Τρίτη, 31 Μαΐου 2011

ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ


Τώρα κατρακυλάμε μέσα στο όνειρο της πλατείας. Μπορεί να επιζητούμε τα ανοικτά οράματα αλλά ξεχνούμε ότι κάποιοι έχουν συνηθίσει να βγάζουν κέρδος ακόμα και από τις συλλαβές της σκέψης. Γυρίζουν γύρω από τα αίματα του Πολυτεχνείου ξεπουλώντας την πραμάτεια μας αφήγησης, περιτέχνως δομημένης με ωραία αρχέτυπα. Περί ιδεολογίας ούτε λόγος, μόνο στο περιτύλιγμα ίσα ώστε να μπορεί να πληρώνει ο καταναλωτής χωρίς να αισθάνεται ληστευμένος.

Ως εκ τούτου δεν μένει παρά να υποψιασθώ την χαρά των media προφητών όταν στέκονται εμπρός στους «αγανακτισμένους» καθώς δεν μπορεί η χαρά η δική τους να συμπίπτει με τη δική μας χαρά. Η αίτηση της φυγής των 300 είναι μέρος του προβλήματος καθώς το άλλο παραμένει ανέπαφο στη δικαιοσύνη, στα σχολεία, στην τοπική αυτοδιοίκηση και εν τέλει στο σπίτι μας το ίδιο καθώς ο εκμαυλισμός είναι προϊόν των αξιών μας. Ας κατρακυλήσουμε μέσα στο όνειρο της πλατείας μες σε μια πλήρη αθωότητα. Κι αν αποβεί ουτοπικό ας παραμείνουμε να θωπεύουμε τις ουτοπίες μας. Δεν θα ξεχάσω ότι ένα κομμάτι των αφηγήσεων είμαι του Πολυτεχνείου, της δημοκρατίας, της «χρυσής Ελλάδος» του χρηματιστηρίου και των Ολυμπιακών αγώνων και εν τέλει της πλήρους κατάρρευσης. Ισοδυναμούν όλα αυτά με τις «μεγάλες προσδοκίες» του κ. Πιπ. Εμείς είμαστε οι κ. Πιπ τον Ντίκενς δεν γνωρίσαμε ακόμη αυτόν δηλαδή που γράφει την ιστορία.

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΦΟΓΚ ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ



Ούτε λέξη να πω: Καβουρδίζω λόγια όσα είπαμε γιατί στο καψιμί του χάρου όλα επιτρέπονται: Ο Γιάννης λέει «πάει». Ποιος είναι αυτός; Τι είναι αυτοί οι παράξενοι που μιλάνε με τις λεξούλες, τρέχουνε στην εθνική της γλώσσας και σταματάνε μονάχα σε κάτι επιρρήματα και χάνονται σε ουρανούς με τόνους δασείες, ψηλές χωρίς κανένα δάσκαλο , με λίγα μόνο φωνεντάκια όσα δεν μπορεί να προφέρει το μπουκωμένο στόμα; Ποιοι είναι αυτοί που «δύσαιτο ηέλιος σκιώονται δε πάσαι αγυιαί» και αμέσως δύει ο ήλιος και σκιάζονται τα δρομάκια κι οι παράδρομοι σε κείνο του βουνό που παρ’ όλα που ήταν δίπλα σου, δεν το είδες ποτέ κι έφτασε ένας Όμηρος χιλιάδες χρόνια πριν να στο φωτίσει;

Γνώρισα μόνο τον κύριο Φόγκ που ήθελε να πάει διακοπές κι από τότε ξαναείδα την θάλασσα ως μια υπέρτατη δυνατότητα λήθης του σώματος. Κι ως θετικό στοιχείο κατανόησα ότι δεν είμαι ψάρι . Εκτοτε κινούμαι πάντοτε λάθρα μες στην ομίχλη της, Που να πηγαίνω άλλωστε, που να πηγαίνουμε;

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Ο ΠΑΠΑ-ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΗΣΤΑΚΟΣ


