Πέμπτη, 24 Ιουνίου 2010

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΖΩΗ; ΙΣΩΣ



Μια μακρινή σιωπή. Διασταυρώθηκαν ύστερα τα βλέμματα κάτω από έναν αγχώδη ήλιο. "Δεν έχω" είπε "να σου δώσω τα σημάδια. Η ίδια η ζωή με δανεική ανάσα μου πήρε πίσω την γλώσσα όλη και τώρα έρχονται τα βράδια και θέλουν το μυαλό μου. Μόνο που δεν έχω, πια" Το φεγγάρι είχε σβήσει από ώρα και μόνο κάτι μούσκλια εκάθονταν επάνω στο όνειρο τρέμοντας. "Μπορεί να είναι εφιάλτης" Δεν του απάντησα. Οι εφιάλτες είναι ένας τρόπος για να ζεις αυτό που ονομάζεις καθημερινότητα. Κι ο εφιάλτης των άλλων; Κυρίως εσύ, δηλαδή η προβολή σου. Βλέπεις το φόβο σου στο πρόσωπο του άλλου, έτσι γίνεται φόβος μας ο άλλος, καημένε Σάρτρ.
"Αυτό είναι το πρόβλημα. Όταν εσωτερικεύεις μια αντικειμενική κατάσταση τελικά τι κάνεις προσφέρεις χώρο στην αντίδραση" Δεν ρώτησα για το ποιος είναι ο δρόμος της επανάστασης ή της ανάστασης. Εκείνο που πρόσεξα ιδιαιτέρως είναι ότι το τσιμέντο του παλιού σπιτιού είχε σπάσει και είχε βγει δέντρο, ωραιότατο, πλήρες καρπών, γλυκυτάτων. Πώς να του πω λοιπόν ότι ζωή είναι αυτό που συμβαίνει στα διαλλείματα όταν απουσιάζει το "εσύ"; Πώς να του πω του αφέντη αυτού της επανάστασης;

Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΤΗΝ ΕΥΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΠΟΛΙΤΗ


Προς τον κ. Υπουργό Δικαιοσύνης, διαφάνειας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Φέρες 10 Ιουνίου 2010

Κύριε Υπουργέ,

Ονομάζομαι Γιώργος Αποστολόπουλος και ζω, σήμερα, στον Έβρο.

Μέχρι πριν από επτά χρόνια ζούσα στην Κομοτηνή, όπου διατηρούσα και εργαζόμουν σκληρά σ΄αυτή, μια μικρή επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ασφαλείας (security) η οποία βούλιαξε το 2003, κάτω από το βάρος μιας άσχημης συγκυρίας προσωπικών λαθών και λανθασμένων επιλογών, μιας άσχημης περιπέτειας με την υγεία μου, ψεύτικων υποσχέσεων εκ μέρους της πολιτείας και νόμων φτιαγμένων έτσι που να μη μ΄αφήσουν ν΄αναπτυχθώ παραπάνω από όσο χρειαζόταν για να μπορώ να πληρώνω τις υποχρεώσεις μου προς το δημόσιο.

Το δημόσιο, που ήθελα δεν ήθελα, το είχα συνεταίρο στην, κατά τα άλλα «ατομική» επιχείρησή μου. Ένας συνεταίρος που μόνο έπαιρνε απ΄το ταμείο, χωρίς ποτέ να δώσει τίποτα, χωρίς ποτέ να δουλέψει δίπλα μου στα ατέλειωτα ξενύχτια των φυλάξεων, χωρίς ποτέ να τρέξει μαζί μου στον ψυχοφάγο αγώνα για την είσπραξη των οφειλόμενων. Δεν επιδοτήθηκα ποτέ, Υπουργέ μου. Ούτε το βοήθημα που δινότανε στους νέους επαγγελματίες πήρα, γιατί, λέει, το επάγγελμά μου δεν ήταν στη λίστα. Όποιος άνοιγε ένα ψιλικατζίδικο για να απασχοληθεί αυτός και η γυναίκα του, το έπαιρνε αυτό το βοήθημα. Εγώ που φύλαξα μια πόλη και τη βιομηχανική της περιοχή δεν πήρα ποτέ τίποτα!

Ήρθατε τότε, οι πολιτικοί, και μου μιλήσατε για ανάπτυξη της Θράκης. Υποσχεθήκατε νόμους που θα φέρνανε επενδύσεις και δουλειά στον τόπο. Και με γελάσατε, κύριε. Δώσατε άπειρα χρήματα σε ψευτοεπενδυτές για να επιχειρήσουν στον τόπο μου. Ήρθανε οι απατεώνες – φίλοι της εκάστοτε κυβέρνησης- και στήσανε εργοστάσια – φαντάσματα για να αναπτύξουνε τάχα την παραμεθόριο περιοχή. Υποσχεθήκανε εκατοντάδες θέσεις εργασίας, συμφωνήσανε μαζί σας να απασχολήσουν ντόπιους άνεργους και στην συνέχεια λειτουργούσανε με έξι – εφτά άτομα προσωπικό κι αυτούς ξένους.

Δεν ελέγξατε ποτέ αν τήρησαν τη συμφωνία οι φίλοι σας. Αντίθετα συνεχίσατε να τους χρηματοδοτείτε. Κι όταν αυτοί τα μάζεψαν κι έφυγαν αφήνοντας πίσω τους κι άλλους άνεργους, εσείς πάλι δεν κάνατε τίποτα. Δώσατε στους ανθρώπους αυτούς χρήματα, που δεν ήταν δικά σας, για να αναπτυχθεί η Θράκη. Κι εκείνοι πήγαν και επένδυσαν τα χρήματα αυτά στις γειτονικές χώρες και βοήθησαν την ανάπτυξή στη Βουλγαρία και τα Σκόπια, αφήνοντας στη Θράκη μόνο χρέη και ακάλυπτες επιταγές, βυθίζοντας μικρομάγαζα σαν το δικό μου. Κάντε μια βόλτα στη ΒΙ.ΠΕ. Κομοτηνής, δείτε τα κουφάρια των ανεκπλήρωτων υποσχέσεων, δικών σας και δικών τους και θα καταλάβετε τι λέω.

Σε μια κίνηση απελπισίας, τότε, πήρα μια στίβα ακάλυπτες επιταγές που με είχανε φορτώσει αυτοί τους οποίους είχατε χρυσοπληρώσει για να με «αναπτύξουν» και πήγα στον Εισαγγελέα της έδρας ζητώντας του βοήθεια. Μου απάντησε πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα, επειδή οι οφειλέτες μου ήταν ανώνυμες εταιρείες και πως θα πετούσα τα λεφτά μου αν προσπαθούσα να τους πιέσω να με πληρώσουν. Είχε δίκιο ο άνθρωπος και είναι ο μόνος που μου είπε την αλήθεια. Δεν τον άκουσα. Ξόδεψα εκατομμύρια σε δικηγόρους και κλητήρες, χωρίς ποτέ να πάρω κάτι απ΄τα χρωστούμενα. Σήμερα δεν έχω χρήματα να πληρώσω ένα δικηγόρο να μου παρασταθεί στη δύσκολη στιγμή μου. Το καλύτερο απ΄όλα; Το κράτος – συνεταίρος ήθελε το μερτικό του κι απ΄τα λεφτά που δεν εισπράχτηκαν ποτέ!

Με αδικήσατε Υπουργέ μου της δικαιοσύνης. Δεν φροντίσατε όταν τους δίνατε τα χρήματα, να φτιάξετε και τους κατάλληλους νόμους ώστε με τα χρήματα αυτά να κάνουν πράξεις τις υποσχέσεις. Μου τάξανε ανάπτυξη και μου δώσανε «πέτσινες» επιταγές. Μου τάξατε επιτυχία και μου φέρατε καταστροφή.

Τον καιρό της «δόξας» μου ήμουν απ΄τους αγαπημένους σας. Ένας πετυχημένος ντόπιος επιχειρηματίας, που έδινα δουλειά σε περισσότερο κόσμο απ΄όσο οι Χρυσοεπιχορηγούμενες Α.Ε.- πελάτες μου, πρόεδρος σε τρείς συλλόγους και μέλος του Δ.Σ. άλλων έξι, αγαπητός στην τοπική κοινωνία, απ΄τους πρώτους καλεσμένους στις διάφορες εκδηλώσεις και δεξιώσεις σας. Μέχρι που μου προτείνατε να γίνω δημοτικός σύμβουλος. Πιστεύατε, τότε, πως η παρουσία μου δίπλα σας θα τόνιζε τη λάμψη σας, νομίζατε πως θα μπορούσα να επηρεάσω ψηφοφόρους προς όφελός σας. Εκεί σας γέλασα, μια φορά κι εγώ. Ποτέ δεν είπα σε κανέναν, ούτε στη γυναίκα και τα παιδιά μου, ποιόν να ψηφίσει.

Με χειροκροτούσατε όταν, για χρόνια, με δικά μου έξοδα, επάνδρωνα το πυροφυλάκιο της Νυμφαίας, τη νύχτα, αφού η Πυροσβεστική Υπηρεσία δεν είχε το απαιτούμενο προσωπικό για να το κάνει. Με βραβεύσατε, γιατί ήμουν απ΄τους πρωτεργάτες που έστησαν το παράρτημα της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης στη Ροδόπη Με αποκαλούσατε ραχοκοκαλιά της οικονομίας τότε. Σήμερα, που δεν έχω να πληρώσω φυσικοθεραπευτή για τον διαλυμένο μου αυχένα, δε με θυμάται κανείς σας.

Ήμουν η καλύτερη παρέα, τότε, όπου βρισκόμουν γινόταν γλέντι.

Σήμερα, οι λίγοι φίλοι που μου απομείνανε, τις λίγες φορές που με επισκέπτονται, μου φέρνουν για δώρο τα αντικαταθλιπτικά μου, που ξέρουν πως δεν έχω τη δυνατότητα να αγοράσω. Το σπίτι μου ήταν πάντοτε γεμάτο κόσμο, τότε. Σήμερα ζω σ΄ένα καλύβι στο Δέλτα του Έβρου, ξεχορταριάζοντας αυλές, σκάβοντας μπαξέδες και ξεναγώντας τους επισκέπτες στο βάλτο για να επιβιώσω. Δεν παραπονιέμαι, πληρώνω τα λάθη μου. Πληρώνω όμως και τα δικά σας λάθη κι αυτό είναι αδικία κύριε Υπουργέ της δικαιοσύνης.

Κι εδώ ήρθατε και με βρήκατε κι εδώ με χειροκροτήσατε, γιατί ήμουν , λέει, ο ακρίτας και ο φύλακας των συνόρων. Και πάλι με γελάσατε. Λίγα χρόνια μετά, θελήσατε –στο όνομα κάποιας τάχα πράσινης ανάπτυξης και για λογαριασμό των συμφερόντων που θέλουνε να φτιάξουν bungalows στο Δέλτα- να με διώξετε κι από δω. Από ακρίτας έγινα καταπατητής απ΄τη μια μέρα στην άλλη!

Έτσι πήγε η ζωή μου, αυτή ήταν η επαφή μου με την πολιτεία και τους πολιτικούς της. Όπου ανταμώσαμε με πιάσατε κορόιδο, όποτε με ζυγώσατε ήταν για να με εκμεταλλευτείτε.

Με κοροϊδέψατε για χρόνια όταν οι δάσκαλοί μου στο σχολειό μου μαθαίνανε πως ο Τούρκος είναι ο εχθρός μου, όταν οι αξιωματικοί μου στο στρατό μου μιλάγανε για τη γενοκτονία των Ελλήνων της Μικρασίας ή με κοροϊδέψατε όταν είπατε πρόπερσι πως οι πρόγονοί μου πέθαναν λόγω συνωστισμού; Ποιο απ΄τα δύο είναι αλήθεια και ποιο ψέμα; Η γιαγιά μου πάντως που πέθανε δείχνοντας προς την Αίνο, μίλαγε για σφαγή.

Με κοροϊδέψατε όταν με κάνατε έφεδρο αξιωματικό, γιατί τάχα ήμουν καλύτερους απ΄τους άλλους. Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω ότι απλά μου κλέψατε έξι επί πλέον μήνες απ΄τη ζωή μου και πως με θέλατε μόνο για να κάνω το άχαρο κομμάτι της δουλειάς και για να πληρώσω στο τέλος τα υλικά που είχανε χάσει οι επαγγελματίες του στρατού σας. Κανείς δε θα θυμάται σήμερα εκείνο το τρελό παιδί που το ΄87, χωρίς να του το ζητήσει κανείς, πέρασε νύχτα το ποτάμι, με το κουπί, για να δει αν οι Τούρκοι είχαν φέρει άρματα απέναντι. Κανείς, εκτός ίσως από κείνον τον συνταγματάρχη που με κοίταγε με γουρλωμένα μάτια, όταν του ΄λεγα πως στην άλλη όχθη δεν υπάρχει ψυχή.

Μα την έκφραση του προσώπου του, εγώ δε θα την ξεχάσω ποτέ. Ήταν το παράσημό μου εκείνο το βλέμμα. Κι ήταν καλύτερο απ΄οποιοδήποτε παράσημο θα μπορούσε να μου δώσει κάποιος από σας. Με κοροϊδέψατε όταν κάνατε πως δε βλέπατε τα 4 ένσημα που μου κόλλαγε ο εργοδότης μου, ενώ δούλευα 7 μέρες τη βδομάδα, 12 ώρες τη μέρα, για να μη χάσω τη δουλειά, να θρέψω τα παιδιά μου, να τα μεγαλώσω με αξιοπρέπεια, χωρίς να ζητώ ενίσχυση από γονείς και πεθερικά.

Με κοροϊδέψατε όταν μου τάξατε προκοπή κι ένα καλύτερο μέλλον αν έστηνα τη δική μου επιχείρηση και με εξαπατήσατε λέγοντάς μου πως είναι υποχρεωτικό να ασφαλιστώ, για να μου φυλάξετε τα χρήματα που πιθανόν δεν θα μπορούσα να αποταμιεύσω μόνος μου για την περίθαλψη και τα γεράματά μου. Με ξεγελάσατε όταν μου είπατε πως δεν μ΄αφήνετε να διαλέξω μόνος τον ασφαλιστικό μου φορέα, γιατί ο μόνος αξιόπιστος ήταν αυτός που διαλέξατε εσείς για λογαριασμό μου. Κι ύστερα πήρατε τα χρήματα αυτά και τα παίξατε, τα χάσατε στο τζόγο, στο χρηματιστήριο, στα δομημένα ομόλογα. Και συνεχίζετε να με κοροϊδεύετε κυνηγώντας τους απατεώνες με άσφαιρες επιτροπές και εξεταστικές του τύπου: «όσα κόμματα, τόσα πορίσματα», που δε θα στείλουν ποτέ κανένα κλέφτη στη φυλακή και το ξέρουμε όλοι.

Εγώ όμως θα πάω στη φυλακή Υπουργέ μου. Το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εξάμηνης φυλάκισης μου, επειδή δεν πλήρωσα τις εισφορές μου στο ΤΕΒΕ από το 2006 μέχρι το 2009. Μα η επιχείρησή μου βούλιαξε το 2003. Από τότε είμαι ανασφάλιστος. Τι μου προσέφερε όλα αυτά τα χρόνια το ΤΕΒΕ; (μπορεί εσείς να το λέτε ΟΑΕΕ, αλλά ο λαός σας το λέει ΤΕΒΕ, κύριε, και είναι η πιο σφιχτή θηλιά στο λαιμό του κάθε επαγγελματία).

