Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2011

ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ




Νέα πολιτεία του ηφαιστείου που γεφυρώνει λάβα

των καλαθιών τους πόρους, την ύψωση της λάμπας.

Είδα το φως μια μέρα του Ιούνη χλιμιντρίζοντας ανατολές

και φαγωμένα ξύλα.

Περπάτησα στην όχθη του ποταμού και ενίοτε κολύμβησα

ξύπνησα με ρείκια μες στο βλέμμα για αυτό κάποιες φορές τα βράδια

κλωτσάνε μες στον ύπνο οι γυρίνοι και πετάγομαι.

Πατέρας μου στάθηκε ένα μεγάλο χέρι με τρίχες δασιές που βόσκησαν

πάνω του ανήμποροι χρόνοι και μια χλαίνη σαρακιού μες στα μπαούλα.

Τώρα τον έχω κλείσει μέσα μου κι ας έρχονται συχνά λόγχες στον ύπνο

να κλωτσάνε ποταμούς και γλώσσες με τα γεφύρια τους όλα.

Παρέες μαζεμένες των εμπόρων σφράγισαν μια μέρα ερχόμενη.

Δεν γίνονταν αλλιώς, η μαθητεία περνά μέσα από χαρτονομίσματα που απομυζούν

τα όνειρα ως να εμφανιστεί η βασιλεία της σκόνης στα χόρτα που ωριμάζουν.

Όλα συναλλάσσονται με φως ακούω τους παππούδες μου να λένε

και μια τριανταφυλλιά με απλές υποσχέσεις διαττόντων ξενυχτάει στα ξύλα του κήπου διαλύοντας στο τοπίο μικρά ερεβώδη σύννεφα ως υδατογραφία νυκτός.

Μητέρα μου ο κρυμμένος κήπος από την ουρά ενός σκυλιού που μπαινοβγαίνει ακόμη στα φανάρια και στα ιστία των καραβιών που αργόσχολα μουσκεύουν δευτερόλεπτα στ’ αλάτι.

Γεύτηκα αυτόν τον κήπο που ενίοτε γινόταν δέντρο, μικρή πολιτεία κι αγκαλιά κοριτσιού για να βυθομετρώ το άδειο του τοπίου.

Τότε εμφανίζονταν ο σκύλος με το δέρμα το σκισμένο φυσώντας σταυροδρόμια την ώρα που αρπίζει το φθινόπωρο στο δέρμα μου τα χρόνια τα ληγμένα.

Αν σκύψεις στο χαρτί θα δεις βαστάζους φορτωμένους μικρές ζωές της πολιτείας. Οδεύουν στον κήπο όπου ξεχωρίζει η ουρά του σκυλιού και απέξω έμποροι μετράνε την πραμάτεια. Τα όνειρα θα σκεπαστούν και πάνω τους

θα φυτρώσουν στίχοι που θα βλέπουνε τα παιδιά ένα γλυκό φθινόπωρο να πλησιάζει. Κι ένα μωρό με τα χειλάκια του ακόμα πρησμένα κρυμμένο πίσω από τον αργαλειό της μέρας θα κοιτάξει στην άκρη του πρωινού που φέγγει πίσω από τις καμινάδες. Στην γέφυρα θα μιλήσει ανατολή με λέξεις πλυμένες από σύμφωνα, ολοκάθαρες και νεαρές στη γλώσσα του Θεού.

Ξεκίνησα λοιπόν και πήγαινα με τα χέρια επαιτώντας μια μούσαν λεπταλέην κι αντιστροφές κανόνων που μόλις επιστρέφανε από το σχολείο. Τα πόδια στα σανδάλια και στο τρίποδο η αυγή με καθαρά τα πρώτα λόγια μου που παίζω………….

Στο δρόμο το γεφύρι βέβαια έσπασε..

Οι έμποροι διαλύθηκαν και χειμώνιασε στην τριανταφυλλιά

αλλά πριν γίνει αυτό το ταξίδι πήγαινε ξεσκούφωτο

για να ακουμπήσει στην αμμούδα..

Κι ήρθε λοιπόν το σύννεφο που αργότερα ονόμασα γνόφο ζωής

απ’ τους περαστικούς πήρε τα πουκάμισα και από τα δευτερόλεπτα

όλη την άχνη του χρόνου..

Μ’ άφησε μονάχα λεξούλες να κτίζω μιαν αυγή …. να λέω……

Δεν υπάρχουν σχόλια: