Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ




Έφτασαν το πρωί. Στο λιμάνι είχε ακόμα ομίχλη κι ο ήλιος μόλις φαίνονταν κόκκινος, πάνω από τη Γορίτσα. Προχώρησαν για να ζεσταθούν. Στην παραλία όλα κλειστά. Μόνο σε ένα, σφουγγάριζαν τα γκαρσόνια. Καφενείον «Μινέρβα» στον απέναντι τοίχο έγραφε «Ευτυχισμένο και υγιές το 1959» ξεχασμένο από τις γιορτές. «Καφέ θα πιούμε;» «Άμα κάτσετε, ίσως» είπε ένα γκαρσόνι βαριεστημένο «Όχι μέσα έξω. Σφουγγαρίζω.» Κάθισαν έξω. Όσο σηκώνονταν ο ήλιος, τόσο ζέσταινε η μέρα. Αλλιώς το κρύο περόνιαζε. Ο θιασάρχης ήταν βαρύς και ο θίασος κρύωνε. Είχανε να φάνε δυο μέρες. Ήταν και το ρεζιλίκι της Χαλκίδας που τόσκασε η γυναίκα του θιασάρχη με τον πρωταγωνιστή. Πρώτη φορά που έβαλε άλλον πρωταγωνιστή ο θιασάρχης. Πενήντα χρονών βλέπεις, είχε ασπρίσει και ήθελε τζόβενο για το ρόλο. Πάθανε και το καζίκι στον Αλμυρό που είχε το πανηγύρι και στο καφενείο που ήταν η παράσταση δεν πάτησε κανένας. Είπανε ότι θα ρεφάρουν στο Βόλο. Όχι τίποτα άλλο να βγάλουν τα ναύλα τέλος πάντων για την Αθήνα, να κάνουν Πάσχα τουλάχιστον στο σπίτι τους.

Πρώτη μίλησε η Καίτη « Ούτε αφίσες δεν κολλήσαμε, ούτε σε κανένα μιλήσαμε. Πως θα γεμίσει αύριο το καφενείο δεν ξέρω» «Εγώ πάντως δεν πάω είπε, ο θιασάρχης έχω άλλη δουλειά» Ο καθένας είχε μια δικαιολογία. Ο ένας δεν μπορούσε να περπατήσει, η άλλη ήταν μικρή και την κολλούσαν οι άντρες και δεν ήθελε. «Θα πάω εγώ, είπε η Καίτη. Θέλω να γυρίσω στην Αθήνα το καταλαβαίνεται;» Σηκώθηκε και πήγε προς το εσωτερικό της πόλης. Όπου έβλεπε στύλο κολλούσε «θίασος ΣΤΕΛΛΑ, αύριο Σάββατο στα ΚΥΜΑΤΑ». Πέρασε το εργοστάσιο του Ματσάγγου και έφτασε στην πλατεία Ελευθερίας. Ένας πλανόδιος φωτογράφος τραβούσε κάτι πιτσιρίκια «το πουλί, το πουλί,» φώναζε. Κι απέναντι τον άκουγε το πουλί, ένα περιστέρι που γουργούριζε. Ο περιστεράς το φίλαγε στη μούρη, γουργούριζε ξανά το περιστέρι , δεν έφευγε. Πήγε η Καίτη στο στύλο δίπλα στον περιστερά κόλλησε «θίασος ΣΤΕΛΛΑ αύριο Σάββατο στα ΚΥΜΑΤΑ». «Στάσου» της λέει ο φωτογράφος «Να βγάλω μία» «Να μη βγάλεις» του λέει η Καίτη. «Εγώ μια φορά θα βγάλω» «Το πουλί, το πουλί» Άκουσε το περιστέρι, γουργούριξε, του έριξε ένα φιλί ο περιστεράς. Βγήκε η Καίτη στο χαρτί μ’ απορεμένο βλέμμα. «Πάρτη να τη θυμάσαι» είπε ο φωτογράφος.

Και τη θυμάμαι κι εγώ που μνήμην δεν έχω. Μνήμη μιας φωτογραφίας που τώρα πια δεν υπάρχει. Πάει η φωτογραφία, πάει κι η Καίτη, πάει ο φωτογράφος η μηχανή του και το πουλί του περιστερά κι ο ίδιος ο περιστεράς. Ως και στην πλατεία Ελευθερίας έβγαλαν τα φυτά και βαλαν μάρμαρα.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ




Η εκλογική περιπέτεια φτάνει στο τέλος της έχοντας όλα τα κόμματα νικητές και απόλυτα ηττημένους όλους τους πολίτες, οι οποίοι προσπαθούν μέσα σε ένα μαγνητισμένο από αδιαφορία περιβάλλον να βρούνε προσανατολισμό για να κατευθύνουν την ζωή τους. Αντιμνημονιακοί και μνημονιακοί, η εμείς η ή καταστροφή, ο κύκλος ή το τετράγωνο. Κάποιοι δεν μπήκαν καν σε αυτή τη λογική, γύρισαν τις πλάτες αλλά και αυτό δεν έχει σημασία καθώς όσο και να γυρίζεις τις πλάτες οι άλλοι σου έχουν γυρίσει τις πλάτες από καιρό.

Εν τω μεταξύ η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Οι επιχειρήσεις κλείνουν, οι εργαζόμενοι βρίσκονται στο δρόμο, οι έμποροι εξαντλούν και τα τελευταία αποθέματα τους καθώς οι ακάλυπτες επιταγές αγγίζουν πλέον τα 3,25 δισεκατομμύρια ευρώ δημιουργώντας μικρά και μεγάλα δράματα της καθημερινότητας. Διπλασιάσθηκαν οι αυτοκτονίες, μεγαλώνει η βία μέσα στην οικογένεια ενώ οι ληστείες έχουν αυξηθεί και θεωρούνται πλέον ως φυσική παρενέργεια. Δεν θα πρέπει βέβαια να συσχετίσουμε το γεγονός της κρίσης με τους πέντε νεκρούς κάθε μέρα στην άσφαλτο αλλά υπάρχουν ούτε και τον έναν τουλάχιστον νεκρό από ναρκωτικά που κι αυτός υπάρχει.

Βεβαίως - και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα- κανείς από τους υποψηφίους δεν καταδέχεται να μιλήσει για αυτά τα θέματα παρά μονάχα θριαμβολογούν επί μιας υποτιθέμενης νίκης καθώς το σώμα της κοινωνίας σπαράσσεται. Και η θριαμβολογία αυτή ηχεί κακόηχη και παράξενη γιατί γίνεται πάνω από ένα άσχημα κακοποιημένο πτώμα.

Αυτό που προξενεί φόβο σε αυτή τη χώρα δεν είναι το εξωτερικό έλλειμμα το ψέμα , η ανεργία αλλά η κοινοτυπία του κακού. Η καθημερινότητά του, η αίσθηση της ελαφρότητας εμπρός στην άβυσσο της συνείδησης. Οι τραγωδίες έχουν καταντήσει ρουτίνα, δεν προκαλούν έκπληξη. Έχουν γίνει μαύρα μεσαιωνικά παραμύθια που κάποιος τα διηγείται στο τραπέζι, το βράδυ, ενώ τρώει με την οικογένεια. Είναι ηχώ μιας φρίκης που μετατρέπεται σε είδηση. Ένα κλαμπ τεράτων που αποτελούν το απαραίτητο φόντο της κάθε μας μέρας για τους οποίους δεν ενδιαφερόμαστε γιατί ανήκουν στην κατηγορία του αυτονόητου, όπως η πρόβλεψη του καιρού η οι ειδήσεις του χρηματιστηρίου. Το κακό εκχυδαΐστηκε, χάθηκε το κακό του παλιού καιρού, γιος του μίσους, που τρέφονταν από την εκδίκηση, ή γεννημένο από την τρέλα. Η λέξη διάβολος έχει μείνει μόνο για χρήση από την εκκλησία αλλά κι εκεί δεν γίνεται πιστευτή όσο πρέπει. Με αυτό τον τρόπο μειώνεται η σημασία του κακού. Η αξία της ζωής φτάνει σε μια χούφτα ευρώ που μπορεί κάποιος να κλέψει από έναν ανυπεράσπιστο ηλικιωμένο, αφού τον σκοτώσει, ή ακόμα και χωρίς κανένα οικονομικό αντίκρισμα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει κάποιες ιδεολογικές φαντασιώσεις.

Η κανονικότητα του κακού το κάνει αόρατο όπως ο αέρας που αναπνέουμε. Θεωρούμε δεδομένο ότι ένα παιδί 17 χρονών θα σκοτωθεί με το μηχανάκι και το αυτοκίνητο, ή θα το βρούνε καρφωμένο με την σύριγγα στο χέρι και κανείς δεν αντιστέκεται σε αυτό, θεωρούμε δεδομένο ότι η ληστεία με φόνο είναι κι αυτό μες στην καθημερινότητα μας και μας κάνει μόνο να αγοράζουμε μια κλειδαριά με τρίαινα λίγο μεγαλύτερη από την προηγούμενη θεωρώντας ότι η προσωπική μας ασφάλεια αποκραίνει το κακό στην περιρέουσα.

Και βέβαια θα συζητήσουμε για διλήμματα τι άλλο μπορούμε να κάνουμε άλλωστε; Ο καλύτερος τρόπος αποφυγής της λύσης του προβλήματος είναι ένα ψευδοπρόβλημα. Λύση μπορεί να μην δίνει αλλά τουλάχιστον μας δίνει κάποια τροφή για να περνάμε τις αδιέξοδες μέρες μας.