Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

ΣΚΛΑΒΟΙ ΚΑΙ ΣΤΥΛΙΤΕΣ



Tώρα για το μόνο που μπορούμε να συζητάμε είναι οι δημοτικές εκλογές, ο διευρυμένος δήμος, οι δήμοι και 136 υποψήφιοι των ψηφοδελτίων που είναι πάντα οι ίδιοι. Η συζήτηση του τίποτα που γιγαντώνεται και κατατρώει όλη μας την συνείδηση. Εκείνο το οποίο ο καθένας αντιλαμβάνεται είναι ότι κάθε μέρα έχουμε και όλο και λιγότερη επίγνωση των τεκταινομένων. Ζούμε στο τέλος των ονείρων μας. Το νόημα ( τι είναι η ζωή χωρίς ένα νόημα;) δεν υπάρχει πια θαμμένο κάτω από τις καθημερινές ανάγκες, κάτω από την παραγωγή του επιφανειακού, κάτω από τα εκτυφλωτικά φώτα του κοινωνικού τίποτα.

Το άγχος της επιβίωσης ίδιον του σκλάβου, παράγει ήδη τον τρόπο σκέψης του σκλάβου, δηλαδή αυτού που αγωνίζεται για ένα μια θέση εργασίας, για να πληρώσει την δόση, το αυτοκίνητο, το φροντιστήριο για τα παιδιά, τους λογαριασμούς για κάθε έκφανση της ζωής από το νερό ως την ενέργεια ως τα σκουπίδια. Κάθε στιγμή της ζωής πληρώνεται πλέον σε αυτούς για να μπορούν να εισπράττουν φόρους και οι σκλάβοι δεν αντιλαμβάνονται ότι ανακυκλώνουν τα χρήματα που τους δίνουν. Τα δε χρήματα δεν τα δίνουν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των σκλάβων τα δίνουν για να δέσουν περισσότερο τους σκλάβους .

Η ζωή πλέον είναι εμπόρευμα, όποιος πληρώνει του επιτρέπεται να επιζήσει αλλά όχι να ζήσει. Ακόμα και αυτοί που θεωρούνται τυχεροί γιατί έχουν χρήματα το μόνο που μπορούν να αγοράσουν είναι μόνο εμπορεύματα, όχι όνειρα. Ο έλληνας σταμάτησε να ονειρεύεται, να ρισκάρει, να ψάχνει το νόημα των πραγμάτων ως άτομο αλλά και ως κοινωνία. Ο έλληνας αυτό το "αιώνιο παιδί" των Αιγυπτίων κατάντησε ένα γερασμένο υποκείμενο πνιγμένο στην άνοια που δεν κάνει πια ερωτήσεις γιατί είναι γεμάτο απαντήσεις. Κι ενώ τα σάλια του τρέχουν από το πηγούνι έχει δημιουργήσει ένα ψεύτικο κόσμο όπου παραμένει νέος ωραίος και υγιής.

Αυτοί που καταλαβαίνουν τι συμβαίνει συνήθως αποσύρονται όπως οι στυλίτες πάνω σε ένα στύλο και από κει παρατηρούν με συμπάθεια τους ομοίους τους. Άλλοι διάλεξαν την φυγή για Νέους Κόσμους, στην αναζήτηση ενός νοήματος και μιας κοινωνικής ελευθερίας που εδώ είναι πλέον δεν μπορείς ούτε να την ονειρευτείς. Βαρκελώνη, Μελβούρνη, Λονδίνο, Παρίσι, Βερολίνο είναι κάποιοι από τους προορισμούς τους. Ποτέ στη σύγχρονη ιστορία τόσοι νέοι πτυχιούχοι , δεν άφησαν την πατρίδα μας αναζητώντας αυτό που δεν μπορούν να βρουν εδώ. Συνήθως ο μετανάστης ήταν ο εργάτης που πήγαινε να δουλέψει είτε στις φάμπρικες είτε στα ορυχεία τώρα είναι νέοι επιστήμονες γεμάτοι όνειρα και ιδέες καταπιεσμένοι από το απύθμενο τίποτα, την ακατάβλητη ηλιθιότητα που φεύγουν και επανδρώνουν τα σημαντικότερα κέντρα λήψεις αποφάσεων του κόσμου.

Όσοι δεν μπορούν να φύγουν μοιάζουν με φωνή βοώντος εν τη ερήμω, που το σύστημα κάνει πως τους ανέχεται, αγνοώντας τους. Γιατί το σύστημα σταμάτησε να σκοτώνει ή να στέλνει σε εξορία τώρα απλώς αγνοεί. Κι αυτοί οι άνθρωποι είναι τόσο καιρό στη μειονότητα που αρχίζουν να έχουν αμφιβολίες για το αν οι σκέψη τους είναι σωστή. Μπορεί και να νομίζουν ότι είναι αυτοί που κάνουν λάθος, και ότι το Σύστημα αυτό είναι η μοναδική διέξοδος και μια ζωή σκλάβων μπορεί να μην είναι τόσο πια κατακριτέα.

Να εκμηδενίζεσαι με αυτό τον τρόπο έχει και τα πλεονεκτήματά του. Αποφεύγεις να βλέπεις το ξεπούλημα της πατρίδας σου , την απώλεια κάθε αξίας, την έλλειψη κάθε μορφής δημοκρατίας, την ιδιαίτερη ελληνική μαφία των μικροσυμφερόντων, το τέλος της υπερηφάνειας του να είσαι έλληνας, την καινούργια φτώχια. Φτώχια όχι οικονομική. Φτώχια ιδεών και απόψεων. Φτώχια αναζήτησης νοήματος . Φτώχια να κατανοήσουμε ότι ζούμε σε ένα κόσμο που αλλάζει. Φτώχια μιας αέναης ομφαλοσκόπισης που θεωρούμε ότι είναι και πραγματικότητα.

Δεν ξέρω αν μπορούμε να αλλάξουμε. Ξέρω ότι αυτό είναι δυνατό. Ξέρω ότι το κλουβί είναι πάντοτε ανοικτό αν δεν πάρουμε το ρίσκο να πετάξουμε τότε το τίποτα θα μας καταβροχθίσει, χωρίς κανένα έλεος.