτμιση πάλι έκανε θόρυβο, θα έπρεπε να την κοιτάξει, δεν είχε καμιά διάθεση. Είχε ακουμπήσει πολλές ώρες πάνω σε αυτή τη μηχανή δεν χρειάζονταν άλλες. «Σβήσε να σου πω» είπε ο Δημήτρης κι έσβησε. Για ένα ταξίδι ήταν. Γιατί ταξιδεύουν οι άνθρωποι με μηχανή; Ταξιδεύουν γιατί τους συμπαρασύρουν τα βραδινά όνειρα, κατρακυλούν και τους παίρνουν τις ώρες τις μέρες μαζί με την αίσθηση της πρώτης αυτόνομης βόλτας στην παιδική ηλικία. Συζήτησαν για πιθανούς σταθμούς, επισκέψεις κάτι παλιά κάστρα που ήθελαν να δούνε. Ο Γιώργος ανέβηκε στην μηχανή και ανέβασε στροφές. Η μηχανή άνοιξε. Πιο κάτω ήταν φανάρι άναψε πορτοκαλί. Με την συζήτηση είχε περάσει η ώρα. Άνοιξε να προλάβει, όρμησε η μηχανή μπροστά κι η ζέστη μες στα μάτια του. Μόλις που τον είδε στην άκρη του ματιού. Παπί, λακκούβα, ελιγμός. «Θα τον πάρω από κάτω» κι έστριψε αριστερά. «Δεν θα πέσω στο διαχωριστικό» …. «έπεσα, αστο δεν βαριέσαι δεν είναι πρώτη φορά που έχουμε μετρήσει δρόμους, αστο να πάει, άστο …. Τι είναι αυτό; Ο στύλος…..»

Στην αρχή ένοιωσε ένα φως που μπήκε ξαφνικά μέσα στα μάτια του. Πόνο δεν ένοιωσε. Άκουσε από μακριά του μια σειρήνα. Στην άκρη από το βλέμμα του ο πατέρας να του απλώνει χέρι έτσι όπως του άπλωσε την φορά που έκανε το πρώτο βήμα.

Κι ο Γιώργος είδε πως δεν χρειάζεται τη μηχανή τώρα μπορούσε να πάει εκεί που πήγαιναν τα όνειρά του. Κι άνοιξε γκάζι κι έφυγε στο βάθος ενός απονήρευτου ουρανού, που δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε μεγάλους και μικρούς κακούς και καλούς και το μόνο που κοιτάζει είναι την καθαρότητα του άσπρου των ματιών του κάθε ανθρώπου. Φαίνεται ότι εκείνη τη στιγμή βρήκε του Γιώργο το λευκό ίδιο με το δικό του…… απονήρευτο …

Θα τον βρούμε ξανά στα μεγάλα ταξίδια των παιδικών μας χρόνων να παίζει αυτός ο τεράστιος με κείνο το μικρούλι το DT. «Το κράτησα για να μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια, το κράτησα για το που δεν μεγάλωσε η ψυχή». Θα μας την πει , θα προσπεράσει.... αφήνοντας στην άσφαλτο λιγάκι καλοσύνη να πορευόμαστε και μείς μες στο λιοπύρι

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ

Ήταν μία καταστροφή। Το σπίτι που είχε στην πόλη το πούλησε. Ένα χωραφάκι που είχε από την γιαγιά τη Μάρμω, το πούλησε. Είχε πάρει και δάνειο όλα για τη «μεγάλη επένδυση». «Θα με θυμηθείς» του είχε πει ο ξάδελφος του ο Μήτσος. «Θα βρούνε, λεφτά, περιουσία και τα’ αγκόνια σου».

Στην αρχή όλα πήγαινα καλά. Βρήκε κι ένα σπίτι μικρό στο κέντρο της πόλης στο ενοίκιο. Μετά από κανένα χρόνο αρρωσταίνει ο γιός έπρεπε να κάνει εγχείρηση πενήντα χιλιάδες πήγε τα κατάφερε. Μετά ήρθε η γυναίκα κάτι γυναικολογικά προβλήματα στη αρχή. «Καρκίνος» του είπαν. Πάγωσε. Θα την άφηνε; Πήγε λάδωσε την εγχείρησαν και δύο φορές την εβδομάδα την πήγαινε για χημειοθεραπεία εκτός της πόλης γιατί το δικό τους το νοσοκομείο δεν μπορούσε. Εκεί γονάτισε. Δεν πειράζει σκέφτηκε θα βρουν περιουσία τα παιδιά.

Ώσπου έσκασε η «απελευθέρωση των κλειστών επαγγελμάτων». Έμαθε ότι είναι ένας «ταξιτζής», χωρίς όνομα που όλοι του έκαναν χάρη που υπάρχει, αλλά δεύτερης κατηγορίας άνθρωπος, κακός. Πήγε κι αυτός με τον ξάδελφο στα Τέμπη, έκλεισαν το δρόμο εκτός της Πέμπτης, που πήρε πάλι την γυναίκα του για χημειοθεραπεία. Το ίδιο θα κάνει και την Τρίτη – άμα χρειαστεί.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

Το μυαλό της κότας

Έχουμε περάσει πλέον σε γωνίες του ουρανού σκοτεινότατες. Εκεί που ο λόγος καμπυλώνεται και απορροφάται πλήρως από την μαύρη τρύπα της αηδίας του πλουτισμού και της μανίας για εξουσία. Ποιες εποχές κρίσης; Απλώς η ψείρα χόρτασε και βγήκε στο γιακά, αποκαλύφθηκε πλήρως. Ζητά εναγωνίως και τα τελευταία σπαράγματα του εθνικού πλούτου, τις τελευταίες επιδοτήσεις και τα μισά του δώρου των συνταξιούχων. Πίσω της οι άλλοι βλέπουν την σκοτεινή συνομωσία των Ελ που συγκρούονται με τον σκοτεινό Βόλντεμορτ καθώς ο αιώνιος παλιμπαιδισμός αποζητά πάντα το χτύπημα του χεριού στο τραπέζι ίδιο του ανθρώπου που αδυνατεί να σκεφτεί και να εκφράσει επιχειρήματα. Αναπνέουμε ακόμα μέσα από τα καλάμια του Παπαδιαμάντη και του Σεφέρη όσο μας επιτρέπει αυτό το αδίσταχτο έλος τους ψεύδους και της κομπορρημοσύνης που εκχέεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και πολλαπλασιάζεται στην απύθμενη βλακεία μιας εξ’ ίσου χαμένης καθημερινότητας.

Το πρόβλημα έχει πάψει από καιρό να είναι πολιτικό «Ἐπεὶ δ᾽ ἐστὶν ἡ εὐδαιμονία ψυχῆς ἐνέργειά τις κατ᾽ ἀρετὴν τελείαν, περὶ ἀρετῆς ἐπισκεπτέον ἂν εἴη· τάχα γὰρ οὕτως ἂν βέλτιον καὶ περὶ τῆς εὐδαιμονίας θεωρήσαιμεν. δοκεῖ δὲ καὶ ὁ κατ᾽ ἀλήθειαν πολιτικὸς περὶ ταύτην μάλιστα πεπονῆσθαι· βούλεται γὰρ τοὺς πολίτας ἀγαθοὺς ποιεῖν καὶ τῶν νόμων ὑπηκόους. [...] εἰ δὲ τῆς πολιτικῆς ἐστὶν ἡ σκέψις αὕτη, δῆλον ὅτι γίνοιτ᾽ ἂν ἡ ζήτησις κατὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς προαίρεσιν. περὶ ἀρετῆς δὲ ἐπισκεπτέον ἀνθρωπίνης δῆλον ὅτι· καὶ γὰρ τἀγαθὸν ἀνθρώπινον ἐζητοῦμεν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν ἀνθρωπίνην. ἀρετὴν δὲ λέγομεν ἀνθρωπίνην οὐ τὴν τοῦ σώματος ἀλλὰ τὴν τῆς ψυχῆς· καὶ τὴν εὐδαιμονίαν δὲ ψυχῆς ἐνέργειαν λέγομεν».(Αρ. Ηθικά Νικομάχεια 1102 α 5-16 Για ποια ευδαιμονία λοιπόν καθώς το ζητούμενο είναι η χρηματική ευδαιμονία του κυβερνώντος ή του συγκυβερνώντος; Για ποια ευδαιμονία όταν το ζητούμενο είναι η διατήρηση της εξουσίας με κάθε μέσο; Για ποια ευδαιμονία όταν το ζητούμενο για το λαό είναι η επιστροφή στη τεμπελιά και στην σπατάλη;

Επιπλέουμε μονάχοι μας από βουνό σε άλλο βουνό κρατώντας στα χέρια μας διηγημάτια παλιά του κυρ Αλέξανδρου, εξώπορτες των λιθοξόων από το Ζουπάνι που έτρεφαν απεριόριστη εκτίμηση στην λεπτομέρεια κι ένα ζεϊμπέκικο του Βαμβακάρη ως διατήρηση της αρμονίας του ασύντακτου χώρου μας…