Είχε πει το «Δεύτε λάβετε φως», το χαιρόταν. Θυμόταν που πάλευε μικρός να πάρει πρώτος την φωτιά. Τώρα παπάς ξέρει πως δεν είναι αυτό το φως, άλλο φως έχουμε ανάγκη να πάρουμε, τώρα το ξέρει αλλά συνεχίζει να χαμογελά με το πάθος των παιδιών να είναι πάντα πρώτοι. Κι ύστερα γέμισε φώτα η Εκκλησία. «Πάμε Χρηστάκο» είπε στο γιό του που ήταν δίπλα του. Χαίρονταν ο Χρηστάκος, μπορεί κάπως να λέγανε για τον παπά πατέρα του, τα πρωτάκια από το δημοτικό αλλά σήμερα… σήμερα ήταν άλλο. Φορούσε την χρυσή στολή με τα κόκκινα και του πήγαινε. Αυτός που ούτε στιγμή δεν μπορούσε να μείνει ήσυχος σήμερα καθόταν δίπλα στον πατέρα του περήφανος. Κουβέντα δεν έβγαζε. Στιγμή δεν κουνήθηκε. Τον κοίταζε ο πατέρας του «μωρέ σαν να ψήλωσε ο μπόμπιρας» «Πάμε Χρηστάκο, πάρε το εξαπτέρυγο» Βγήκαν έξω στο προαύλιο που ήταν η εξέδρα, ήταν λίγο πριν τις 12. Ο παπά – Διονύσης την φοβόταν αυτή τη στιγμή. Τα τελευταία χρόνια στην Δροσιά την ώρα που έλεγε «Χριστός Ανέστη» γινόταν πόλεμος ναυτικές φωτοβολίδες, όπλα. Προσπάθησε κάποια στιγμή να τους πει να σταματήσουν, δεν είναι αυτό Ανάσταση, δεν είναι αυτό η Ανάσταση. Έλεγε πάλι μέσα του «παιδιά είναι» και μόλις τελείωνε και έμπαινε πάλι στην Εκκλησία «του χρόνου πρέπει να τα σταματήσω, αν δεν σταματήσουν θα σταματήσω εγώ την Λειτουργία.» Το ίδιο έλεγαν και οι επίτροποι αλλά τι να κάνουν; Μια φορά τόλμησε ένας να το πει στον αστυνόμο. «Μην τα βάζεις με τα έθιμα», του είπε. Κατέβασε κι αυτός το κεφάλι κι από τότε έβαζε την οικογένεια να κάθεται στο προαύλιο της Εκκλησίας. Μερικοί πήγαν να διαμαρτυρηθούν και σε κάποιους πολιτικούς «αστεία πράγματα εδώ έχουμε τόσα προβλήματα άσε τον λαό να ξεδίνει» κι αυτοί δεν είπαν τίποτα, που να απευθυνθείς;

«Διαγενομένου του Σαββάτου…» διάβασε, ο παπά Διονύσης. «……. και ουδενί ουδέν είπον. Εφοβούντο γαρ.» Τελείωσε, το ευαγγέλιο. Λίγο πριν πει το Χριστός Ανέστη άναψε ο πόλεμος. Κρότοι και φώτα παντού. Ο κόσμος φοβήθηκε. Ο Χρηστάκος σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τον πατέρα του. Έτοιμος ήταν να πει «τέλος αν δεν σταματήσετε δεν θα κάνουμε Ανάσταση σήμερα. Την ώρα εκείνη ο Κ γείτονας 25 χρονών παιδί είχε πάρει ένα πιστόλι ναυτικό και έριξε. Η φωτοβολίδα χτύπησε σε ένα δέντρο, γυρνάει και χτυπάει τον Χρηστάκο στο πρόσωπο. Πάγωσε ο παπα – Διονύσης… «Παιδί μου» είπε, «παιδί μου» αυτό ήταν το Χριστός Ανέστη που άκουσαν στη Δροσιά εκείνη την Ανάσταση.

Έτρεξαν το παιδί στο νοσοκομείο, στην εντατική. Πέντε μέρες ο παπα – Διονύσης κρατούσε το χεράκι όπως το κρατούσε πάντα όταν αρώσταινε και παρακαλούσε για ένα θαύμα, να σωθεί το παιδί ο Χρήστος, ο Χρηστάκος του. Οι φίλοι του έλεγαν να τον «κρεμάσουμε τον φονιά, σκότωσε το παιδί» Τους είπε να σταματήσουν δεν είναι ώρα για εκδικήσεις.

«Αφήστε τον σας παρακαλώ, δεν θέλω ούτε να διωχθεί, εμείς φταίμε που τόσα χρόνια το ανεχθήκαμε και κοροϊδεύαμε τον Χρηστό με τα βεγγαλικά και δεν προσπαθήσαμε να τους σταματήσουμε. Εμείς φταίμε. Ας τιμωρηθεί το παιδί με την αγάπη μας. Τι θα έκανε ο Χριστός στη θέση μας; Αυτό να ρωτάτε» Τέσσερα μερόνυκτα παρακαλούσε. Την τέταρτη νύκτα δεν ξέρουμε τι έγινε ήταν στην εκκλησία στο ιερό, τον είδαν το πρωί κίτρινο αλλά γαληνεμένο. «Σήμερα ο Χρήστος θα τελειώσει» «Θα βγει το παιδί; Πες παπά – Διονύση» Λίγο πριν τις 11 ήρθαν από το νοσοκομείο «Δυστυχώς κάναμε ότι μπορούσαμε» είπε. Ο παπα – Διονύσης κοίταξε τον ουρανό κι ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του, στο χώμα.

Η άλλη μέρα, η αναστάσιμη ήταν για την Δροσιά μεγάλη Παρασκευή. Άσπρο το φέρετρο. Κι ο παπά – Διονύσης χλωμός δίπλα να του κρατάει το χεράκι, όπως έκανε πέντε μέρες τώρα στην εντατική. Τον κρατούσε και περνούσε μπροστά του όλη η μικρούλα ζωή του Χρηστάκου. Η εγκυμοσύνη , «μην κουνιέσαι, θα τα κάνω όλα εγώ», η ώρα της γέννησης, η χαρά μόλις ήρθε κι όλα πήγανε καλά,. Θυμήθηκε την ώρα που έβγαζαν τον γιό του από την αίθουσα τοκετού κι άνοιξε τα ματάκια του και τον κοίταξε «γειά σου Χρηστάκο». Θυμήθηκε τα πρώτα ξενύχτια, αυτός σηκώνονταν με το πιο μικρό του κλάμα, και μετά δεν μπορούσε να κοιμηθεί τον έπιανε λιγάκι ο ύπνος στον όρθρο, εκεί κοντά στην Αγία Τράπεζα. Θυμήθηκε το πρώτο γέλιο του, την πρώτη φορά που περπάτησε, τα βαφτίσια του, καμάρι που τα έκανε που ήταν παππάς και πατέρας, το πρώτο του ποδήλατο, την πρώτη μέρα στο νηπιαγωγείο, τις αρρώστιες δεν θα ξεχάσει εκείνες τις αρρώστιες την πρώτη χρονιά, πέντε φορές στο νοσοκομείο κι οι πέτρες τον ξέρανε πια και ο Χρηστάκος να μεγαλώνει πάντα με ένα χαμόγελο, θυμάται που στο νοσοκομείο είχε σηκώσει όσα παιδάκια μπορούσανε και παίζανε. Ακόμα κι όταν ο πυρετός τον είχε καταβάλει αυτός γελούσε.. Γελούσε ….. αυτό ήταν ο Χρηστάκος του ένα γέλιο από το Θεό ήταν. Και μαζί του μεγάλωνε το δικό του το γέλιο, μεγάλωνε η δική του η ψυχή. Θυμήθηκε την πρώτη μέρα στο Δημοτικό πριν λίγους μήνες. Είχε πάρει μια τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι του και πήγαινε με το κεφάλι ψηλά, περήφανος, κρατώντας το χέρι του.

Ποτέ του δεν του είχε πει «έλα στην εκκλησία» πριν πάει στο σχολείο σηκώνονταν την Κυριακή «πάω στο μπαμπά» έλεγε και πήγαινε εκεί στο ιερό. Δεν τον έντυνε στην αρχή παπαδάκι δεν ήθελε να ζοριστεί. Μετά του άρεσε και τις περισσότερες Κυριακές ήταν μαζί του. Του άρεζε. Ήταν φορές που ένοιωθε ότι μπαίνει στα μάτια του παιδιού του κι αντικρίζει από εκεί τον Παράδεισο. Εκείνη την Ανάσταση του τον είχε ντύσει αυτός γιατί μόνος του ακόμα δεν μπορούσε. Τώρα το σκέφτονταν ότι τον είχε ντύσει να πάει έτοιμος ιερέας αυτός αγαπητός του Παλαιού των ημερών για να γιορτάσει.

«Ποιος να μην θρηνήσει, παιδάκι μου, το πένθιμο ταξίδι σου απ’ τη ζωή αυτή; Ότι μικρούλης ανώριμος, από την αγκαλιά της μητέρας σου, γρήγορα σαν πουλάκι πέταξες και στων όλων των Κτίστη κατέφυγες; Παιδάκι μου ποιος μπορεί να μην κλάψει βλέποντας το προσωπάκι σου που μαράθηκε, που ήταν πριν λίγο σαν τριαντάφυλλο γλυκό;» στάζαν τα λόγια του Δαμασκηνού επάνω του, καρφάκια κι ανέβαινε η ψυχή του πάπα – Διονύση μέχρι τα μάτια του κι έσταζε στο χώμα που σκέπασε τη μορφή του Χρηστάκου, του Χρηστάκου του.

Το βράδυ το πέρασε δίπλα στον τάφο να του κρατάει συντροφιά. Το πρωί είχε ηρεμήσει πλέον και πήρε το δρόμο για την Εκκλησία. Στο δρόμο έπεσε το μάτι του σε κάτι εφημερίδες. «Θρήνο για τον επτάχρονο» «Λύγισαν καρδιές στην κηδεία του επτάχρονου»

«Δεν ήταν επτάχρονος, μωρέ» τον ακούσανε να λέει «δεν ήταν ο επτάχρονος, ο Χρηστάκος ήταν, ο Χρηστάκος μου, το παιδάκι μου, ο δάσκαλος μου»

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΙ ΕΜΕΙΣ



Όταν ένα αστέρι πεθαίνει κύματα σωματιδίων, φεύγουν από τον πυρήνα, μεταφέροντας τη βαρυτική ενέργεια του καταρρέοντος αστεριού. Η βαρυτική κατάρρευση όμως παράγει ένα πολύ παράξενο φαινόμενο με θεωρητικό όγκο μηδέν και άπειρη πυκνότητα, μια μαύρη τρύπα. Τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από την μαύρη τρύπα ή το κοντινό της περιβάλλον εκτός κι αν ξεπερνά την ταχύτητα του φωτός, αλλά κανένα φώς δεν μπορεί να ξεφύγει την τεράστια βαρυτική έλξη για αυτό και το όνομα.
Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει συμβαίνει κάτι πιο πολύπλοκο από την κατάρευση ενός άστρου θα μπορούσαμε να το παρομοιάσουμε με την κατάρρευση ενός σύμπαντος και όσο πιο μεγάλο τόσο μεγαλύτερη ανισορροπία θα υπάρξει. Με τον θάνατό ενός σύμπαντος τίποτα δεν είναι ίδια όπως πριν , ο κόσμος έχει αλλάξει.

Εμείς όμως δεν μπορούμε δεν το γνωρίζουμε. Ο θάνατος των άλλων μας αφορά όταν με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο σχετίζονται με τον κοινωνικό μας ορίζοντα και μας είναι ξένος όταν αυτό δεν συμβαίνει. Ο θάνατος του Θανάση Βέγγου μας ακουμπά όλους γιατί είναι κομμάτι του συλλογικού μας ασυνείδητου καθώς πλέον η φιγούρα του είναι για όλους εμάς αρχετυπική ακόμα κι αν πολλοί εκφράζονται με τα στερεότυπα «ο καλός μας άνθρωπος»

Ο Θανάσης Βέγγος κατοίκησε στα παιδικά μας όνειρα απέναντι απ’ τους σούπερ – ήρωες των κόμικς ή των σκληρών που θρέφουν τα αντρικά πρότυπα. Ήταν ο αντι-ήρωας που η αμηχανία μας κρύβονταν στην πλήρη αποδοχή του αλλά στην πολύ δύσκολη αποδοχή του πολιτιστικού του μοντέλου καθώς για να μην ξεχνιόμαστε είμαστε συνεχιστές ενός πολιτισμού που θέλει winner takes everything. Ο Θανάσης μας ξεβόλευε η μαθητεία του πολιτιστικού μοντέλου μας δίδασκε την «τέχνη του να χάνεις». Μας έκανε να βλέπουμε όλους τους ανθρώπους γύρω μας ως σημαντικούς ενώ μας έμαθε να θεωρούμε ως ασήμαντους όσοι οι άλλοι ήθελαν να είναι σημαντικοί.

Ο θάνατός του Θανάση ήταν για αυτόν το τέλος μιας ζωής που καθόλου δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Όπως είχε πει ο ίδιος «τράβηξε πολύ κουπί» Φαντάζομαι ότι είχε προετοιμαστεί για την «έξοδο» από πολύ μικρή ηλικία και αυτό το δείχνει η περιφρόνησή του σε κάθε τι που ο κόσμος μας θεωρεί πολύτιμο. Για όλους εμάς που δεν τον γνωρίσαμε προσωπικά τώρα μας δίνεται μια μεγάλη ευκαιρία : να ξαναδούμε τις 120 ταινίες του, όχι πλέον σαν κωμωδίες αλλά σαν τραγωδίες ενός λαού που από τα ψέματα που είπε τόσα χρόνια έχει ξεχάσει ποια είναι η αλήθεια, επομένως αντιμετωπίζει με εξαιρετική εχθρότητα τον καθρέφτη. Οι ταινίες του Θανάση είναι ο καθρέφτης και όπως οι αρχαιότεροι από μας στην προσπάθεια τους να εξευμενίσουν τον άγριο ωκεανό τον ονόμασαν Ειρηνικό, έτσι και την γυμνή αλήθεια των ταινιών του Θανάση την βαφτίσαμε κωμωδία καθώς δεν ταίριαζαν με το ιδιαίτερα λαμπερό life style το οποίο κωμικοτραγικά θυμίζει περισσότερο τον Θου Βου και λιγότερο την αμερικανική κοινωνία του θεάματος που προσπαθεί να αναπαραστήσει.

Με αυτή την έννοια η «αυλαία» για τον Θανάση δεν έπεσε, η αυλαία μόλις ανοίγει. Και ανοίγει κάθε φορά που ένας άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι σε αυτή τη χώρα συνυπάρχουν δύο παράλληλα σύμπαντα. Το ένα είναι αυτό του Θανάση , με αυτούς τους ανθρώπους που προσπαθούν να προασπίσουν αξίες και αρχές και υπάρχει και το άλλο είδος ανθρώπων που προσπαθούν να κερδίσουν χρήματα και δόξα από τις αξίες και τις αρχές, των πρώτων. Η Ελλάδα παραδόθηκε στα χέρια των δευτέρων και την διέλυσαν. Όμως η άλλη η Ελλάδα παραμένει να κρατά το χώμα και τον ουρανό στα χέρια της.

Κατοικούμε σε αυτή τη χώρα που γνωρίζει τον Θανάση Βέγγο, τον Μανώλη Ρασούλη, τον Νίκο Παπάζογλου, τον Χρήστο Σούτζιο γιό του παπά – Διονύση από την Δροσιά της Εύβοιας που αρνήθηκε και την παραμικρή δίωξη στον φονιά του γιού του, τον Αποστόλη Σάντα κι όλους αυτούς τους μικρούς και ανώνυμους ανθρώπους που κρατάν στα χέρια τους την ανάσα αυτού του κόσμου. Κι επειδή μάθαμε τόσα χρόνια να παίρνουμε δύναμη από αυτούς που έχουν φύγει δεν θα μας λείψει ο Θανάσης Βέγγος, θα είναι μαζί μας όταν θα προσπαθούμε να δούμε με καθαρή ματιά αυτόν τον κόσμο. Θα είναι μαζί μας όταν μπορέσουμε επιτέλους να κοιτάξουμε ένα παιδί κατάματα και να του ζητήσουμε συγνώμη ακόμα και για αυτούς που επιζητώντας δόξα και χρήματα ξεπούλησαν ακόμα και τη ζωή τους. Θα είναι μαζί μας όταν μάθουμε να σηκώνουμε το βάρος αυτού του κόσμου με την ευθύνη που επέδειξαν αυτοί. Αλλιώς τι νόημα έχει το πένθος;