Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

Ο ΛΟΒΕΡΔΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΡΑΙΧ



Είχε έρθει ως πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία. Τους πέταξαν στο Βόλο στον Ξηρόκαμπο. Στην αρχή ζούσαν με την μητέρα του γιατί ο πατέρας είχε χαθεί στο χαλασμό. Μετά μπόρεσαν και πήραν μια σκηνή. «Τουρκόσπορο» τον φώναζαν οι ντόπιοι, ξένος ένοιωθε κι αυτός, αλλά κακία δεν τους είχε.

Στο πόλεμο πήγε τραγουδώντας. Μια οβίδα εκεί κοντά στο Τεπελένι του έκοψε το ένα πόδι. Γύρισε σερνάμενος από το νοσοκομείο στα Γιάννενα που τον είχανε πάει. Βρωμούσε όταν ήρθε και έκαναν τρείς μέρες να τον ξεψειριάσουν. Αισθάνονταν ακόμα περηφάνια από την νίκη στην Αλβανία αλλά για λίγο καιρό. Ήρθαν οι Γερμανοί κι ευτυχώς βρήκε ένα ξύλινο πόδι κι ανέβηκε στο βουνό. Τράβηξε εκεί τα πάθια του αλλά τουλάχιστον ήταν ελεύθερος.. Τριβόλια ήταν ο ύπνος του αλλά ένοιωθε ότι αγωνίζονταν για καλύτερη Ελλάδα. Όταν τελείωσε η Βάρκιζα, κατέβηκε κι αυτός μαζί με τους άλλους. «Κομουνιστή» τον έλεγαν τώρα κι όσο να το κάνεις από το «τουρκόσπορος» είναι καλύτερο. Τελικά τον πήγαν εξορία. Τέσσερις φορές τον πήγανε σχεδόν πεθαμένο στα ιατρεία και γλύτωσε.

Στην χούντα δεν πρόλαβαν να τον πάρουν γιατί είχε προλάβει αυτός και πήγε για δουλειά στην Ολλανδία, έπλενε αεροπλάνα. Κι αφού έπλυνε καμιά δεκαριά φορές το στόλο της Λουφτχάνσα, ήρθε και η μεταπολίτευση αποφάσισε να γυρίσει. Γύρισε μέσα στο μεταπολιτευτικό όραμα μια κατασκευασμένης κατανάλωσης αλλά αυτός δεν είχε όρεξη να το μοιρασθεί, ήταν «ξένος», «τουρκόσπορος»,. Πήγε στο χωριό της γυναίκας του στα ορεινά με έναν κήπο μικρό, λίγα βιβλία και τη μουσική του. Τα παιδιά του μεγάλωσαν, τα εγγόνια του μεγάλωσαν. Η γυναίκα του πέθανε. Αυτός έμεινε έχοντας επιτέλους κάτι δικό του ένα καλύβι, έναν κήπο.

Ο υπουργός ψήφισε νόμο ότι όλοι θα γίνονται δωρητές εκτός κι αν το δηλώσουν ότι δεν το θέλουν. Αυτός επάνω στα βουνά δεν είχε ακούσει τίποτα. Μια μέρα εκεί που έσκαβε έπαθε εγκεφαλικό. Τον πήγαν στο νοσοκομείο. Τους άκουγε από πάνω του «είναι μεγάλος αλλά τα νεφρά του είναι καλά.» «Πόσο ζωή μωρέ να έχει γέρος είναι;» «Περιμένει ο μιστερ Τζόρτζ στην Θεσσαλονίκη». Δεν μπορούσε να μιλήσει αλλά ένοιωθε να βράζει μέσα του. «Την πατρίδα μου την πήρατε, τη ζωή μου την πήρατε, τα παιδιά μου τα πήρατε μωρέ ένα κορμί έμεινε σάπιο κι σ’ αυτό να διαγουμίσετε;» Δεν μπορούσε όμως να μιλήσει, άκουγε μόνο.

Το βράδυ δίπλα του στην εντατική γινόταν φασαρία. «Τι λέει ο πιτσιρικάς;» «Τροχαίο μωρέ χτύπησε στο κεφάλι» «Και τι τον κρατάτε; Περιμένουν ένας για καρδιά, ένας για κερατοειδή, ένας άλλος για συκώτι, άλλος για τα νεφρά μια χαρά μας έρχεται» «και τι θα πούμε στους γονείς» «έλα μωρέ εγκεφαλικός θάνατος, βλάκας είσαι. Εδώ κάναμε τόσα χρόνια μπαϊ πας και δεν κάναμε ούτε τις εγχειρήσεις, μόνο χρεώναμε. Τώρα τι να σου πουν χτύπησε με το κεφάλι κύριε, εγκεφαλικός θάνατος»

Τον άκουσε αυτόν τον διάλογο και δεν είπε τίποτα. Κατάλαβε μόνο πως μια ζωή είμαστε για τους άλλους res, ένα πράγμα, ένα τίποτα, ένας κανένας. Ας είναι καλά ο υπουργός και ο νόμος του που θύμισε έναν άλλον νόμο του συναδέλφου το τρίτο ράιχ το «διάταγμα ευθανασίας» που στην αρχή εξολόθρευσε όλους αυτούς που ήταν «ανάξιοι ζωής» και στην συνέχεια έφερε ως αποτέλεσμα τον αφανισμό ενός ολόκληρου λαού κι άνοιξε τα στρατόπεδα αφανισμού, που τα είπαν στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μπορεί τα χρόνια να πέρασαν αλλά η ιδέα παρέμεινε τώρα οι πόλεις έγιναν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης όλοι μας γίναμε εβραίοι, όλοι είμαστε «ανάξιοι ζωής» και όλοι μας είμαστε μέρος των δικών τους πειραμάτων.

Ψυχή μου ψυχή μου,

ανάστα, τί καθεύδεις;

τό τέλος εγγίζει,

καί μέλλεις θορυβείσθαι,…….

Δεν υπάρχουν σχόλια: