Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ



Έρχεται δρόμος, πεζούλια φυσάει

κι ο νεκρός μαυρίζει στα ξερόφυλλα.

Πιο κει τα κυπαρίσσια δείχνουν τον ίσκιο του βουνού

τα ξύλινα δάκτυλα των ποταμών

που ξύνουν τη φτέρνα της άμμου και νυκτώνονται.

Καθίσαμε μασώντας μνήμες από σπίτια παλιά

την ώρα την χωρίς ευθύνη όταν τότε

γυρνούσε ο καιρός τα βαμπάκια του

και μες στα παραμύθια είχε στο τζάκι

μια θάλασσα είχε και πηγαίναμε.

Κι είπε πως «θα ‘ρθει αλλιώς η μέρα

θα ρίξει ξύλο ο αυγερινός, ξερό

κι αν το ποτίσεις θα ανθίσει δύο στιγμές ευτυχίας».

Κι είπα «δεν θέλω για δυο στιγμές

να φάω το αλάτι της εσπέρας».

Και είπε «μόνο αυτά σου δίνονται

Κανόνισε με αυτά για να θραφείς

να φτιάξεις μέρες ωμές για τα παιδιά

που θα πεινάσουν όνειρα και θα πεθάνουν».

Κι ακούστηκε από το γυαλί το νεκροπούλι

ότι είδε να τρεμουλιάζουνε ευτυχισμένες λέξεις

μες στο σκότος κι ετοιμάστηκε.

«Να πάρεις» είπε «μια γωνιά Αρχίλοχο

να έχεις να αφουγκράζεσαι φωνήεντα

ότι στην καθαρότητα αυτών υψώνεται γαλάζιο».

Κι έφεξε και ήρθαν και κάθισαν στην ράχη μου

μια τοσοδούλα ερημιά και ένα κλησάκι.

Κι από το δρόμο φάνηκαν οι αλάσκες των δακτύλων

όταν στην νύχτα πληκτρολογούσαν το λευκό

να έλθει πάλι η ανατολή για να ροδίσει.

Κι ούτε σκότος στην κάμαρα ούτε λευκό

φυσούσε ιόνιες συλλαβές, μικρά νησιά

στο χλωρό γυρεύοντας μεταλαβιά το χρόνο.

Κι έκλεινα γόνυ καθώς ήρθε η ερημιά και με κοινώνησε

άμμο και ξεραμένα παιδικά παπούτσια νήπια που έμειναν

καθώς στενέψανε οι δρόμοι και το γυαλί ξεράθηκε.

Και μου είπε «πέρνα,…. η έρημος. Ότι όποιος ριζώσει

γίνεται δέντρο να τσιμπάνε οι άλλοι τις στιγμές

κι οποίος τολμήσει κι αν χαθεί το ξέρει

θα κατεβούν βουνά στον ύπνο του να τον στολίσουνε».

Κι έκλεινα γόνυ

με σαράντα λάδια αλειμμένος

κι έξω φυσούσε λάμπες αχαιών.

Καμπυλώθηκε ο χρόνος και γυρεύει

να μαζέψει διφθόγγους λάμποντες

σε ιστορίες καθώς ο τόπος διερράγη.

Κι έκλεινα γόνυ

κι η ανάσα της άμμου εφάνη ………

[ ]η φρένας, ευ[

[ ]ατοίς μακά[

[ ]

[ ]α[

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

ΔΟΣ ΜΟΥ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΞΕΝΟΝ.......


Όταν ο ήλιος έκρυψε τις δικές του ακτίνες

και του ναού το παραπέτασμα σκίστηκε

τον θάνατο του Σωτήρα, ο Ιωσήφ βλέποντας

στον Πιλάτο προσήλθε και παρακαλούσε λέγοντας:

«Δος μου τούτον τον Ξένον

που ξενίζομαι βλέποντας πάνω του θανάτου, το ξένον

Δος μου τούτον τον ξένον

Αυτόν που φιλοξένησε τους φτωχούς και τους ξένους

Δος μου τούτον τον ξένον

Που οι Εβραίοι από φθόνο αποξένωσαν απ’ τον κόσμο

Δος μου τούτον τον ξένον

να τον κρύψω στον τάφο, γιατί ως ξένος δεν έχει που το κεφάλι να κλίνη

Δος μου τούτον τον ξένον

που η μάννα του βλέποντας τον νεκρό, φώναζε:

Γιέ μου και Θεέ μου, αν και σκίζονται τα σπλάχνα μου

κι η καρδιά μου σπαράζει βλέποντάς σε νεκρό

Παίρνω θάρρος βλέποντας την δική σου ανάσταση»

Και με αυτά τα λόγια παρακαλώντας τον Πιλάτο

ο ευσχήμονας παίρνει του Σωτήρος το σώμα

και με φόβο το τυλίγει σε σεντόνι και σμύρναν

και το θέτει στον τάφο Αυτόν που χαρίζει σε όλους

την αιώνια ζωή και το μεγάλο έλεος

Αποδοση: Ν.Βαραλής

Τετάρτη, 20 Απριλίου 2011

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ

Κριε, ν πολλας μαρταις περιπεσοσα γυν,
τ
ν σν ασθομνη θετητα, μυροφρου ναλαβοσα τξιν,
δυρομνη, μρα σοι, πρ το νταφιασμο κομζει.
Ο
μοι! λγουσα, τι νξ μοι πρχει, οστρος κολασας,
ζοφ
δης τε κα σληνος ρως τς μαρτας.
Δ
ξαι μου τς πηγς τν δακρων,
νεφλαις διεξγων τς θαλσσης τ δωρ·
κ
μφθητ μοι πρς τος στεναγμος τς καρδας,
κλνας τος ορανος τ φτ σου κενσει.
Καταφιλ
σω τος χρντους σου πδας,
ποσμξω τοτους δ πλιν τος τς κεφαλς μου βοστρχοις·
ν ν τ παραδεσ Εα τ δειλινν,
κρ
τον τος σν χηθεσα, τ φβ κρβη.
μαρτιν μου τ πλθη κα κριμτων σου βσσους
τ
ς ξιχνισει, ψυχοσστα Σωτρ μου;
Μ
με τν σν δολην παρδς, μτρητον χων τ λεος।


Κύριε, αυτή που στις πολλές αμαρτίες έπεσε γυναίκα

αισθάνθηκε την θεότητα, την μυροφόρο ανέλαβε τάξη

και οδυρόμενη, μύρα πριν από το τάφο σου φέρνει

Αλλοίμονο, έλεγε, μέσα μου νύχτα, μανία ακολασίας

μαύρος και ασέληνος, έρωτας της αμαρτίας.

Δέξου την πηγή των δακρύων μου

Εσύ που τα σύννεφα αλλάζεις με νερό της θάλασσας

λύγισε μπρος στους στεναγμούς της καρδιάς μου

εσύ που λύγισες τον ουρανό όταν παραδόθηκες άνθρωπος.

Θα φιλήσω τα πόδια σου τα άχραντα

θα τα στεγνώσω με των μαλλιών μου τις τούφες

αυτά τα πόδια που στο δειλινό του Παραδείσου η Εύα

τον κρότο τους άκουσε και κρύφτηκε από το φόβο

Των Αμαρτιών μου τα πλήθη και τις αβύσσους των κριμάτων

ποιος μπορεί να εξιχνιάσει, Σωτήρα της ψυχής μου;

Την δούλη σου μην καταφρονείς, εσύ με το αμέτρητο έλεος

Απόδοση Νίκου Βαραλή.