Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

ΒΑΣΙΛΗΣ Ο "ΤΑΚΤΙΚΟΣ"


Δεν γνωρίζω από πού ήρθε. Τον θυμάμαι ακόμα μέσα στην σπηλιά πηγαίνοντας για Αγ. Ονούφριο. Κάθε που φύτρωναν τα τσιτσίραβλα ερχότανε στο σπίτι με ένα τσουβάλι σκισμένο από τσιμέντο της ΑΓΕΤ. Κι ήταν σε τούτο «τακτικός», δεν μας ξεχνούσε. Δεν θυμάμαι τι έλεγε θυμάμαι το χαμόγελο και την καλοσύνη μες στα μάτια. Θυμάμαι που τον έλεγαν Βασίλη Τακτικό κι είχε ένα φύλο νεραντζιού στο βλέμμα, σημάδι συγχρόνως μιας πίκρας ανεκλάλητης. Θυμάμαι που πήγα στην σπηλιά του και καθίσαμε. Το στρώμα του ήταν κάτι άχερα, στο βάθος της σπηλιάς ήταν η κουζίνα που έκρυβε ένα πιάτο, πιρούνι και ένα κουτάλι. «Στη σπηλιά γεννήθηκε ο Χριστός, στην σπηλιά ζει ο Βασίλης ο Τακτικός», όπως έλεγε τα βράδια που γυρνούσε μόνος του στο στρώμα. Είχε παρέα ένα βιβλίο του Πλάτωνα- αυτό το θυμάμαι είχε και ένα άλλο μα το λησμόνησα. Κάθε βράδυ πήγαινε στις ταβέρνες για λίγο κρασί και κουβέντα. Το πρωί έκανε διάφορα θελήματα για να εξασφαλίσει το καθημερινό «μαύρο γάλα της αυγής» , γάλα της γης, της μάνας του. Οι φήμες τον ήθελαν να είναι φοιτητής της φιλοσοφικής όταν άρχισε να βρέχει ο έρωτας μες στην καρδιά του. Λένε όμως ότι αυτός ο έρωτας δεν είχε χώμα αλλά νερό κι ότι αυτή παντρεύτηκε έναν άλλον κι ο Βασιλάκης έφυγε από τη Θεσσαλονίκη που σπούδαζε, βρήκε αυτή τη σπηλιά κοντά στον Άγιο Ονούφριο κι έμεινε.

Τον θυμάμαι στο λεωφορείο σε εκείνα τα παλιά καράβια της ευγένειας που είχανε τον εισπράκτορα και τον φοβερό ελεγκτή που περίμενε στη στάση και που το χειμώνα ίδρωναν και έγραφαν μικρούς αγίους μες στα τζάμια। Κι εμείς ήμασταν παιδιά με το όνειρο ακόμα αφάγωτο από τον κόσμο। Κι όσο πήγαινε να μας καταπιεί αυτή η πόλη και η μιζέρια της έμπαινε από τη στάση του πουθενά ο Βασίλης ο Τακτικός μ’ ένα κλωναράκι βασιλικό και μας το έβαζε στο αυτί γελώντας «για να μυρίζεις ωραία στα κορίτσια» έλεγε. Και δεν μας ένοιαζαν τότε τόσο τα κορίτσια αλλά η εκείνη η μεγάλη ανάσα του να αλλάξεις τον κόσμο, να μην έχεις στο άχερο τους Βασίληδες τους Τακτικούς και τα παιδιά να μπορούν να κοιτάξουν με θάρρος τον απέναντι και να προχωρήσουν στη ζωή όχι με το κεφάλι κάτω γλύφοντας αλλά με το κεφάλι ψηλά δοξάζοντας.

Τώρα που αποτύχαμε πλήρως σε όλα τα οράματα ξαναπήγα πίσω στη σπηλιά του Βασίλη που κάθε Χριστούγεννα στήνουν μια φάτνη φανερό σημάδι ίσως της συγκατοίκησης Χριστού και Βασίλη Τακτικού στην άλλη μας πατρίδα. Όπως έσκυψα μες στη σπηλιά παραμέρισα τα άχερα και ω του θαύματος βρήκα το πιατάκι του Βασίλη, το κουτάλι του, το πιρουνάκι κι ένα μπουκάλι που μπορεί να είναι και το μπουκάλι από το τελευταίο κρασί που ήπιε στην σπηλιά, στο σπίτι του.

Τα κράτησα για να θυμάμαι τα φαγωμένα χρόνια μου και να συμπορεύομαι με αυτόν τον απλό Βασίλειο Τακτικό , συγκάτοικο για πάντα του Χριστού και φίλο αυτών των παιδικών ονείρων.

1 σχόλιο:

Maninis Dimitris είπε...

...δεν είχα υποπτευθεί ότι γράφεις τόσο σπουδαία !!!