Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

ΤΣΙΠΟΥΡΑΔΙΚΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΥΛΗ


Μια εξαιρετική φίλη αντείπε ότι διαβλέπει μια τάση απαισιοδοξίας στις αναρτήσεις. Η πραγματικότητα βεβαίως είναι ότι ο απαισιόδοξος είναι ένας καλά πληροφορημένος αισιόδοξος αλλά το αντιπαρέρχομαι γιατί δεν το ασπάζομαι εντελώς. Η αλήθεια είναι ότι η απελπισία είναι η καλύτερη κατάσταση για να αλλάξεις λίγο τα πράγματα έτσι όπως τα έχεις συνηθίσει. Γιατί ο εγκέφαλος του κάθε ανθρώπου ρέπει προς την ευκολία. Δυσκολεύεται και εκνευρίζεται κάθε φορά που μαθαίνει κάτι καινούργιο αλλά άπαξ και το μάθει δεν μπορεί να αποκοπεί από αυτό. Τη διαδικασία αυτή την απαλλαγή από τα πάθη περιγράφει η Φιλοκαλία και στοχεύει στην επίτευξη μιας πιο ευτυχισμένης ζωής, η τουλάχιστον μίας ζωής με πληρότητα δηλαδή με συνείδηση. Όμως το γεγονός παραμένει όσον αφορά την ευκολία. Αυτό το βλέπεις στην τελετουργία (διότι περί τελετουργίας πρόκειται ) του τσιπουράδικου στην πόλη μας. Εδώ στρώνεται και το παρακάτω ιστόρημα:

Είναι μια εξαιρετικά απλή πράξη. Κάθεσαι. Έρχεται ο σερβιτόρος. Μετράς πόσοι είστε τέσσερις, για παράδειγμα. Του λες «τέσσερα». Έρχονται τέσσερα τσίπουρα και μαζί και αντίστοιχος μεζές. Δεν κάνεις τίποτα άλλο, δεν σκέφτεσαι τίποτα άλλο.

Αυτή ήταν η πρακτική από τη δεκαετία του ’20 που εμφανίσθηκαν τα πρώτα τσιπουράδικα, στο Βόλο, αυτή η διαδικασία συνεχίζεται και σήμερα.
Σε αυτή την πρακτική αντιμετώπιζε πρόβλημα ο Μανώλης. «Μα δεν γίνεται να κανονίζουν αυτοί τι θα φάω» Ματαίως του εξηγούσαν ότι στην πραγματικότητα δεν πηγαίνεις για φαγητό αλλά για ποτό, το φαγητό απλώς συνοδεύει. Ματαίως, αυτός παρέμεινε αμετάπειστος. Στήριζε τα επιχειρήματά του στο γεγονός ότι η επιλογή του τσιπουράδικου, εκ μέρους των θαμώνων γίνεται ακριβώς για αυτό τον τρόπο σκέψης, την απλούστευση δηλαδή, την αποφυγή της σκέψης. Και τους έλεγε «παρατηρήστε μια ελληνική οικογένεια, πως παραγγέλλει σε μια ταβέρνα. Τρεις ώρες μπροστά στον κατάλογο για να επιλεγεί τελικά η μπριζόλα ή το σουβλάκι. Αυτό δείχνει ότι δεν μπορούμε το καινούργιο και ότι τελικά δεν ξέρουμε τι θέλουμε». Του έλεγαν, βέβαια, ότι όλα αυτά είναι φιλοσοφίες και ότι δεν ξέρει να χαρεί την ζωή και να σταματήσει να σκέπτεται.
Μια μέρα ξαφνικά ο Μανώλης, εξαφανίσθηκε. Είχε φύγει από το σπίτι του το πρωί για να πάει στην υπηρεσία, που δούλευε ανελλιπώς επί 32 χρόνια. Μπήκε στο γραφείο του και κάθισε. Πήρε καφέ και άρχισε να καλαμπουρίζει με τους συναδέλφους που τον περίμεναν κάθε μέρα γιατί είχε ένα διαφορετικό τρόπο που έβλεπε τα πράγματα και αυτό τους διασκέδαζε. Στις 11 πείνασε και σηκώθηκε να πάρει μια τυρόπιτα. Βγήκε έξω και δεν ξαναγύρισε. Επί τρεις ημέρες η αστυνομία «όργωσε» την περιοχή, όπως λένε τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. (Στην πραγματικότητα δύο όργανα είχαν πάρει το αυτοκίνητο και έκοβαν βόλτες μέχρι που σχόλασαν). Λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Μέχρι και την Νικολούλη τηλεφώνησαν, έκανε μάλιστα και μια εκπομπή. Ίχνος κανένα. Τα χρόνια πέρασαν. Η γυναίκα του παντρεύτηκε, ξανά. Ο γιος του μεγάλωσε και πήγε στο Πανεπιστήμιο. Η κόρη του παντρεύτηκε μικρή – μικρή με έναν δημόσιο υπάλληλο (μήνας μπαίνει – μήνας βγαίνει).
Ήταν καλοκαίρι. Αύγουστος μήνας, όταν άκουσαν την πόρτα της αυλής να ανοίγει. Η γυναίκα του εκείνη την ώρα έπινε καφέ και μαρμάρωσε. Ο γιος του που έπαιζε μπασκετ έμεινε με το χέρι μετέωρο. Ήταν ο Μανώλης, ο ίδιος. Χρόνος δεν είχε περάσει από πάνω του. Δεν είπε τίποτα. «Μήπως είδες εκείνη την τσάντα που είχα μέσα τα τετράδια;» ρώτησε. Απάντηση δεν πήρε. Μπήκε μέσα στο σπίτι. Μετά από λίγο βγήκε. «Τα αλλάξατε, όλα, είπε, επιτέλους. Μπράβο» «Πατέρα… είσαι ζωντανός;» «Εξαρτάται σε πιο σύστημα αναφέρεσαι, γιέ μου.. Για σένα εγώ ήμουν νεκρός, τόσα χρόνια γιατί ξεκινάς από την υπόθεση ότι το αόρατο είναι ανύπαρκτο. Για μένα ήσουν ζωντανός γιατί ξέρω ότι το αόρατο δεν σημαίνει ότι είναι ανύπαρκτο. Ταύτα» και βγήκε, σαν κύριος από την πόρτα. Ο γιος του έτρεξε αλλά στο δρόμο δεν φαίνονταν τίποτα. Πιο κάτω μόνο είδε ένα τετράδιο πεταμένο. Το πήρε στα χέρια του. Στο εξώφυλλο είχε το όνομα του πατέρα του.
Στο Πανεπιστήμιο διδάχθηκε ότι όταν η ύλη και η αντιύλη συγκρουσθούν εξαφανίζονται και οι δύο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: