Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Η ΜΟΙΡΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


Και η συζήτηση συνεχίζεται… τα νομοσχέδια που έρχονται και γυρίζουν πίσω. Οι φωνές – δίκαια- οργισμένες που προσπαθούν να συγκροτήσουν έναν λόγο κι αντί αυτού ακούγεται ένας μυκηθμός, μια οχλοβοή όπου όλοι μαζί διαμαρτύρονται χωρίς κανείς να καταλαβαίνει τι ακριβώς είναι αυτό που αναμένεται. Και το χειρότερο είναι το εξής : κανείς δεν πιστεύει ότι ακόμα κι αν υπήρχε η δυνατότητα να γυρίσουμε πίσω δύο χρόνια πριν και αυτό δεν έχει κανένα νόημα. Ζούμε την τραγωδία αυτού που ζει σε ένα καινό νοήματος. Γιατί μέσα στην ομφαλοσκοπία μας δεν είδαμε ότι ο κόσμος έχει αλλάξει. Οι εκδότες μας πρόσφεραν μια υπεραπλουστευμένη εικόνα του κόσμου και εμείς αρκεστήκαμε σε αυτή γιατί επιτέλους δεν θα σκεφτόμασταν. Και όταν και αυτό το κοσμοείδωλο κατέρρευσε μας παρέσυρε με τις πισίνες, τα κότερα, τις «δήθεν» ποδοσφαιρικές ομάδες, τα τριώροφα σπίτια μας με δύο κατοίκους μέσα και τις υπέροχες λαμπερές λαμαρίνες μας. Και στη θέση τους τι έμεινε; Πιστεύω ότι είμαστε ακριβώς στη θέση του αρρώστου που μόλις του ακρωτηρίασαν τα πόδια του. Δεν έχει ακόμη καταλάβει πως του λείπουν και προσπαθεί να ξύσει τις πληγές του αλλά συναντά το κενό.

Παραθέτω κάποιες γραμμές από το βιβλίο του Κώστα Αξελού, «Η μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας», από τις εκδόσεις Νεφέλη.

Η σύγχρονη Ελλάδα στερείται παράδοσης. Ο Έλληνας έφηβος έχει παππού έναν «κλέφτη», έναν πολεμιστή ή ένα φιλήσυχο χωρικό. Ο ήχος των πατριωτικών και βουκολικών ασμάτων βουίζει αδιάκοπα στ’ αυτιά του. Κι όταν αληθινά ανοίγει τα μάτια του, βλέπει και το χωρικό και το ναυτικό και το στρατιώτη και τον άνθρωπο του λαού και τον πολιτικό και τον αστό, αλλά δεν βλέπει καθόλου μορφές. Έρμαιο μιας οιονεί ανατολίτικης και εν πάσει περιπτώσει μεσογειακής αμεριμνησίας, αισθάνεται παρ’ όλα αυτά και την έλξη του Βορρά στρέφοντας τα νότα στους Λατίνους, στρέφεται προς εκείνο που είναι γερμανικό, σκανδιναβικό και σλαβικό. Διαβάζει τους εθνικούς του συγγραφείς και ελάχιστα τους καταλαβαίνει, ενώ αντιθέτως καταβροχθίζει τους Ρώσσους μυθιστοριογράφους και τους Σκανδιναβούς δραματουργούς και μέσα από διάφορα φυλλάδια μυείται στην γερμανική σκέψη. Διαβάζει αναμφίβολα και γαλλική λογοτεχνία, αλλά την θεωρεί πάντοτε λογοτεχνία.

Είναι πολύ δύσκολο για τον έφηβο αυτό να διανύσει τον δρόμο της ωριμότητάς του. Θυμάται την παλληκαριά του παππού του και αφήνεται επίσης στα φώτα της μαρξιστικής μεταφυσικής. Καθώς δεν βρίσκει το δρόμο του, παραδέρνει, στρέφει με ελπίδα (και με απελπισία) το βλέμμα του προς ξένες κορυφογραμμές και πουθενά δεν συναντά κάποιον ο οποίος να τον οδηγήσει. Το δικό του έδαφος, που τόσο αγαπά, σείεται κάτω από τα πόδια του. Ο ουρανός του είναι γαλάζιος, αλλά δεν κατορθώνει να δει τον ορίζοντα. Η ψυχή του εφήβου αυτού είναι φλογερή, η καρδιά του είναι φλογισμένη, αλλά η σκέψη του δεν έχει κατεύθυνση. Ο ίδιος πιστεύει ότι είναι διαλεκτικός επειδή κακοποιεί τη λογική αρχή, της μη αντίφασης. Ο κόσμος του δείχνει το πιο αιματοβαμμένο πρόσωπο του, πράγμα που τον κάνει να σκοτώνει και να σκοτώνεται.

Οι σύγχρονοι Έλληνες μοιάζουν ανίκανοι να κατευθύνουν το δικό τους πεπερασμένο προς το άπειρο. Κι ούτε κατορθώνουν να μεταμορφώσουν την θλίψη των τραγουδιών τους σε λόγια της αγωνίας. Η γλυκύτητα της ζωής, οι χαρές της γιορτής δεν ορθώνονται σε μορφές της Χαράς, επειδή λείπει ο στοχασμός. Ακόμη και μια παράξενη χαρά της ζωής μπερδεύεται κατά περίεργο τρόπο με μια ορισμένη μελαγχολία, κι όλα αυτά φτιάχνουν μια ατμόσφαιρα γεμάτη μεν απελπισία αλλά φτωχή σε ένταση, χωρίς εμβέλεια οικουμενική.

Δεν υπάρχουν σχόλια: