Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΝΙΚΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΠΟΥΡΝΑ



Ήταν μικρός ακόμη. Έφυγε από την Κάπουρνα, τι ήταν; Ένα χωριό της λάσπης μακριά από το Βόλο. Τυράνια. Ο πατέρας του ο Αυγερινός στα χωράφια, πέτρες και χώματα η ζωή τους ολόκληρη. Ήρθε κι ο φόρος, ό έκτακτος, δεν άντεξε ο πατέρας. «Πάμε Νικόλα» είπε «Πάμε σε άλλο χωριό πιο γόνιμο. Να σκαλίσουμε λιγάκι γη και δυο ζωντανά να περάσουμε» Πήραν στους ώμους τους τη μέχρι τώρα ζωή τους δεν ήταν πολύ βαριά και φύγαν στη Γιέρμη. Η μάννα του είχε αδελφό στο Βελεστίνο, παντοπώλη, τον έστειλαν μπας και κάνει προκοπή. Δούλευε εκεί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ψείρα, λίγο φαί και λέρα πολύ. Μόνο τώρα όλα γινόταν πιο δύσκολα γιατί ο Νικόλας έβλεπε. Έβλεπε τους Τούρκους άρχοντες που αγόραζαν απ’ όλα, που είχαν πλούτη γυναίκες, εξουσία και δύναμη. Αυτός όπως και νάρχονταν τα πράγματα και να μεγάλωνε τη μόνη εξουσία που θα μπορούσε να έχει είναι στην ψείρα του και για αυτή δεν ήταν σίγουρος. Μετά ήταν και η Αιμέ από το χαρέμι του Ιμπραήμ που την είδε μια φορά από κοντά που πήγε τα ψώνια και χάθηκε. Κοπήκαν τα γόνατά του, τρείς μέρες έκανε να βάλει μπουκιά στο στόμα του.

Ο τούρκος λέγονταν Αλή καλός άνθρωπος τον συμπάθησε. Πήγε στο αφεντικό και τον ζήτησε «τον θέλω να έρθει σπίτι μου» δεν ήθελε ο μπακάλης ο Αλής ήταν εξουσία δεν λογάριαζε. Ο Νίκος κρυφά μέσα του ήθελε. Μικρός ήταν μια άλλη ζωή φανταζόταν και ήταν ευκαιρία. Πήγε. Και για πρώτη φορά έφαγε και ήπιε και έβαλε ρούχα καθαρά, κοιμόταν σε κρεβάτια μαλακά και γύρω του όλο γυναίκες κι η Αισέ και τα μάτια της και τα πόδια που ακόμα του κοβόταν όχι όμως τώρα πια η όρεξη.

Πέρασε ένας χρόνος είχε συνηθίσει πια ήταν το σπίτι του όταν ήρθε ο γιος του αφεντικού. «Τι κάνεις;» λέει του πατέρα του «ρωμιό έβαλες μες στο χαρέμι; Είσαι καλά» «Είναι καλό παιδί» του είπε ο πατέρας «ένα χρόνο είναι μαζί μου είναι καλός». Πήγε ο γιός τον έπιασε « Έλα δω Νικόλα καλό παιδί είσαι θα γίνεις μουσουλμάνος γιατί οι ρωμιοί είναι κακοί και βρώμικοι, τι δουλειά έχεις με αυτούς» «Μα εγώ γεννήθηκα» πήγε να πει , τον έκοψε ο άλλος «Όλοι γεννηθήκαμε κάπου το θέμα είναι τι μας συμφέρει. Γίνεσαι μουσουλμάνος και έχεις όλη τη γη στα πόδια σου. Μια αυτοκρατορία ολόκληρη. Λεφτά. Γυναίκες. Μέλλον εξασφαλισμένο. Σαν χριστιανός τι θα κάνεις; Θα είσαι εδώ μετά από λίγο καιρό θα σε διώξουμε θα γυρίσεις στις λάσπες που ήσουνα και σε λίγα χρόνια θα γεράσεις, θα σαπίσεις όπως σαπίζουν κι οι άλλοι οι ρωμιοί εκεί έξω. Μια φορά μας έρχονται οι ευκαιρίες και πρέπει να τις πιάνουμε» Ο Νίκος το σκέφτηκε όλο το βράδυ είχε δίκαιο. Τι μέλλον θα είχε. Του πατέρα την προκοπή την σκέφτηκε και της μάνας το σκύψιμο ήταν τότε 35 χρονών. Και δέχτηκε. Του κάναν την περιτομή του δώσαν το όνομα Ιμπρήμ, γύριζε κορδωμένος στο παλάτι. Τα είχε όλα. Μέσα του όμως κάτι έβραζε που να το εξηγήσει δεν μπορούσε. Για να το ξεχνάει έπαιρνε πολλές δουλειές όλη τη μέρα, παραπαίδι πλέον τον είχε ο Αλής, πλήρη εμπιστοσύνη.

Μια φορά ένα βράδυ του Δεκεμβρίου ένοιωσε στο στήθος του μαύρο πράγμα να τον πατάει, του κοπήκαν τα πόδια, σκιάχτηκε. Πετάχτηκε και πήγε στον κήπο και κάθισε κάτω από μια μηλιά, στην παγωνιά, μονάχος. Εκεί έγινε κάτι που κανείς δεν το ξέρει ούτε να το εξηγήσει. Πάντως πριν ξημερώσει έφυγε όπως ήταν με τα ρούχα του ύπνου δεν γύρισε να πάρει πίσω ούτε τα ρούχα του. Πήγε στον πατέρα «φύγε του λέει θα μας σφάξουν όλους πήγαινε στο Κεραμίδι είναι από πίσω απ’ το βουνό μπας και γλυτώσουμε.» Σκαρφάλωσε το βουνό, μέσα στο χιόνι, κινδύνεψε για να χαθεί έφτασε μια φορά στο Κεραμίδι. Πέρασε ο χειμώνας και ο Νίκος πήγε κοντά σε κάτι κτίστες κι έμαθε τέχνη. Τον πήραν μετά στην Κρήτη για δουλειά. Μαύρες μέρες απ’ το πρωί ίσαμε το βράδυ κουβάλαγε και νάταν μόνον αυτό οι βρισιές και οι σφαλιάρες ήταν φαί της κάθε μέρας. Δεν μπόραγε. Μια μέρα τόσκασε και πήγε σε μια εκκλησιά και κάθισε. Τον είδε ο παππάς τον συμπόνεσε. Ο Νίκος κάθισε τον αγάπησε αυτόν τον παπούλη που όλο χαμογελούσε. Κάθισε κοντά του. Μετά από λίγα χρόνια πέθανε ο παπάς κι έμεινε ο Νίκος πάλι μόνος του. Τα μάζεψε κι έφυγε για το Όρος. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά πήγε στην Καρακάλου, έγινε μοναχός, πήρε το όνομα Γεδεών νήστευε μέρες ολόκληρες, βδομάδες, ματώσαν τα πόδια του από τις μετάνοιες. Λόγο δεν έβγαζε. Πέρασαν 35 ολόκληρα χρόνια και δεν κατάλαβαν ούτε τη σκιά του.

Μια μέρα πήγε και βρήκε τον πνευματικό του τι του είπε δεν ξέρουμε, ξέρουμε πως άδεια του έδωσε κι έφυγε πάλι για το Βελεστίνο. Τριγύρναγε αγρίμι στα χωράφια και στους δρόμους, άπλυτος και κουρελής τους κορόιδευε τους τούρκους μπας και τον πιάσουνε. Πήγε και βρήκε τον γιο του Αλή και τον κορόιδευε. Ήθελε να τον σκοτώσουνε. Τον αγνοούσανε. Τον πιάσανε δυο τρείς φορές τον μαύρισαν στο ξύλο αλλά τι να τον σκοτώσουνε; Ήταν τρελός. Πήγε στην Αγριά μεγάλη βδομάδα κι εκεί άρχισε να βρίζει τον Μωάμεθ. Τότε τον άπασαν και τον πήγαν στον Τύρναβο που τον βασάνισαν και τελικά τον σκότωσαν ήταν 30 Δεκέμβρη.

Τι ήταν όμως που συνέβηκε εκείνη την νύχτα και τον έκανε να αφήσει ρούχα, σπίτια, γυναίκες και προοπτικές για να ριχτεί σε’ αυτή την περιπέτεια. Άλλοι λένε ότι Τον συνάντησε κάτω από το δέντρο και του χαμογέλασε. Δεν του είπε τίποτα όπως συνήθιζε. Το βλέμμα Του όμως ήταν γεμάτο από συμπόνια που άρχισε να κλαίει. Τότε λέει, έσπασε κάτι στην καρδιά του κι άρχισε λέει να χορεύει σαν τρελός μέσα στο δέντρα. Οι περισσότεροι θα πούνε ότι μετάνιωσε που άφησε και τον έκαναν Ιμπραήμ. Να μάθουμε δεν είναι δυνατόν. Και να μας το έλεγε τι μπορεί ο καθένας να καταλάβει. Πάντως όσοι τον είδαν μετά το θάνατο του είχε στο πρόσωπο τέτοια χαρά που δεν μπορεί κανένας άνθρωπος να καταλάβει. Τον είπαν άγιο, σήμερα έκαναν λειτουργίες στο όνομα του. Δεν δείχνει να τον νοιάζει.. Περιπλανιέται ακόμα ανάμεσα Κάπουρνα και Βελεστίνο χαρίζοντας το γέλιο του στον ουρανό. Κάποιες φορές τον βλέπουν τα παιδιά να σκάβει με τα μάτια τον ουρανό τότε αρχίζουν τα κοτσύφια το τραγούδι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: