Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Ο ΠΑΠΑ-ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΑΚΟΣ


Είχε πει το «Δεύτε λάβετε φως», το χαιρόταν. Θυμόταν που πάλευε μικρός να πάρει πρώτος την φωτιά. Τώρα παπάς ξέρει πως δεν είναι αυτό το φως, άλλο φως έχουμε ανάγκη να πάρουμε, τώρα το ξέρει αλλά συνεχίζει να χαμογελά με το πάθος των παιδιών να είναι πάντα πρώτοι. Κι ύστερα γέμισε φώτα η Εκκλησία. «Πάμε Χρηστάκο» είπε στο γιό του που ήταν δίπλα του. Χαίρονταν ο Χρηστάκος, μπορεί κάπως να λέγανε για τον παπά πατέρα του, τα πρωτάκια από το δημοτικό αλλά σήμερα… σήμερα ήταν άλλο. Φορούσε την χρυσή στολή με τα κόκκινα και του πήγαινε. Αυτός που ούτε στιγμή δεν μπορούσε να μείνει ήσυχος σήμερα καθόταν δίπλα στον πατέρα του περήφανος. Κουβέντα δεν έβγαζε. Στιγμή δεν κουνήθηκε. Τον κοίταζε ο πατέρας του «μωρέ σαν να ψήλωσε ο μπόμπιρας» «Πάμε Χρηστάκο, πάρε το εξαπτέρυγο» Βγήκαν έξω στο προαύλιο που ήταν η εξέδρα, ήταν λίγο πριν τις 12. Ο παπά – Διονύσης την φοβόταν αυτή τη στιγμή. Τα τελευταία χρόνια στην Δροσιά την ώρα που έλεγε «Χριστός Ανέστη» γινόταν πόλεμος ναυτικές φωτοβολίδες, όπλα. Προσπάθησε κάποια στιγμή να τους πει να σταματήσουν, δεν είναι αυτό Ανάσταση, δεν είναι αυτό η Ανάσταση. Έλεγε πάλι μέσα του «παιδιά είναι» και μόλις τελείωνε και έμπαινε πάλι στην Εκκλησία «του χρόνου πρέπει να τα σταματήσω, αν δεν σταματήσουν θα σταματήσω εγώ την Λειτουργία.» Το ίδιο έλεγαν και οι επίτροποι αλλά τι να κάνουν; Μια φορά τόλμησε ένας να το πει στον αστυνόμο. «Μην τα βάζεις με τα έθιμα», του είπε. Κατέβασε κι αυτός το κεφάλι κι από τότε έβαζε την οικογένεια να κάθεται στο προαύλιο της Εκκλησίας. Μερικοί πήγαν να διαμαρτυρηθούν και σε κάποιους πολιτικούς «αστεία πράγματα εδώ έχουμε τόσα προβλήματα άσε τον λαό να ξεδίνει» κι αυτοί δεν είπαν τίποτα, που να απευθυνθείς;

«Διαγενομένου του Σαββάτου…» διάβασε, ο παπά Διονύσης. «……. και ουδενί ουδέν είπον. Εφοβούντο γαρ.» Τελείωσε, το ευαγγέλιο. Λίγο πριν πει το Χριστός Ανέστη άναψε ο πόλεμος. Κρότοι και φώτα παντού. Ο κόσμος φοβήθηκε. Ο Χρηστάκος σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τον πατέρα του. Έτοιμος ήταν να πει «τέλος αν δεν σταματήσετε δεν θα κάνουμε Ανάσταση σήμερα. Την ώρα εκείνη ο Κ γείτονας 25 χρονών παιδί είχε πάρει ένα πιστόλι ναυτικό και έριξε. Η φωτοβολίδα χτύπησε σε ένα δέντρο, γυρνάει και χτυπάει τον Χρηστάκο στο πρόσωπο. Πάγωσε ο παπα – Διονύσης… «Παιδί μου» είπε, «παιδί μου» αυτό ήταν το Χριστός Ανέστη που άκουσαν στη Δροσιά εκείνη την Ανάσταση.

Έτρεξαν το παιδί στο νοσοκομείο, στην εντατική. Πέντε μέρες ο παπα – Διονύσης κρατούσε το χεράκι όπως το κρατούσε πάντα όταν αρώσταινε και παρακαλούσε για ένα θαύμα, να σωθεί το παιδί ο Χρήστος, ο Χρηστάκος του. Οι φίλοι του έλεγαν να τον «κρεμάσουμε τον φονιά, σκότωσε το παιδί» Τους είπε να σταματήσουν δεν είναι ώρα για εκδικήσεις.

«Αφήστε τον σας παρακαλώ, δεν θέλω ούτε να διωχθεί, εμείς φταίμε που τόσα χρόνια το ανεχθήκαμε και κοροϊδεύαμε τον Χρηστό με τα βεγγαλικά και δεν προσπαθήσαμε να τους σταματήσουμε. Εμείς φταίμε. Ας τιμωρηθεί το παιδί με την αγάπη μας. Τι θα έκανε ο Χριστός στη θέση μας; Αυτό να ρωτάτε» Τέσσερα μερόνυκτα παρακαλούσε. Την τέταρτη νύκτα δεν ξέρουμε τι έγινε ήταν στην εκκλησία στο ιερό, τον είδαν το πρωί κίτρινο αλλά γαληνεμένο. «Σήμερα ο Χρήστος θα τελειώσει» «Θα βγει το παιδί; Πες παπά – Διονύση» Λίγο πριν τις 11 ήρθαν από το νοσοκομείο «Δυστυχώς κάναμε ότι μπορούσαμε» είπε. Ο παπα – Διονύσης κοίταξε τον ουρανό κι ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του, στο χώμα.

