Δευτέρα, 18 Απριλίου 2011

Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ - Η ΣΥΚΙΑ ΠΟΥ ΞΕΡΑΘΗΚΕ




Την είδε γεμάτη φύλλα, πολλά φύλλα και ήταν καλοκαίρι ακόμα ο ήλιος περνούσε από τους φράκτες και έφερνε φωνές παιδιών και πόθων. Κι αυτή ήταν εκεί στο παράθυρο και κοιτούσε. Δυο μέρες είχαν περάσει από την απόξεση. Τρίτη φορά ήταν. Το παιδί τους μεγάλωνε μόλις άκουγαν την καρδιά του πέθαινε. Και μετά το τραβούσαν νεκρό και τη ζωή της νεκρή την τραβούσαν. «Είμαι η μητέρα, των νεκρών παιδιών», σκέφτηκε «τα νεκρά μου παιδιά μεγαλώνουν στο θάνατο». Κοίταξε το παράθυρο και είδε τη συκιά. «Να σκάσεις» τις είπε «να σκάσεις, τα δικά μου παιδιά πεθαίνουν και τα δικά σου σύκα γίνονται».

Την άλλη μέρα κοίταξε από το παράθυρο η συκιά είχε ξεραθεί. Δεν το πίστευε στα μάτια της. «Πότε ξεράθηκε το παλιόδεντρο;» είπε ο άντρας της «το απόγευμα θα το κόψω. Γεμίσαμε ξερά δέντρα» μουρμούρισε.

Ένα σκυλί κούτσαινε δίπλα στο φράχτη και οι φωνές των παιδιών δεν είχαν πια αποδέκτες..

1 σχόλιο:

Lorelei Am Rhein είπε...

Πραγματικά υπέροχο!