Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ




Προσπάθησα να γράψω την ημέρα της επετείου। Δεν τα κατάφερα. Κύριο αίτιο οι φωνές πλειοδοσίας πατριωτισμού και οι άλλες της διαφήμισης της πίστης. Ας είναι καλύτερη η σιωπή.

Παρέλαση στην παραλία του Βόλου. Εμβατήρια και πομπώδεις φράσεις.«Το μέλλον ανήκει στα νιάτα της πατρίδας μας» μια φράση που ακυρώνεται μόλις φτάσει κανείς στους επίσημους. Πόσο μεγάλη τιμωρία είναι να σε ανεβάζουν σε ένα βάθρο για να σε επιδείξουν;. Μετά όμως σκέφτηκα πως οτι και να κάνουμε δυο Ελλάδες θα υπάρχουν πάντα. Η Ελλάδα των επισήμων και η Ελλάδα του λαού της. Αυτού του λαού που ζυμώθηκε με τα απλά πράγματα του τόπου. Το λίγο χώμα, το χαλασμένο νερό και τον άφθονο σκληρό ήλιο. Για αυτούς τους ανθρώπους οι μέρες είναι διάφανες και οι νύχτες γεμάτες όνειρα. Αυτοί οι έλληνες είναι που κάναν τις επαναστάσεις, αυτοί κυνηγήθηκαν μετά από τους «επίσημους», αυτοί οι έλληνες κυνηγήθηκαν από την Μικρά Ασία χάνοντας ζωές και όνειρα, αυτοί οι έλληνες εξαναγκάστηκαν στη μετανάστευση, αυτοί ειναι που ανεβήκαν στα βουνά να σώσουν την τιμή της πατρίδας και αυτοί είναι που μόλις κατέβηκαν γεμίσαν τα ξερονήσια με αυτούς και τις φυλακές। Αυτοί είναι οι έλληνες που οι άνθρωποι της εξουσίας δεν καταονοούν και τους βρίζουν άλλοτε σαν "τζαμπατζήδες" άλλοτε σαν «ζώα»। Αυτοί οι ίδιοι Ελληνες είναι που παρελαύνουν, γεμίζουν τις εκκλησίες δύο φορές το χρόνο αλλά οταν πονάνε βγάζουν αυτό το «ωι Παναγία μου» που ακούγεται ίδια με το τη Υπερμάχω। Εκεί σ’ αυτούς ξαναβρίσκω τη χώρα μου αυτή την άγνωστη Ελλάδα.

Πως να την περιγράψω; Μια ιστορία κρύβει την ουσία της.«Είχε τελειώσει ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος κι ένας Γερμανός από αυτούς που πολέμησαν λίγο μετά τον πόλεμο αποφάσισε να ταξιδέψει στην Κρήτη. Οι φίλοι του και οι γνωστοί του προσπάθησαν να τον αποτρέψουν αυτός δεν θέλησε. Πηγε λοιπόν και παρά τις παρεναίσεις των γνωστών του να λέει οτι ειναι Ελβετός ή Αυστριακός αυτός επέμενε οτι είναι Γερμανός. Οι άνθρωποι τον δέχτηκαν, τον φιλοξένησαν του κράτησαν το χέρι. Εκεί όμως που συγκλονίσθηκε είναι οταν πήγε στο Γερμανικό νεκροταφείο και είδε μια Ελληνίδα να ανάβει τα όλα τα καντηλάκια των Γερμανών. Την ρώτησε. Και πήρε την απάντηση «Παλληκάρι μου εσύ είσαι ξένος και δεν ξέρεις τι έγινε στην Κρήτη. Εδώ σκοτωθήκανε πολλοί. Τον άντρα μου τον σκότωσαν οι Γερμανοί. Είχα ένα παιδί μοναχοπαίδι το πήραν οι Γερμανοί και το σκοτώσαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δεν ξέρω που το βάλλαν. Δεν ξέρω που είναι ο τάφος του. Ερχομαι λοιπόν κι ανάβω ολα τα καντηλάκια αυτών των παιδιών είναι θαμμένοι εδώ και οι μαννούλες τους δεν μπορούν να τα ανάψουν και πιστεύω και γώ οτι μια μάνα θα ανάβει το καντήλι στο τάφο του γιού μου, εκεί σ’ αυτή την Γερμανία που δεν γνωρίζω»

Κι αφήσα για το τέλος αυτό το ποιήμα του Γιώργου Σαραντάρη αυτού του Ελληνα που έφυγε κρατώντας στα χέρια του τα τριάντα του χρόνια ένας απλός στρατιώτης στον πόλεμο της Αλβανίας

ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ

Εμείς οι Ελληνες

Με τις εληές και με τα πεύκα

Με τα μάρμαρα και τη θάλασσα

Φυλάξαμε και άλλες αρετές

Δεν εξοφλήσαμε την ευφυία μας

Σ’ έναν καιρό πιο ήρεμο

Και πιο γενναίο

Δε θα διστάσουμε

Δε θα δειλιάσουμε

Από τις κρύπτες θα βγάλουμε τα όργανα

Στην ορχήστρα και στο χορό

Οι φωνές μας θα προσφέρουν

Κάτι σαν το επιούσιον

Το δικό μας πάθος.

2 σχόλια:

Γιώργος Σάββας είπε...

"Από την Ήπειρο στον Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του Χάρου αλώνια
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός"
Μουσική/Στίχοι: Χατζιδάκις Μάνος/Γκάτσος Νίκος
Πάντα λιτός και εύστοχος Νίκο. Συγχαρητήρια

VARALIS είπε...

Σ' ευχαριστώ Γιώργο μου εστω και με καθυστέρηση.
Νάσαι καλά