Η άλλη μέρα, η αναστάσιμη ήταν για την Δροσιά μεγάλη Παρασκευή. Άσπρο το φέρετρο. Κι ο παπά – Διονύσης χλωμός δίπλα να του κρατάει το χεράκι, όπως έκανε πέντε μέρες τώρα στην εντατική. Τον κρατούσε και περνούσε μπροστά του όλη η μικρούλα ζωή του Χρηστάκου. Η εγκυμοσύνη , «μην κουνιέσαι, θα τα κάνω όλα εγώ», η ώρα της γέννησης, η χαρά μόλις ήρθε κι όλα πήγανε καλά,. Θυμήθηκε την ώρα που έβγαζαν τον γιό του από την αίθουσα τοκετού κι άνοιξε τα ματάκια του και τον κοίταξε «γειά σου Χρηστάκο». Θυμήθηκε τα πρώτα ξενύχτια, αυτός σηκώνονταν με το πιο μικρό του κλάμα, και μετά δεν μπορούσε να κοιμηθεί τον έπιανε λιγάκι ο ύπνος στον όρθρο, εκεί κοντά στην Αγία Τράπεζα. Θυμήθηκε το πρώτο γέλιο του, την πρώτη φορά που περπάτησε, τα βαφτίσια του, καμάρι που τα έκανε που ήταν παππάς και πατέρας, το πρώτο του ποδήλατο, την πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο, τις αρρώστιες δεν θα ξεχάσει εκείνες τις αρρώστιες την πρώτη χρονιά, πέντε φορές στο νοσοκομείο κι οι πέτρες τον ξέρανε πια και ο Χρηστάκος να μεγαλώνει πάντα με ένα χαμόγελο, θυμάται που στο νοσοκομείο είχε σηκώσει όσα παιδάκια μπορούσανε και παίζανε. Ακόμα κι όταν ο πυρετός τον είχε καταβάλει αυτός γελούσε.. Γελούσε ….. αυτό ήταν ο Χρηστάκος του ένα γέλιο από το Θεό ήταν. Και μαζί του μεγάλωνε το δικό του το γέλιο, μεγάλωνε η δική του η ψυχή. Θυμήθηκε την πρώτη μέρα στο Δημοτικό πριν λίγους μήνες. Είχε πάρει μια τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι του και πήγαινε με το κεφάλι ψηλά, περήφανος, κρατώντας το χέρι του.

Ποτέ του δεν του είχε πει «έλα στην εκκλησία» πριν πάει στο σχολείο σηκώνονταν την Κυριακή «πάω στο μπαμπά» έλεγε και πήγαινε εκεί στο ιερό. Δεν τον έντυνε στην αρχή παπαδάκι δεν ήθελε να ζοριστεί. Μετά του άρεσε και τις περισσότερες Κυριακές ήταν μαζί του. Του άρεζε. Ήταν φορές που ένοιωθε ότι μπαίνει στα μάτια του παιδιού του κι αντικρίζει από εκεί τον Παράδεισο. Εκείνη την Ανάσταση του τον είχε ντύσει αυτός γιατί μόνος του ακόμα δεν μπορούσε. Τώρα το σκέφτονταν ότι τον είχε ντύσει να πάει έτοιμος ιερέας αυτός αγαπητός του Παλαιού των ημερών για να γιορτάσει.

«Ποιος να μην θρηνήσει, παιδάκι μου, το πένθιμο ταξίδι σου απ’ τη ζωή αυτή; Ότι μικρούλης ανώριμος, από την αγκαλιά της μητέρας σου, γρήγορα σαν πουλάκι πέταξες και στων όλων των Κτίστη κατέφυγες; Παιδάκι μου ποιος μπορεί να μην κλάψει βλέποντας το προσωπάκι σου που μαράθηκε, που ήταν πριν λίγο σαν τριαντάφυλλο γλυκό;» στάζαν τα λόγια του Δαμασκηνού επάνω του, καρφάκια κι ανέβαινε η ψυχή του πάπα – Διονύση μέχρι τα μάτια του κι έσταζε στο χώμα που σκέπασε τη μορφή του Χρηστάκου, του Χρηστάκου του.

Το βράδυ το πέρασε δίπλα στον τάφο να του κρατάει συντροφιά. Το πρωί είχε ηρεμήσει πλέον και πήρε το δρόμο για την Εκκλησία. Στο δρόμο έπεσε το μάτι του σε κάτι εφημερίδες. «Θρήνο για τον επτάχρονο» «Λύγισαν καρδιές στην κηδεία του επτάχρονου»

«Δεν ήταν επτάχρονος, μωρέ» τον ακούσανε να λέει «δεν ήταν ο επτάχρονος, ο Χρηστάκος ήταν, ο Χρηστάκος μου, το παιδάκι μου, ο δάσκαλος μου»

Δεν υπάρχουν σχόλια: