Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΥΣ ΦΟΥΡΝΟΥΣ




Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στην εξέγερση στην Αλγερία, τις καλοκαιρινές πυρκαγιές στην Ρωσία και τις πλημμύρες στην Αυστραλία; Η απάντηση είναι η αύξηση της τιμής των δημητριακών που έφτασε στο ανώτατο σημείο της τις πρώτες μέρες του 2011. Η τιμή αυξήθηκε 32% τον Ιούνιο και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 συνέχιζε να αυξάνεται. Η τελευταία εξέγερση αφορούσε την τροφή φαγητό. Βέβαια δεν είναι καινούργιο καθώς είχαν ξεκινήσει από το 2008 με συνθήματα όπως " επίθεση στους φούρνους", και σε πάρα πολλά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Αίγυπτος, η Σομαλία και το Καμερούν όταν η τιμή των δημητριακών είχε φτάσει τότε στο υψηλότερό της σημείο.

Η Ρωσία είναι στην Τρίτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη στο σιτάρι ε τώρα πρέπει να εισάγει 5 εκατομμύρια τόνους δημητριακών μαζί με την Ουκρανία η οποία έχει θέσει περιορισμούς στις εξαγωγές. Η Κίνα, από χώρα εξαγωγής δημητριακών μεταβλήθηκε σε εισαγωγική κυρίως από τις χώρες της Αργεντινής και των Ηνωμένων Πολιτειών εξαιτίας της αστικοποίησης και της ανεπάρκειας νερού. Τους πρώτους μήνες του 2010 η Κίνα εισήγατε περίπου 38 εκατομμύρια τόνους δημητριακών με μια αύξηση της τάξης του 20% χρόνο με χρόνο. Το σιτάρι μόνο που εισήχθη το 2010 ήταν 56 φορές περισσότερο από αυτό του 2009.

Σε παγκόσμιο επίπεδο στην λίστα των κρατών που κάνουν εισαγωγές οι πρώτες θέσεις ανήκουν σε κράτη της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ένα δισεκατομμύριο ανθρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο υποφέρει από πείνα. Η επιδείνωση του κλίματος και η δραστική μείωση της καλλιεργούμενης επιφάνειας είναι μια ακολουθία η οποία δεν φαίνεται να αναστρέφεται στα επόμενα χρόνια και φαίνεται ότι θα επιφέρει μια αύξηση του πληθυσμού των πεινασμένων. Ας δούμε την κατάσταση στην Ελλάδα:

Αν σήμερα στην Ελλάδα όλοι μιλάμε για (και βιώνουμε) την οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις που έχει στην κοινωνία, και κυρίως στα λαϊκά στρώματα, η πολιτική του μνημονίου με τη συμπίεση του εργατικού εισοδήματος και την ιδιωτικοποίηση των κρατικών υποδομών, δεν φαίνεται να έχουμε συνειδητοποιήσει καθόλου τον ρόλο που μπορεί να παίξει μέσα σε αυτή τη συγκυρία η διατροφική εξάρτηση στην οποία βρίσκεται σήμερα η ελληνική κοινωνία. Ζούμε σε μια χώρα που το 40% των διατροφικών της αναγκών καλύπτεται από εισαγωγές, που ο αγροτικός παραγωγικός ιστός είναι είτε διαλυμένος είτε προσανατολισμένος στην εμπορευματική γεωργία και εξαρτημένος άμεσα από τις επιδοτήσεις της ΕΕ (δηλαδή των δανειστών του ελληνικού κράτους). Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα αγροτική αναδιάρθρωση που θα οδηγήσει στην εξολοκλήρου επιχειρηματική γεωργία.

Μέσα σε 30 χρόνια η Ελλάδα από εκεί που είχε θετικό εμπορικό ισοζύγιο βρέθηκε σήμερα να εισάγει το 40% των τροφίμων που καταναλώνει.

Οι ντόπιες ποικιλίες έχουν εκτοπιστεί από τα χωράφια και τους μπαξέδες, και έχουν επικρατήσει, σχεδόν ολοκληρωτικά, λίγες βελτιωμένες ποικιλίες ανά είδος και ορισμένα υβρίδια. Μέχρι τη δεκαετία του ’50 στην Ελλάδα καλλιεργούνταν 111 ντόπιες ποικιλίες μαλακού, 139 σκληρού σιταριού, 99 κριθαριού, 294 καλαμποκιού και 39 βρώμης. Από αυτές δεν έχει διασωθεί πάνω από 2-3%. Πρόκειται για ποικιλίες που είχαν για αιώνες προσαρμοστεί στις συνθήκες κάθε περιοχής και για αυτό είχαν μεγάλη αντοχή σε ασθένειες και μικρές απαιτήσεις σε νερό ή φυτοφάρμακα. Αυτές λοιπόν έχουν δώσει πια τη θέση τους σε «βελτιωμένες» ποικιλίες που θέλουν πιο πολύ νερό, φυτοφάρμακα, λιπάσματα.

Ο κυρίως όγκος των επιδοτήσεων της ΚΑΠ ευνόησε τις μεγάλες καλλιέργειες (βαμβάκι, τεύτλα, σιτηρά, βιομηχανική ντομάτα, ροδάκινα, καπνά). Η εντατικοποίηση των καλλιεργειών έγινε σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος, με εξάντληση των υδάτινων πόρων και σε βάρος της ποιότητας των προϊόντων. Η παραγωγή εξελίχθηκε σε κυνήγι των επιδοτήσεων και σε αδιαφορία για τα δεδομένα της πραγματικής σχέσης της παραγωγής με την κατανάλωση. Στις πεδινές εκτάσεις της Θεσσαλίας και άλλων περιοχών η παραγωγή βασίστηκε στην εντατικοποίηση, τη μονοκαλλιέργεια, στην αύξηση των βιομηχανικών εισροών (εκμηχάνιση, αγροχημικά), την αυξημένη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων με αποτέλεσμα τη ρύπανση και την εξάντληση των υδάτων και του εδάφους. Ταυτόχρονα, η επιβολή ποσοστώσεων στην παραγωγή των αγροτικών προϊόντων οδήγησε στην εισαγωγή μιας σειράς προϊόντων τα οποία ωστόσο θα μπορούσαν να παράγονται στη χώρα. Μέσω των επιδοτήσεων οι αγρότες στράφηκαν σε συγκεκριμένες καλλιέργειες για να φτάσουν σήμερα να επιλέγουν την εγκατάλειψη της παραγωγής αφού επιδοτούνται άσχετα με το εάν παράγουν ή όχι (φυσικά αυτό μέχρι το 2013 οπότε και τελειώνει κάθε μορφή επιδότησης).

Το 1992 με την αναθεώρηση της ΚΑΠ έγινε μείωση της τιμής ορισμένων αγροτικών προϊόντων και για αντιστάθμισμα χορηγήθηκαν στους αγρότες εισοδηματικές ενισχύσεις ανά καλλιεργήσιμο στρέμμα ή εκτρεφόμενο ζώο.

Το 1994 η ΕΕ προχωράει σε νέα μείωση της στήριξης της αγροτικής παραγωγής.

Με την ANGENDA του 2000 διευρύνθηκε η συγκεκριμένη πολιτική για περαιτέρω μείωση των εγγυημένων τιμών των παραγόμενων προϊόντων και αντικατάστασή τους από τις στρεμματικές ενισχύσεις.

Το 2003 εισάγεται η Ενιαία Αποδεσμευμένη Ενίσχυση, η οποία αντικαθιστά τις περισσότερες ενισχύσεις (ανά κιλό, ανά στρέμμα, ή ανά ζώο) και χορηγείται άσχετα προς το ύψος και το είδος παραγωγής, καθορίζεται όμως από τις στρεμματικές αποδόσεις των προηγούμενων ετών που είχε ο κάθε παραγωγός.

Αυτές οι αναδιαρθρώσεις και το παιχνίδι με τις επιχορηγήσεις είχε ως αποτέλεσμα την τεράστια μείωση της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα.

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

(σε χιλιάδες τόνους)

προϊόν

Έτος 2000

Έτος 2006

διαφορά

Ρύζι

169.000

174.000

+5.000

Στάρι μαλακό

408.000

251.000

-157.000

Στάρι σκληρό

1.450.000

1.219.000

-231.000

Καλαμπόκι

1.850.000

1.710.000

-140.000

Καπνός

125.000

25.000

-95.000

Βαμβάκι

1.235.000

850.000

-385.000

Ντομάτα βιομ.

1.149.000

800.000

-349.000

Ζαχαρότευτλα

3.146.000

1.600.000

-1.546.000

Ελαιόλαδο

430.000

370.000

-60.000

Λεμόνια

139.000

37.000

-102.000

Πορτοκάλια

903.000

880.000

-23.000

Μήλα

309.000

263.000

-43.000

Ροδάκινα

1.020.000

700.000

-320.000

Κρέας σύνολο

492.000

464.000

-28.000

Κρέας Αιγοπρόβιο

123.000

111.200

-12.100

Κρέας βοδινό

61.000

61.700

+700

Γάλα σύνολο

1.896.000

1.866.000

-30.000

Γάλα Αιγοπρόβιο

1.106.800

1.115.000

+8.600

Γάλα Αγελαδινό

789.000

750.2ΟΟ

-38.800

Ταυτόχρονα, εισάγουμε κρεμμύδια από την Ινδία, λεμόνια-πορτοκάλια από τη Ν. Αφρική, δαμάσκηνα και αχλάδια από τη Χιλή, φακές από τον Καναδά, φασόλια από την Κίνα, ρεβίθια από το Μεξικό, φιστίκια Αίγινας από την Τουρκία, μπάμιες-φασολάκια-πατάτες από την Αίγυπτο. Μειώσαμε την παραγωγή ζαχαρότευτλων… για να εισάγουμε 200.000 τόνους ζάχαρη. Για την εισαγωγή σιτηρών δαπανούμε 250 εκατομμύρια ευρώ, την ίδια στιγμή που 150.000 μικρομεσαίοι αγρότες εγκατέλειψαν την παραγωγική διαδικασία. Το ποσοστό των αγροτών στο σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού μειώνεται συνεχώς, από 31% που ήταν το 1981 στο 9,5% το 2009.

Οι αγρότες είναι ουσιαστικά οι αποδέκτες των τιμών των αγροτικών προϊόντων που διαμορφώνουν οι μεταπράτες και τα καρτέλ των βιομηχανιών μεταποίησης. Οι καταναλωτές πληρώνουν τιμές 4-6 φορές μεγαλύτερες από αυτές που εισπράττουν οι παραγωγοί: το λάδι πληρώνεται στον παραγωγό 2 ευρώ για να φτάσει στον καταναλωτή 5 ευρώ, το στάρι πληρώνεται στον παραγωγό 0,14 ευρώ το κιλό για να φτάσει στον καταναλωτή γύρω στα 2 ευρώ, το αγελαδινό γάλα πληρώνεται στον παραγωγό 0,40 λεπτά για να φτάσει στον καταναλωτή 1,20 ευρώ.

Τα 2/3 των πρωτοβάθμιων αγροτικών συνεταιρισμών δεν ασκούν καμία δραστηριότητα, πέραν της εκλογής της συνδικαλιστικής ηγεσίας, ενώ μια σειρά από συνεταιριστικές βιομηχανίες όπως η ΑΓΝΟ, η ΟΛΥΜΠΟΣ, η ΡΟΔΟΠΗ χρεοκόπησαν ή πουλήθηκαν σε ιδιώτες (την ίδια μοίρα θα έχει σε λίγο και η ΔΩΔΩΝΗ).

Το νέο μοντέλο αγροτικής παραγωγής που προωθείται από το κεφάλαιο μέσω της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης θεωρεί ότι το βασικό διαθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας είναι η κατακερματισμένη αγροτική ιδιοκτησία (ο μέσος όρος είναι μικρότερος από 50 στρέμματα όταν στην ΕΕ είναι στα 160 στρέμματα), που καθιστά την επιχειρηματική ανασυγκρότηση σχεδόν αδύνατη. Θέτει ως στόχο την επιχειρηματική αγροτική παραγωγή, που δεν θα βασίζεται ούτε στον ατομικό αγρότη ούτε στους αγροτικούς συνεταιρισμούς, αλλά στην αγροτική ανώνυμη εταιρεία, στην οποία οι κάτοχοι του κλήρου δεν θα είναι πλέον ανεξάρτητοι ή συνεταιρισμένοι παραγωγοί αλλά μέτοχοι. Το βασικό όπλο για αυτή τη νέα αναδιάρθρωση θα είναι η αντικατάσταση των κοινοτικών επιδοτήσεων και των χρηματοδοτήσεων από την Αγροτική Τράπεζα, από την τραπεζική χρηματοδότηση με νέα «ευέλικτα χρηματοπιστωτικά εργαλεία».

Μια τέτοιου τύπου αναδιάρθρωση θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη συγκεντροποίηση του συνολικού παραγωγικού δικτύου γύρω από την τροφή (ήδη σήμερα 7 μύλοι διακινούν το 70% των αλεύρων στη χώρα) και την εξάρτηση της διατροφής του πληθυσμού από αυτές τις εταιρείες, στη ρύπανση και την εξάντληση εδαφών και υδάτων στις εκμεταλλεύσιμες εκτάσεις, καθώς και στην ερημοποίηση των αγροτικών εκτάσεων που δεν θα είναι κατάλληλες για αυτού του τύπου την εκμετάλλευση.

(Πηγή: http://koinostopos.espivblogs.net

Η διατροφική επάρκεια θα πρέπει να είναι ο μόνος στόχος που πρέπει να επιδιώξει τόσο η κυβέρνηση όσο και οι οργανώσεις ου κινούνται στον αγροτικό τομέα. Είναι η μόνη ασφάλεια για ένα μέλλον που για κανέναν δεν είναι πλέον γνωστό. Είναι σημαντική μια επιστροφή στην γεωργία με συγκεκριμένο σχέδιο που θα το αναλάβουν νέες ενώσεις αγροτών. Η πολιτική της αντιπαροχής που έκανε άρρωστες μεγαλουπόλεις σωρεύοντας τόνους τσιμέντο πάνω στη χώρα μας θα πρέπει να τελειώσει. Οι αγροτοσυνδικαλιστές που έσπευσαν με την ευκαιρία της εφαρμογής της νέας ΚΑΠ να εκμισθώσουν όσα περισσότερα στρέμματα μπορούσαν για να επωφεληθούν από τις επιδοτήσεις θα πρέπει σταλούν στα σπίτια τους και άνθρωποι με νέες ιδέες να δημιουργήσουν ξανά ένα καινούργιο περιβάλλον. Αν δεν το κάνουμε να το ξέρουμε πως ο διατροφικός λιμός θα είναι αυτός που θα μας καταδυναστεύσει και όχι η όποια οικονομική κρίση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: