Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Η ΠΛΗΡΩΜΗ


Το πρωί πλήρωσε τον λογαριασμό της ΔΕΗ. Μετά συνέχισε πληρώνοντας τον λογαριασμό του τηλεφώνου. Στην συνέχεια πλήρωσε τον λογαριασμό του φυσικού αερίου. Βέβαια έπρεπε να πληρώσει την ασφάλεια του αυτοκινήτου και την ασφάλεια του σπιτιού καθώς ήταν ακόμα από το δάνειο. Αν ήταν δυνατόν θα πλήρωνε και την δόση του δανείου αλλά σκέφτηκε ότι πρέπει να πληρώσει το φροντιστήριο του παιδιού που ήταν πολύ σημαντικό. Δεν ήταν δυνατόν να πληρώσει το δικό του ταμείο Ασφάλισης και να πληρώσει το επιμελητήριο όπως και την προκαταβολή φόρου στην εφορία. Βέβαια δεν είχε προλάβει να δουλέψει σήμερα λόγω πληρωμών αλλά μετά από μεθαύριο είχε όλο το μήνα δικό του να παράγει έτσι ώστε να μπορεί να πληρώσει. Μιλούσε με ένα φίλο του το βράδυ "Τι σκας του είπε, για αυτούς ένα κομμάτι κρέας που πληρώνει είσαι. Τι νόμιζες;

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

ΜΙΚΡΟΚΕΙΜΕΝΟ 1


Μια μέρα στην πόλη χιόνισε. Ο άνθρωπος από το γραφείο κηδειών δεν είδε ότι κάτω είχε παγώσει ο δρόμος και γλίστρησε. Έπεσε κάτω χτυπώντας ολίγον στο ρείθρο του πεζοδρομίου. Συνήλθε αλλά δεν σάλεψε. Ήθελε να μάθει πως είναι να είσαι ξαπλωμένος κάτω από το βλέμμα των άλλων.

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΑΡΞ


Μήπως τελικά το πρόβλημα είναι η επιλογή της λογικής ενός συστήματος; Γιατί καθώς βλέπουμε ότι παρ' όλα τα μέτρα τα οποία λαμβάνονται ο πυρήνας της σκέψης και το σύστημα αξιών παραμένει το ίδιο. Μήπως παρ' όλα τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της κρίσης η κυρίαρχη αξία δεν παραμένει η ίδια δηλαδή το κέρδος;Μήπως ακούσαμε οτι το νέο κράτος που θα οικοδομηθεί δεν θα στηρίζεται στο κέρδος αλλά στον βαθμό ευτυχίας των πολιτών του; Ουδόλως.

Μετά τους Παγκοσμίους πολέμους εκπόρευση και αυτών των αδυναμιών του συστήματος γύρω στην δεκαετία του 70 τίθεται πλέον εμπρός από το "εθνικό κεφάλαιο" το Παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο. Οι ροές του κεφαλαίου δημιούργησαν ρεύματα αρχικά από την Ανατολή προς την Δύση και τώρα στις μέρες μας αναγνωρίζουμε πλέον την αντιστροφή. Το ρεύμα της οικονομίας πλέον φυσάει από Βορρά προς την Ανατολή. Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν των αναπτυσσόμενων χωρών ξεπερνά πλέον αυτό των G6 ( Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, Μεγάλη Βρεττανία και Ιαπωνία). Το ποσοστό του δημόσιου χρέους προς το Ακαθάριστο Εθνικό προϊόν των αναπτυσσόμενων χωρών είναι πολύ χαμηλό: Ρωσία 6%, Βραζιλία 45%, Ινδία 59%, Κίνα 18%. Η Ελλάδα έχει χρέος που αντιστοιχεί στο 114,6% (2009), πληρώνει δηλαδή μόνο 12 δισεκατομμύρια ετησίως για τόκους ενώ η Ιταλία με 118% αντιστοιχία χρέους προς ΑΕΠ πληρώνει 80 δισεκατομμύρια ευρώ σε τόκους. Το χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών αγγίζει τα 14.000 δισεκατομμύρια δολάρια. Στο παρελθόν οι πόλεμοι γίνονταν με όπλα, σήμερα γίνονται με το δημόσιο χρέος. Όποιος αγοράζει το χρέος σου γίνεται ο δυνάστης σου. Το παγκόσμιο αφεντικό είναι οι τράπεζες που μέσω αυτών στήνεται ένα τεράστιο παζάρι υπερχρεωμένων κρατών, τόκων. Σε αυτό το παζάρι η ανθρώπινη ζωή δεν αξίζει όσο ένα byte, η ένα απλό στατιστικό στοιχείο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής που είναι το πιο χρεωμένο κράτος στον κόσμο διαθέτει σε αμυντικές δαπάνες το 50% των παγκόσμιων πολεμικών εξόδων. Η Ρωσία, ο ιστορικός ανταγωνιστής για τον ίδιο λόγο διαθέτει το 3.5% αναλογικά μς τα παγκόσμια έξοδα. Οι Ηνωμένες πολιτείες μεταμορφώνουν το δημόσιο χρέος σε πολεμικό εξοπλισμό. Στην πραγματικότητα όποιος αγοράζει κρατικούς τίτλους χρηματοδοτεί τον πόλεμο στο Αφγανιστάν. Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατάπεσε όταν μετά από την πίεση των βαρβάρων στα σύνορά της ο στρατός της πισωγύρισε από τον Ρήνο στην Μεγάλη Βρετανία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής θα έχουν την ίδια τύχη εφ' όσον επιμένουν να κρατούν ανοικτές 716 πολεμικές βάσεις σε όλον τον κόσμο. Η Ιρλανδία περισσότερο και λιγότερα η Ελλάδα είναι συμπτώματα της δύσης του Δυτικού Οικονομικού θαύματος. Ο χειμώνας έχει φτάσει για την απληστία της Δύσης, το κρύο έχει αρχίσει σε λίγο αρχίζει η μεγάλη παγωνιά των αριθμών.

Και βέβαια όλα αυτά είχαν ειπωθεί αρκετά χρόνια πριν. Το γεγονός ότι τα ξεχνάμε ή τα αγνοούμε δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν. Έγραφε λοιπόν ο Μάρξ:

«Το σύστημα της δημόσιας πίστης, δηλ. των κρατικών χρεών, που τις αρχές του τις ανακαλύπτουμε κιόλας στο μεσαίωνα στη Γένουα και στη Βενετία, διαδόθηκε σ’ όλη την Ευρώπη στη διάρκεια της περιόδου της μανιφακτούρας. Το αποικιακό σύστημα με το θαλάσσιο εμπόριό του και με τους εμπορικούς του πολέμους τού χρησίμευσε σαν θερμοκήπιο. Έτσι στέριωσε πρώτα στην Ολλανδία. Το δημόσιο χρέος, δηλ. το ξεπούλημα του κράτους –αδιάφορο αν είναι απολυταρχικό, συνταγματικό ή δημοκρατικό κράτος– βάζει τη σφραγίδα του στην κεφαλαιοκρατική εποχή. Το μοναδικό κομμάτι του λεγόμενου εθνικού πλούτου, που στους σύγχρονους λαούς ανήκει πραγματικά στο σύνολο του λαού, είναι το δημόσιο χρέος τους. Γιαυτό είναι πέρα για πέρα συνεπής η σύγχρονη θεωρία που λέει πως ένας λαός γίνεται τόσο πιο πλούσιος, όσο πιο βαθιά βουτιέται στα χρέη. Το δημόσιο χρέος γίνεται το credo [πιστεύω] του κεφαλαίου. Και από τη στιγμή που εμφανίζεται η χρέωση του δημοσίου, τη θέση του αμαρτήματος ενάντια στο άγιο πνεύμα, για το οποίο δεν υπάρχει άφεση, την παίρνει η καταπάτηση της πίστης απέναντι στο δημόσιο χρέος.

Το δημόσιο χρέος γίνεται ένας από τους πιο δραστικούς μοχλούς της πρωταρχικής συσσώρευσης. Σαν με μαγικό ραβδί προικίζει το μη παραγωγικό χρήμα με παραγωγική δύναμη και το μετατρέπει έτσι σε κεφάλαιο, χωρίς νάναι υποχρεωμένο να εκτεθεί στους κόπους και στους κινδύνους που είναι αχώριστοι από τη βιομηχανική μα ακόμα κι από την τοκογλυφική τοποθέτηση. Οι πιστωτές του δημοσίου στην πραγματικότητα δεν δίνουν τίποτα, γιατί το ποσό που δανείζουν μετατρέπεται σε κρατικά ευκολομεταβιβάσιμα χρεώγραφα, που στα χέρια τους εξακολουθούν να λειτουργούν, όπως θα λειτουργούσαν αν ήταν ισόποσο μετρητό χρήμα. Άσχετα όμως και από την τάξη των αργόσχολων εισοδηματιών που δημιουργείται μ’ αυτό τον τρόπο και τον αυτοσχέδιο πλούτο των χρηματιστών που παίζουν το ρόλο του μεσίτη ανάμεσα στην κυβέρνηση και το έθνος –καθώς και των φοροενοικιαστών, των εμπόρων, των ιδιωτών εργοστασιαρχών, που μια καλή μερίδα κάθε κρατικού δανείου τούς προσφέρει την υπηρεσία ενός κεφαλαίου πεσμένου από τον ουρανό– το δημόσιο χρέος έχει δημιουργήσει τις μετοχικές εταιρείες, το εμπόριο με συναλλάξιμες αξίες όλων των ειδών, την επικαταλλαγή, με δυο λόγια: το παιχνίδι στο χρηματιστήριο και τη σύγχρονη τραπεζοκρατία».

(Κ. Μάρξ, Κεφάλαιο, Τόμος Ι, σ. 779-781).

Τρίτη, 11 Ιανουαρίου 2011

ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΥΣ ΦΟΥΡΝΟΥΣ




Τι κοινό υπάρχει ανάμεσα στην εξέγερση στην Αλγερία, τις καλοκαιρινές πυρκαγιές στην Ρωσία και τις πλημμύρες στην Αυστραλία; Η απάντηση είναι η αύξηση της τιμής των δημητριακών που έφτασε στο ανώτατο σημείο της τις πρώτες μέρες του 2011. Η τιμή αυξήθηκε 32% τον Ιούνιο και μέχρι τον Δεκέμβριο του 2010 συνέχιζε να αυξάνεται. Η τελευταία εξέγερση αφορούσε την τροφή φαγητό. Βέβαια δεν είναι καινούργιο καθώς είχαν ξεκινήσει από το 2008 με συνθήματα όπως " επίθεση στους φούρνους", και σε πάρα πολλά κράτη, μεταξύ των οποίων και η Αίγυπτος, η Σομαλία και το Καμερούν όταν η τιμή των δημητριακών είχε φτάσει τότε στο υψηλότερό της σημείο.

Η Ρωσία είναι στην Τρίτη θέση στην παγκόσμια κατάταξη στο σιτάρι ε τώρα πρέπει να εισάγει 5 εκατομμύρια τόνους δημητριακών μαζί με την Ουκρανία η οποία έχει θέσει περιορισμούς στις εξαγωγές. Η Κίνα, από χώρα εξαγωγής δημητριακών μεταβλήθηκε σε εισαγωγική κυρίως από τις χώρες της Αργεντινής και των Ηνωμένων Πολιτειών εξαιτίας της αστικοποίησης και της ανεπάρκειας νερού. Τους πρώτους μήνες του 2010 η Κίνα εισήγατε περίπου 38 εκατομμύρια τόνους δημητριακών με μια αύξηση της τάξης του 20% χρόνο με χρόνο. Το σιτάρι μόνο που εισήχθη το 2010 ήταν 56 φορές περισσότερο από αυτό του 2009.

Σε παγκόσμιο επίπεδο στην λίστα των κρατών που κάνουν εισαγωγές οι πρώτες θέσεις ανήκουν σε κράτη της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ένα δισεκατομμύριο ανθρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο υποφέρει από πείνα. Η επιδείνωση του κλίματος και η δραστική μείωση της καλλιεργούμενης επιφάνειας είναι μια ακολουθία η οποία δεν φαίνεται να αναστρέφεται στα επόμενα χρόνια και φαίνεται ότι θα επιφέρει μια αύξηση του πληθυσμού των πεινασμένων. Ας δούμε την κατάσταση στην Ελλάδα:

Αν σήμερα στην Ελλάδα όλοι μιλάμε για (και βιώνουμε) την οικονομική κρίση και τις επιπτώσεις που έχει στην κοινωνία, και κυρίως στα λαϊκά στρώματα, η πολιτική του μνημονίου με τη συμπίεση του εργατικού εισοδήματος και την ιδιωτικοποίηση των κρατικών υποδομών, δεν φαίνεται να έχουμε συνειδητοποιήσει καθόλου τον ρόλο που μπορεί να παίξει μέσα σε αυτή τη συγκυρία η διατροφική εξάρτηση στην οποία βρίσκεται σήμερα η ελληνική κοινωνία. Ζούμε σε μια χώρα που το 40% των διατροφικών της αναγκών καλύπτεται από εισαγωγές, που ο αγροτικός παραγωγικός ιστός είναι είτε διαλυμένος είτε προσανατολισμένος στην εμπορευματική γεωργία και εξαρτημένος άμεσα από τις επιδοτήσεις της ΕΕ (δηλαδή των δανειστών του ελληνικού κράτους). Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα αγροτική αναδιάρθρωση που θα οδηγήσει στην εξολοκλήρου επιχειρηματική γεωργία.

Μέσα σε 30 χρόνια η Ελλάδα από εκεί που είχε θετικό εμπορικό ισοζύγιο βρέθηκε σήμερα να εισάγει το 40% των τροφίμων που καταναλώνει.

Οι ντόπιες ποικιλίες έχουν εκτοπιστεί από τα χωράφια και τους μπαξέδες, και έχουν επικρατήσει, σχεδόν ολοκληρωτικά, λίγες βελτιωμένες ποικιλίες ανά είδος και ορισμένα υβρίδια. Μέχρι τη δεκαετία του ’50 στην Ελλάδα καλλιεργούνταν 111 ντόπιες ποικιλίες μαλακού, 139 σκληρού σιταριού, 99 κριθαριού, 294 καλαμποκιού και 39 βρώμης. Από αυτές δεν έχει διασωθεί πάνω από 2-3%. Πρόκειται για ποικιλίες που είχαν για αιώνες προσαρμοστεί στις συνθήκες κάθε περιοχής και για αυτό είχαν μεγάλη αντοχή σε ασθένειες και μικρές απαιτήσεις σε νερό ή φυτοφάρμακα. Αυτές λοιπόν έχουν δώσει πια τη θέση τους σε «βελτιωμένες» ποικιλίες που θέλουν πιο πολύ νερό, φυτοφάρμακα, λιπάσματα.

Ο κυρίως όγκος των επιδοτήσεων της ΚΑΠ ευνόησε τις μεγάλες καλλιέργειες (βαμβάκι, τεύτλα, σιτηρά, βιομηχανική ντομάτα, ροδάκινα, καπνά). Η εντατικοποίηση των καλλιεργειών έγινε σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος, με εξάντληση των υδάτινων πόρων και σε βάρος της ποιότητας των προϊόντων. Η παραγωγή εξελίχθηκε σε κυνήγι των επιδοτήσεων και σε αδιαφορία για τα δεδομένα της πραγματικής σχέσης της παραγωγής με την κατανάλωση. Στις πεδινές εκτάσεις της Θεσσαλίας και άλλων περιοχών η παραγωγή βασίστηκε στην εντατικοποίηση, τη μονοκαλλιέργεια, στην αύξηση των βιομηχανικών εισροών (εκμηχάνιση, αγροχημικά), την αυξημένη χρήση λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων με αποτέλεσμα τη ρύπανση και την εξάντληση των υδάτων και του εδάφους. Ταυτόχρονα, η επιβολή ποσοστώσεων στην παραγωγή των αγροτικών προϊόντων οδήγησε στην εισαγωγή μιας σειράς προϊόντων τα οποία ωστόσο θα μπορούσαν να παράγονται στη χώρα. Μέσω των επιδοτήσεων οι αγρότες στράφηκαν σε συγκεκριμένες καλλιέργειες για να φτάσουν σήμερα να επιλέγουν την εγκατάλειψη της παραγωγής αφού επιδοτούνται άσχετα με το εάν παράγουν ή όχι (φυσικά αυτό μέχρι το 2013 οπότε και τελειώνει κάθε μορφή επιδότησης).

Το 1992 με την αναθεώρηση της ΚΑΠ έγινε μείωση της τιμής ορισμένων αγροτικών προϊόντων και για αντιστάθμισμα χορηγήθηκαν στους αγρότες εισοδηματικές ενισχύσεις ανά καλλιεργήσιμο στρέμμα ή εκτρεφόμενο ζώο.

Το 1994 η ΕΕ προχωράει σε νέα μείωση της στήριξης της αγροτικής παραγωγής.

Με την ANGENDA του 2000 διευρύνθηκε η συγκεκριμένη πολιτική για περαιτέρω μείωση των εγγυημένων τιμών των παραγόμενων προϊόντων και αντικατάστασή τους από τις στρεμματικές ενισχύσεις.

Το 2003 εισάγεται η Ενιαία Αποδεσμευμένη Ενίσχυση, η οποία αντικαθιστά τις περισσότερες ενισχύσεις (ανά κιλό, ανά στρέμμα, ή ανά ζώο) και χορηγείται άσχετα προς το ύψος και το είδος παραγωγής, καθορίζεται όμως από τις στρεμματικές αποδόσεις των προηγούμενων ετών που είχε ο κάθε παραγωγός.

Αυτές οι αναδιαρθρώσεις και το παιχνίδι με τις επιχορηγήσεις είχε ως αποτέλεσμα την τεράστια μείωση της αγροτικής παραγωγής στην Ελλάδα.

ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΚΥΡΙΟΤΕΡΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ

(σε χιλιάδες τόνους)

προϊόν

Έτος 2000

Έτος 2006

διαφορά

Ρύζι

169.000

174.000

+5.000

Στάρι μαλακό

408.000

251.000

-157.000

Στάρι σκληρό

1.450.000

1.219.000

-231.000

Καλαμπόκι

1.850.000

1.710.000

-140.000

Καπνός

125.000

25.000

-95.000

Βαμβάκι

1.235.000

850.000

-385.000

Ντομάτα βιομ.

1.149.000

800.000

-349.000

Ζαχαρότευτλα

3.146.000

1.600.000

-1.546.000

Ελαιόλαδο

430.000

370.000

-60.000

Λεμόνια

139.000

37.000

-102.000

Πορτοκάλια

903.000

880.000

-23.000

Μήλα

309.000

263.000

-43.000

Ροδάκινα

1.020.000

700.000

-320.000

Κρέας σύνολο

492.000

464.000

-28.000

Κρέας Αιγοπρόβιο

123.000

111.200

-12.100

Κρέας βοδινό

61.000

61.700

+700

Γάλα σύνολο

1.896.000

1.866.000

-30.000

Γάλα Αιγοπρόβιο

1.106.800

1.115.000

+8.600

Γάλα Αγελαδινό

789.000

750.2ΟΟ

-38.800

Ταυτόχρονα, εισάγουμε κρεμμύδια από την Ινδία, λεμόνια-πορτοκάλια από τη Ν. Αφρική, δαμάσκηνα και αχλάδια από τη Χιλή, φακές από τον Καναδά, φασόλια από την Κίνα, ρεβίθια από το Μεξικό, φιστίκια Αίγινας από την Τουρκία, μπάμιες-φασολάκια-πατάτες από την Αίγυπτο. Μειώσαμε την παραγωγή ζαχαρότευτλων… για να εισάγουμε 200.000 τόνους ζάχαρη. Για την εισαγωγή σιτηρών δαπανούμε 250 εκατομμύρια ευρώ, την ίδια στιγμή που 150.000 μικρομεσαίοι αγρότες εγκατέλειψαν την παραγωγική διαδικασία. Το ποσοστό των αγροτών στο σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού μειώνεται συνεχώς, από 31% που ήταν το 1981 στο 9,5% το 2009.

Οι αγρότες είναι ουσιαστικά οι αποδέκτες των τιμών των αγροτικών προϊόντων που διαμορφώνουν οι μεταπράτες και τα καρτέλ των βιομηχανιών μεταποίησης. Οι καταναλωτές πληρώνουν τιμές 4-6 φορές μεγαλύτερες από αυτές που εισπράττουν οι παραγωγοί: το λάδι πληρώνεται στον παραγωγό 2 ευρώ για να φτάσει στον καταναλωτή 5 ευρώ, το στάρι πληρώνεται στον παραγωγό 0,14 ευρώ το κιλό για να φτάσει στον καταναλωτή γύρω στα 2 ευρώ, το αγελαδινό γάλα πληρώνεται στον παραγωγό 0,40 λεπτά για να φτάσει στον καταναλωτή 1,20 ευρώ.

Τα 2/3 των πρωτοβάθμιων αγροτικών συνεταιρισμών δεν ασκούν καμία δραστηριότητα, πέραν της εκλογής της συνδικαλιστικής ηγεσίας, ενώ μια σειρά από συνεταιριστικές βιομηχανίες όπως η ΑΓΝΟ, η ΟΛΥΜΠΟΣ, η ΡΟΔΟΠΗ χρεοκόπησαν ή πουλήθηκαν σε ιδιώτες (την ίδια μοίρα θα έχει σε λίγο και η ΔΩΔΩΝΗ).

Το νέο μοντέλο αγροτικής παραγωγής που προωθείται από το κεφάλαιο μέσω της ΕΕ και της ελληνικής κυβέρνησης θεωρεί ότι το βασικό διαθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας είναι η κατακερματισμένη αγροτική ιδιοκτησία (ο μέσος όρος είναι μικρότερος από 50 στρέμματα όταν στην ΕΕ είναι στα 160 στρέμματα), που καθιστά την επιχειρηματική ανασυγκρότηση σχεδόν αδύνατη. Θέτει ως στόχο την επιχειρηματική αγροτική παραγωγή, που δεν θα βασίζεται ούτε στον ατομικό αγρότη ούτε στους αγροτικούς συνεταιρισμούς, αλλά στην αγροτική ανώνυμη εταιρεία, στην οποία οι κάτοχοι του κλήρου δεν θα είναι πλέον ανεξάρτητοι ή συνεταιρισμένοι παραγωγοί αλλά μέτοχοι. Το βασικό όπλο για αυτή τη νέα αναδιάρθρωση θα είναι η αντικατάσταση των κοινοτικών επιδοτήσεων και των χρηματοδοτήσεων από την Αγροτική Τράπεζα, από την τραπεζική χρηματοδότηση με νέα «ευέλικτα χρηματοπιστωτικά εργαλεία».

Μια τέτοιου τύπου αναδιάρθρωση θα οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη συγκεντροποίηση του συνολικού παραγωγικού δικτύου γύρω από την τροφή (ήδη σήμερα 7 μύλοι διακινούν το 70% των αλεύρων στη χώρα) και την εξάρτηση της διατροφής του πληθυσμού από αυτές τις εταιρείες, στη ρύπανση και την εξάντληση εδαφών και υδάτων στις εκμεταλλεύσιμες εκτάσεις, καθώς και στην ερημοποίηση των αγροτικών εκτάσεων που δεν θα είναι κατάλληλες για αυτού του τύπου την εκμετάλλευση.

(Πηγή: http://koinostopos.espivblogs.net

Η διατροφική επάρκεια θα πρέπει να είναι ο μόνος στόχος που πρέπει να επιδιώξει τόσο η κυβέρνηση όσο και οι οργανώσεις ου κινούνται στον αγροτικό τομέα. Είναι η μόνη ασφάλεια για ένα μέλλον που για κανέναν δεν είναι πλέον γνωστό. Είναι σημαντική μια επιστροφή στην γεωργία με συγκεκριμένο σχέδιο που θα το αναλάβουν νέες ενώσεις αγροτών. Η πολιτική της αντιπαροχής που έκανε άρρωστες μεγαλουπόλεις σωρεύοντας τόνους τσιμέντο πάνω στη χώρα μας θα πρέπει να τελειώσει. Οι αγροτοσυνδικαλιστές που έσπευσαν με την ευκαιρία της εφαρμογής της νέας ΚΑΠ να εκμισθώσουν όσα περισσότερα στρέμματα μπορούσαν για να επωφεληθούν από τις επιδοτήσεις θα πρέπει σταλούν στα σπίτια τους και άνθρωποι με νέες ιδέες να δημιουργήσουν ξανά ένα καινούργιο περιβάλλον. Αν δεν το κάνουμε να το ξέρουμε πως ο διατροφικός λιμός θα είναι αυτός που θα μας καταδυναστεύσει και όχι η όποια οικονομική κρίση.

Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

ΠΡΩΤΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ενα διήγημα

Είναι η τελευταία ημέρα του χρόνου και βιάζονται, το ξέρω. Πρέπει να κλείσει και αυτό το φύλλο, όπως έχουν κλείσει τόσα άλλα, τόσες άλλες χρονιές. Και εγώ είμαι μόνος. Και οι λέξεις φεύγουνε, για πρώτη φορά είμαι χωρίς λέξεις, γυμνός εμπρός σε ένα φύλλο χαρτί. Ξανά παιδί, που κοντεύω να κλείσω τα εξήντα.

Σαράντα χρόνια γράφω για την καινούργια χρονιά που έρχεται. Διαπιστώσεις, ευχές, παρακάλια, πολεμικές, ρεπορτάζ. Σαράντα φορές με βρήκε η αλλαγή του χρόνου εδώ πάνω στο γραφείο. Τι αλλάζει, λοιπόν; Και γω είμαι μέσα σε αυτό το χρόνο, ή βρίσκομαι κάπου αλλού; Θυμάμαι την πρώτη χρονιά στην εφημερίδα, τις πρώτες μέρες. Αυτές που έτρεχα με τον πανικό σκαρφαλωμένο στα μάτια και στα χέρια. Που έτρεμα εμπρός σε μια κόλλα άσπρο χαρτί και ζήλευα τους μεγαλύτερους που έγραφαν τότε με εκείνα τα καθαρά μεγάλα γράμματα τους με μια μεγάλη ευχέρεια για όλα.

Ήταν άλλες οι εποχές τότε το καταλαβαίνω. Μας έλεγαν διαβάστε πολύ και διαβάζαμε πολύ. Και τότε δεν ήταν εύκολο να βρεις και βιβλία. Ακόμα έχω στο σπίτι μου αρκετά σε φωτοτυπίες. Τώρα κοιτάζω γύρω μου και αντιλαμβάνομαι ότι όσο λιγότερα ξέρεις, τόσο πιο ψηλά πηγαίνεις στην ιεραρχία. Όσο λιγότερο σκέφτεσαι τόσο περισσότερο μπορείς να ζεις.

Κι εγώ ήμουν αναγκασμένος να σκέφτομαι λόγω δουλειάς καθώς τότε έπρεπε να έχεις συνείδηση για να μπορείς να διαμορφώσεις συνείδηση τώρα δυστυχώς φοβάμαι ότι διαμορφώνουν συνείδηση οι μη έχοντες, εν πάση περιπτώσει είμαστε οι κυνηγοί της αλήθειας αλλά δεν γνωρίζαμε ότι αυτή όχι μόνο δεν μπορείς να την προσεγγίσεις αλλά και όταν την προσεγγίσεις δεν μπορείς να την περιγράψεις. Μερικές φορές σκέφτομαι – είδες πάλι σαν πληγή είναι – ότι είμαστε ψείρες δίπλα από έναν ελέφαντα. Ο καλύτερα πληροφορημένος από μας θα μπορούσε να περιγράψει ένα θλιβερό κομμάτι της πραγματικότητας και αυτό χωρίς να λάβουμε υπόψη τον χρόνο.

Μια φορά κάποιος έκανε ένα πείραμα. Θέλησε να περιγράψει την ζωή του. Άρχισε λοιπόν, να κρατάει ένα ημερολόγιο με λεπτομέρειες. Για να περιγράψει μια ημέρα, με όλες τις λεπτομέρειες, χρειάζονταν σχεδόν τρεις. Σκέφτηκε, λοιπόν, ότι ήταν μάταιο καθώς για να περιγράψει την ζωή του χρειάζονταν τρεις ζωές και σταμάτησε. Εμείς προσπαθούμε να περιγράψουμε μια μέρα ολόκληρη και για χιλιάδες κόσμο. Είναι δυνατόν να είμαστε αληθινοί;

Οπότε αυτό που κάνουμε δεν είναι πληροφόρηση αλλά η επιβολή ενός ιδιαίτερου τρόπου ανάγνωσης του κόσμου. Με το που επιβλήθηκε η τηλεόραση αλλάξαμε κι εμείς τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Δεν γράφουμε, πλέον, γεμίζουμε το χώρο ώστε να μην υπάρχει το κενό ανάμεσα στις διαφημίσεις. Πάθαμε κι εμείς ότι οι Μυκηναίοι με το «φόβο του κενού», αυτό που παθαίνουν οι νοικοκυρές στα σπίτια που δεν μπορούν να αφήσουν έναν τοίχο κενό. Ζούμε με το φόβο μήπως αδειάσει ο χώρος, ο χρόνος γιατί τότε θα είμαστε εμείς και ο εαυτός μας. Κι άμα βρεθούμε τι να του πούμε; Τι να τους πω;

Τα παιδιά μεγάλωσαν και φύγανε, έχουν αρχίσει την δική τους ζωή. Βρισκόμαστε κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα. Η γυναίκα μου έφυγε να ζήσει με άλλον (Στην αρχή είχα νευριάσει μετά κατάλαβα και της έδωσα δίκαιο. Δεν μπορούσα να ζήσω εγώ με τον εαυτό μου όχι ένας άλλος). Τα άφησα όλα και νοικιάζω ένα δυάρι. Στο ένα η βιβλιοθήκη και το γραφείο στο άλλο το υπνοδωμάτιο. Δεν το χρησιμοποιώ όμως πολύ γιατί δεν κοιμάμαι. Εκεί θα γυρίσω μόλις τελειώσω να γράφω για την αλλαγή του χρόνου. Ποια αλλαγή όμως και ποιου χρόνου;

Πέρασαν 60 περίπου χρόνια από τότε που γεννήθηκα αλλά ποτέ μου δεν απέκτησα την βεβαιότητα ότι πράγματι ήμουν στην γη.. Έχω αντικείμενα που σχετίζονται με το παρελθόν, που το πιστοποιούνε, αλλά σίγουρος εντελώς δεν είμαι. Θα μπορούσα να το είχα κατασκευάσει αυτό το παρελθόν. Θα μπορούσα να φανταστώ ένα μέλλον καλύτερο η χειρότερο. Το μόνο που δεν μπορώ να κάνω είναι να φανταστώ είναι να πω ψέματα για το παρόν. Τώρα αυτή τη στιγμή γράφω, όταν όμως γυρίσω σπίτι δεν θα πρέπει να είμαι σίγουρος ότι εγώ τα έχω γράψει.

Ποιος είναι ο κόσμος ο πραγματικός; Τι χρόνο επιτέλους αλλάζουμε; Γιατί σώνει και καλά θέλουμε σύνορα και φοβόμαστε τη ατέλειωτη λίμνη του χρόνου, τον ποταμό της λησμονιάς; Και γιατί κάνω εγώ αυτές τις ερωτήσεις; Ποιος περιμένω να μου απαντήσει; Γιατί αν δεν μου απαντήσει κανείς, δεν υπήρξα ποτέ και δεν θα υπάρξω και ο κόσμος γύρω δεν ήταν παρά ένα παραμύθι, μία ταινία στην τηλεόραση που κάποιος κακός σκηνοθέτης έστησε για να περιπαίξει, κάποιον που δεν γνώριζε και τελικά έπεσε ο ίδιος στην παγίδα. Ξέχασε πως αυτός είναι ο δημιουργός και έγινε ο ηθοποιός. Έζησε τελικά σε έναν κόσμο που ο ίδιος κατασκεύασε. Και εκεί που νόμιζε ότι είχε θεατές, δεν είχε πια κανένα γιατί ο μόνος θεατής που υπάρχει είναι ο εαυτός σου, που αυτός είναι απασχολημένος στα δικά του πάθη. Σαν τον περιπατητή που μπήκε κατά λάθος, στο μαγικό δάσος εκεί που η πιο μικρή σκέψη γίνονταν αμέσως πράξη. Και λέει «πεινώ» και έρχονται τα καλύτερα φαγητά του κόσμου και λέει «διψώ» και έρχονται τα καλύτερα ποτά του κόσμου και εφοβήθη ότι θα πεθάνει και έρχεται ο χειρότερος θάνατος του κόσμου. Τι είναι αυτός ο θύτης ή το θύμα; Ο σκηνοθέτης η ο ηθοποιός; Και πως θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό;

Σε αυτό το δάσος περπατώ και γω και εσύ αγαπητέ αναγνώστη. Και βέβαια, αύριο δεν είναι μια άλλη μέρα ενός άλλου χρόνου, είναι η απάτη που στήνουμε όλοι προκειμένου να βρισκόμαστε σ’ ένα κοινό παιγνίδι. Μέχρι που ένας να πετάξει τα ζάρια και να κλείσει το παιγνίδι και να βρεθούμε τρεμάμενοι, σε έναν ωκεανό από λέξεις.