Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΝΕΥΜΑ

Κι όταν έφτασα στην αγορά έπεφτε τα’ απόγευμα με γεύση από τσίπουρο. Κι ήρθαν παλιοί συμμαθητές και φίλοι. Κι ήρθε πατέρας και παππούς μου μίλησαν. «Ποιος είμαι εγώ;» τους ρώτησα γελάσανε. Βάλαν ρακές στην μέρα και ορφάνεψε. Πετάχτηκε ο πιο μικρός. «Πέρασα μέσα στο σύνορο της πίσσας κι αγριεύτηκα. Όταν γεννήθηκα ήρθαν πουλιά και μου δώσανε τρίμματα του ουρανού μέσα στο στόμα. Με αυτόν τον ουρανό πορεύθηκα. Δεν γνώρισα αυτό που δεν ήμουν αλλά ξαπόστασα στην βαμπακιά και σύρθηκα μες στα ρυάκια τα χορτασμένα πεθαμένα φεγγάρια. Δεν ξέρω να σου πω λοιπόν. Σκύψε και κόψε τα μαλλιά σου κι ότι σου πουν»

Κι έσκαψα γύρω «αίμα κελαινόν» και ήρθε η Γιωργίτσα με φύκια ακόμα στη μιλιά κι ένα σκοτάδι. «Ήθελα άντρα κύμα και τον πήρα. Τώρα τις μέρες έρχεται και με φυσάει πότε βοριάς και πότε τριανταφυλλιάς οσμή και ξέρω πως έχει πάντα Άνοιξη. Μην σου πουν πως πνίγηκα. Ήρθαν δελφίνια του ουρανού κομμάτια αγάπης και με πήρανε. Πήγα και βρήκα τον βυθό, του είπα για σένα και κατένευσε. Μπορείς να κατεβαίνεις όσο θέλεις. Μονάχα να ακούς την μάνα σου όταν σου μιλάει. Ταράζονται τότε οι αστερίες και χωνεύει λάσπη ο βυθός. Θα τα καταλάβεις όλα όταν όταν δεν θα βλέπεις πια πανσέληνο. Μόνο να ξέρεις ότι μέσα σου δεν θα γίνεις ποτέ βυθός. Είσαι εσύ ότι δεν είσαι»

Κι ήρθε ο πατέρας με ένα χαρτοφύλακα γραμμάτια «Αυτά είναι τα χρωστούμενα παιδί μου. Χρωστάω σε μένα δειλινά και πρωινά γεμάτα από χέρια χρωστάω την θάλασσα που δεν γνώρισε και δεν με ήθελε. Εσένα βέβαια σου δόθηκε ο βυθός. Εγώ τίποτα δεν είχα. Σημάδι με πήγαινε ότι βράδιαζε επάνω στο βουνό και ακούγαμε τους λαγούς να σηκώνονται από τον ύπνο. Τότε σε έπαιρνα και κατεβαίναμε στην παραλία. Μια μέρα ένας φθόγγος σερπαντίνας μας σήκωσε ψηλά κι είδα την πόλη, είδα τα κορίτσια που ξεκινούσανε πρωί με τον ύπνο ακόμα στο στήθος τους. Και τότε κατάλαβα πως ο Θεός είχε βρέξει μόνο στην τσέπη μου.»

Άλλο δεν ρώτησα ξεφόρτωσα δυο τρεις λέξεις και τις ακούμπησα στα μάτια του πρώτου κοριτσιού που είδα ότι είχε στα μάτια του γεφύρια και στέγες των παλιών μου στιγμών που μιλούσαν ήδη στο σκοτάδι. Έσφιξα το χέρι του παιδιού. Από μακριά φυσούσε ο νότιας του απογεύματος που κάνει να φυτρώσουν γιασεμιά μέσα στις νύχτες. Θα ξημερώσει σεντόνια αύριο

καλής πηγής,

πηγίτσας.

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

ΟΥΤΟΠΙΑ 1


Πετρέλαιο και κάρβουνο έχουν απαγορευθεί. Μέσα στο κέντρο της πόλης δεν μπορεί κανείς πια να κυκλοφορήσει με το δικό του αυτοκίνητο. Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα τιμωρούνται με την εθελοντική βοήθεια ηλικιωμένων. Τα τσιγάρα έχουν εξαφανιστεί από την αγορά καθώς δεν καπνίζει κανένας. Η μεγαλύτερη βιομηχανία της χώρας παράγει ποδήλατα. Το πλαστικό ανήκει στο παρελθόν και όποιος το χρησιμοποιεί στα κρυφά συλλαμβάνεται και καταδικάζεται σε κοινωνική εργασία. Όλες οι ακτές ξαναγυρίζουν στο λαό και απαγορεύεται η ιδιωτική τους χρήση, όπως στο λαό γυρίζουν τα μουσεία και κάθε χώρος τέχνης. Οι κυνηγοί βγαίνουν μόνο για να φωτογραφήσουν και τοποθετούν με τρυφερότητα στις φωλιές τους όσα μικρά πουλάκια έχουν πέσει. Οι γιατροί και οι δικηγόροι είναι πλέον προστατευόμενες κατηγορίες καθώς οι περιβαλλοντολογικές ασθένειες θεραπεύτηκαν και μαζί τους και ο άνθρωπος. Οι δικηγόροι τείνουν να εξαφανιστούν καθώς η μηχανή της δικαιοσύνης από τη μια μεριά απλοποίησε τους νόμους από την άλλη άρχισε να λειτουργεί κανονικά και ανεξάρτητα από το κράτος. Τα σούπερ μάρκετ ξηλώθηκαν από όλη την επικράτεια. Και τα καταναλωτικά αγαθά που παρασκευάζονται και καταναλώνονται στον τόπο τους δεν έχουν πια φορολογία. Οι κατασκευαστικές εταιρείες αντικαταστάθηκαν από εταιρείες κατεδάφισης που ξηλώνουν πολυκατοικίες και άχρηστες κατασκευές δίνοντας τόπο σε πάρκα και πλατείες. Η δύναμη των εταιρειών κατεδάφισης είναι τόσο μεγάλη που είναι η δεύτερη σε δύναμη επιχείρηση μετά από αυτή των ποδηλάτων και μεταφέρει το "know how" σε όλον τον κόσμο και ειδικά στην Αμερική. Στα λίγα ποτάμια κάνουν μπάνιο τις Κυριακές όπως και στις λίμνες μαθαίνοντας συγχρόνως ότι να μολύνεις τον χώρο γύρω σου είναι σαν να μολύνεις τον εαυτό σου. Κανείς στην επικράτεια ούτε το ίδιο το κράτος δεν μπορεί να κατέχει περιουσία μεγαλύτερη από πέντε εκατομμύρια ευρώ και υπάρχουν φωνές που θέλουν και αυτό το όριο να το χαμηλώσουν. Μόλις οι άνθρωποι πάρουν την σύνταξη αρχίζουν αμέσως εκπαίδευση σε ειδικά κέντρα για να προσπαθήσουν να ανιχνεύουν το πραγματικό νόημα της ζωής. Η λέξεις "αρχηγός" "πρόεδρος" "διευθυντής" "πρωθυπουργός" "υπουργός¨" θεωρούνται από όλους βρισιές και έχει απαγορευτεί η χρήση τους στον δημόσιο χώρο. Τα σχολεία πλέον δεν έχουν στόχο τους βαθμούς και τα πανεπιστήμια αλλά την καλλιέργεια των παιδιών στην μουσική, στην τέχνη, στην συζήτηση, στην συντροφικότητα, στον αθλητισμό, στην αναζήτηση. Δεν υπάρχουν καθηγητές διορισμένοι αλλά ο καθένας ονομάζεται καθηγητής όταν οι μαθητές τον ανακηρύξουν ως τέτοιο. Όλες οι αποφάσεις που αφορούν το δημόσιο βίο παίρνονται κατά πλειοψηφία, είτε σε τοπικό επίπεδο είτε σε εθνικό. Το χρηματιστήριο, μετά από τον μηδενισμό όλων των μετοχών έκλεισε και αντικαταστάθηκε από ένα θεματικό πάρκο για την εξερεύνηση του Σύμπαντος. Οι λέξεις " ανταγωνιστικότητα" και "δείκτης ανάπτυξης" αντικαταστάθηκαν από τις λέξεις "συντροφικότητα" και "δείκτης χαράς". Οι αποφάσεις δεν λαμβάνουν υπόψη τους αριθμούς αλλά τους ανθρώπους και την εξέλιξη τους. Τα βιβλία με την μεγαλύτερη κυκλοφορία είναι αυτά της ποίησης.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ


Ξαφνικά σε συνάντησα μέσα στο όνειρο. Κι ήμασταν λέει και οι δυο δεκαοχτώ χρονών στην παραλία κι έβρεχε. Κι ήρθε ψιχάλα μέσα στο μάτι . Γελάσαμε. Κι αφήσαμε την βροχή να περνάει το πρόσωπο και τα μαλλιά τα χέρια. Και την αφήσαμε να μπαίνει μέσα από το ανοικτό πουκάμισο. Να πλένει όνειρα και αποφάσεις, να πλένει την ζωή μας εκείνη που θα τρώγαμε γρήγορα στο φαστ φούντ των χρόνων που ήρθανε.
Άστους να λένε। Σήκωσε ακόμα το γιακά σου άσε τα μαλλιά σου να τα χτυπάει η βροχή και σήκωσε το χέρι όχι γροθιά αλλά να ξαναπιάσεις το δικό μου χέρι κι έλα παρόχθια του ονείρου να ξαναφτιάξουμε έναν κόσμο γεμάτο υπέροχα πουλιά. Ελα στα μονοπάτια που δεν περπατήσαμε ακόμη...

Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Ο ΘΙΑΣΟΣ



Και έτσι ήρθαν. Γερμανοί. Εγγλέζοι. Αμερικανοί και Ρώσοι., άνθρωποι ξένοι. Οι κάτοικοι τους κοίταξαν με περιέργεια στην αρχή υποτάχθηκαν στην συνέχεια. Δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν απο το να δημιουργήσουν έναν θίασο Αλλά δεν ήξεραν τι έργα να τους παίξουν. Αυτοί ζητούσαν Ιλιάδα και τραγωδίες. Ήξεραν μόνο την Γκόλφω και αυτή έπαιζαν συνεχώς. Και οι άλλοι χειροκροτούσαν νομίζοντας ότι έβλεπαν αρχαία τραγωδία.

Στο θίασο μάλωσαν και η πρωταγωνίστρια κάρφωσε ένα μαχαίρι στον πρωταγωνιστή. Αυτός έπεσε νεκρός. Οι άλλοι θεώρησαν ότι οι ξένοι ήταν οι δολοφόνοι. Πήγαν να τους επιτεθούν κι αυτοί έβγαλαν τα όπλα και τους σκότωσαν όλους. Ζωντανό έμεινε μόνο ένα παιδί που δεν άκουγε. Μόνον αυτό είδε το φονικό. Προσπάθησε να εξηγήσει στους άλλους τι έγινε κι αυτοί δεν το πίστεψαν είχαν άλλωστε πολλές δουλειές να κάνουν. Το παιδί πήγαινε στα χαλάσματα εκεί που έπαιξε εκείνη την ημέρα ο θίασος. Εκεί το ξεχάσανε. Τα χρόνια πέρασαν και κανείς δεν θυμόταν τίποτα। Μια μέρα οι ξένοι ήρθανε πάλι Αλλά το παιδί δεν ήταν πιά εκεί.

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2011

ΕΚ ΤΟΥ ΑΦΗΓΗΜΑΤΟΣ




Μια μέρα πήγε σε ένα παγκάκι. Πάνω στο ξύλο ήταν ένα πουλί, πεθαμένο. Στην αρχή έφυγε. Μετά γύρισε πίσω και πήρε το πουλί με ένα μαντήλι. Στο κοιμητήριο επικρατούσε απόλυτη σιγή. Είδε τον τάφο ενός μικρού παιδιού και κάθισε. Πάνω του είχε το όνομά του. Άφησε κάτω το νεκρό πουλί κι άρχισε να κλαίει. Δεν είχε λάβει υπόψη του το αφήγημα.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΤΑΚΗΣ ΔΡΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΠΡΕΒΕΖΑ


Το επίθετο του χάνεται στην ιστορία της χώρας. Λένε ότι έρχεται από τον Δράκοντα τον νομοθέτη της Αθήνας. Το βρίσκουμε όμως στο Σούλι που ήταν τόπος της καταγωγής του. Ίσως στο αίμα του κυκλοφορούσε η ιστορία του Γιώργη του Δράκου που μόνος του είχε κρατήσει μακριά στρατούς ολόκληρους και τον είχε και τον παίνευε ο Μάρκος Μπότσαρης. Θα ήταν δύο χρονών όταν στην Πρέβεζα άκουσε ότι αυτοκτόνησε εκείνος ο παράξενος ο «ποιητής» από την Αθήνα ο Καρυωτάκης. Βέβαια δεν μοιράστηκαν την ίδια πόλη. Ο Καρυωτάκης έγραψε :

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια "ελλειπή" μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
"Υπάρχω;" λες, κ' ύστερα "δεν υπάρχεις!"
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

Η δικιά του η πόλη είχε θάλασσες, είχε παραλίες φωτεινότατες Λούτσα και Βάλτος και Λυγιά, Καστροσυκιά και δρόμους με χώμα. Στο λιμάνι το δικό του έφταναν καράβια από τον Πειραιά, έπαιζαν έργα στους κινηματογράφους Ακταίον, Πάνθεον και Γκλόρια. Όλη η Ήπειρος περνούσε από την δική του Πρέβεζα ξεχείλιζαν τόνοι οι σαρδέλες, τα όστρακα και οι γαρίδες και τα μαγαζιά που άνοιγαν από τα χαράματα.

Εκεί άκουσε για πρώτη φορά ακορντεόν. Θαμπώθηκε. Όταν έπιασε δουλειά επήρε ένα κι έμαθε. Άχαρη δουλειά στην εφορία. Τρία παιδιά. Κραβασαράς. Ταξίδευε τα βράδια με το όργανο. Περνούσαν πάνω του παιδιά κι αρρώστιες και χρόνια κι όνειρα κι οι πρόγονοι ο Γιώργης Δράκος με τα μαλλιά λυτά ταξίδευε. Και το ακορντεόν έγινε το καράβι και το σπίτι του, η άλλη ζωή του η πραγματική, που ζούσε στα διαλείμματα της άλλης, της σοβαρής, της καθωσπρέπει . Αθήνα με γλέντια, με πίκρες με ζόρια του ανήφορου που έχει η ζωή, αναμενόμενα και προσδοκώμενα άλλωστε. Μετά ήρθε η σύνταξη και γύρισε στην Πρέβεζα. Τους φίλους δεν τους ξαναβρήκε. Η πόλη άλλαξε. Το σαρδελάδικο στην παραλία έκλεισε κι έγινε «γιορτή σαρδέλας» Έγινε κι αυτή πόλη του αφρού και της εικόνας.

Θα τον έπαιρνε η μοίρα των πολλών αλλά αυτός είχε ακόμη το ακορντεόν. Μπορεί να ήταν ριγμένο στη γωνιά αλλά ήταν εκεί. Περίμενε.
Μια νύχτα σφύριζε ο αέρας έξω, Γενάρης μήνας ήταν, μέσα κοιμόταν όλοι ύπνο δεν είχε. Θυμήθηκε νότες και μελωδίες, τα παιδικά του χρόνια θυμήθηκε. Το σήκωσε από τη γωνιά και το έσφιξε στο στήθος. Τα μάτια του έκλεισε και έφυγε μαζί με τις νότες από το παράθυρο. Θυμήθηκε τη μάνα και τον πατέρα, θυμήθηκε τους φίλους και ιδιαίτερα αυτούς που φύγανε. Θυμήθηκε το γόνατο που έσκισε μικρός, τα όνειρα που έκανε κάτω από το φεγγάρι, την Αύρα και την πρώτη φορά που είδε τα μάτια της. Γέμισε το κεφάλι του μαύρα μαλλιά, το δέρμα τσίτωσε. Και ξύπνησαν μέσα του μελωδίες και νότες και διέσεις υπέροχες και δεν τον ένοιαξε κι έπαιζε, λέει όλη την νύχτα. Κι έπαιξε τόσο όμορφα που ξύπνησε όλη η Πρέβεζα μικροί μεγάλοι ξύπνησα και στάθηκαν έξω από το σπίτι κι ακούγανε και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε για το κρύο και το νερό που έπεφτε αδιάκοπα από τον ουρανό τον παγωμένο. Κι ήρθε, λέει, ο ποιητής ο Σπύρος ο Σολδάτος και πήγε να γράψει ένα ποίημα αλλά δεν μπόρεσε και δάκρυσε γιατί είδε να περνάει η ιστορία του και η ιστορία της πόλης του μπροστά του.

Κάποτε τελείωσε η μουσική και κανείς δεν μίλησε. Ήσυχα όπως είχαν έρθει, φύγανε. Κι αυτός κλείδωσε πάλι το όργανο και το έβαλε στο μπαούλο και δεν το πήρε ξανά να παίξει. Κανείς δεν μίλησε ούτε θα μιλήσει για κείνη την νύχτα, όσο και να τους ρωτήσεις γιατί είχανε νοιώσει τόση ομορφιά που είναι σίγουροι ότι άμα μιλήσουν θα την χάσουν για πάντα . Κάτι μονάχα σώζεται σε ένα ποίημα του φίλου του Σπύρου Παππά που γράφει:

Διαβαίνοντας και τώρα
Τ’ αχνόφεγγα σοκάκια
Με τα λαμπιόνια τα θολά,
Ακόμα ηχούν στ΄ αυτιά μου
Οι αξέχαστες καντάδες

Αλλά επειδή τίποτα στο σύμπαν δεν χάνεται ούτε έργο ούτε και ήχος η μουσική αυτή θα διασώζεται σίγουρα και θα ταξιδεύει εκεί ψηλά στο Α του Κενταύρου, ανάμεσα από μαύρες τρύπες και σουπερ νόβες. Άσε που εγώ είμαι σίγουρος ότι μια μέρα αυτά τα τεράστια κάτοπτρα που ψάχνουνε να βρούνε ίχνη άλλης ζωής μες στο διάστημα θα πιάσουνε την μουσική εκείνη του Τάκη του Δράκου να έρχεται από το διάστημα ως αντί-δώρο. Δεν ξέρω πότε θα είναι. Άλλωστε σημασία δεν έχει ο χρόνος αλλά το ταξίδι. Πως είπε ο άλλος ο ταξιδιώτης; "Πλέω επι οίνοπα πόντον επ’ αλλοθρόους ανθρώπους".