Τι τους χρωστάω; Γιατί να τους πληρώσω; Τι θα μου προσφέρουν; Το ταμείο το βουλιάξατε εσείς, όχι εγώ. Όλοι πια ξέρουν πως ο μεγαλύτερος οφειλέτης προς τα ταμεία, ο χειρότερος κακοπληρωτής είναι το κράτος. Πήγε κάποιος από σας φυλακή για να πάω κι εγώ;

Γιατί να φυλακιστώ; Μήπως εγώ δεν ήθελα να είμαι ασφαλισμένος; Τα λεφτά μου έχασα. Δεν έκλεψα, δεν εξαπάτησα κανέναν. Μαζί με την επένδυσή μου έχασα και τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Τόσος κόπος, τόσα όνειρα και τόσο μεράκι πήγαν χαμένα. Έχασα και την αξιοπρέπειά μου. Έγινα «αυτός που φαλίρισε», «αυτός που βάρεσε κανόνι». Επειδή είμαι φτωχός θα με φυλακίσετε; Τι θα κερδίσει το κράτος μ΄εμένα στη φυλακή; Τίποτα, αντίθετα θα επιβαρυνθεί με την διατροφή και την ιατροφαρμακευτική μου περίθαλψη.

Ποιο έγκλημα διέπραξα ώστε να χρειάζομαι σωφρονισμό; Κανένα και το ξέρετε. Ποιος κινδυνεύει από μένα και μου πρέπει εγκλεισμός; Κανείς και το γνωρίζετε. Με κλείνετε μέσα, για να εκβιάσετε εμένα και μέσα από μένα τους δικούς μου ανθρώπους, να σφιχτούν, να βρουν λεφτά, να πληρώσουν για να με βγάλουν. Για να μπορέσετε να συντηρήσετε την απάτη που εσείς λέτε ΟΑΕΕ κι εγώ ΤΕΒΕ, με τους εκατονταπλάσιους απ΄όσους χρειάζεται υπαλλήλους και τις μισές παροχές σε σχέση με τις εισφορές, από οποιαδήποτε ιδιωτική ασφαλιστική εταιρεία. Για να΄χετε κάπου να διορίζετε τους δικούς σας ανθρώπους, να μαζεύετε τους ψήφους.

Όμως όχι κύριε. Τούτη τη φορά δεν πιάνομαι κορόιδο. Ούτε εγώ ούτε οι δικοί μου έχουμε τα χρήματα, αλλά και να τα΄χα δεν τα΄δινα. Χίλιες φορές κρατούμενος, παρά ξανά κορόιδο. Το χρέος προς την πατρίδα μου το΄καμα. Το χρέος προς το κράτος, την πολιτεία σας –που καμιά σχέση δεν έχει με την πατρίδα μου έτσι πως την καταντήσατε- θα το πληρώσω στο κελί. Δεκάρα δε σας δίνω, γιατί δεν την αξίζετε, γιατί δε δουλέψατε για να την δικαιούστε.

Αλλάξατε πολλοί Υπουργοί δικαιοσύνης όλα αυτά τα χρόνια. Κανείς δεν είχε την τιμιότητα να πει: «αυτός ο νόμος που φυλακίζει νοικοκύρηδες γιατί φτωχύνανε, είναι άδικος, τον καταργώ». Μα αυτή η ανοησία πρέπει επιτέλους να σταματήσει. Ξέρετε Υπουργέ μου ότι σήμερα στη χώρα μας χρειάζεται κανείς περισσότερα χρήματα για να κλείσει μια επιχείρηση από όσα για να την ανοίξει; Ξέρετε άραγε πόσες εκατοντάδες χιλιάδων πολιτών είναι επιχειρηματίες μόνο στα χαρτιά και ψάχνουν μεροκάματο για να΄χουνε να φάνε; Επιχειρηματίες φαντάσματα, φορτωμένοι με νεκρές επιχειρήσεις που το μόνο που προσφέρουν πια είναι ποσοστιαίες μονάδες σε κάποιες κάλπικες στατιστικές. Σας βολεύει να λέτε πως είμαστε χώρα αυτοαπασχολούμενων;

Άνθρωποι σαν και μένα, σήμερα, δεν προσφέρουν τίποτα στην κοινωνία. Όχι γιατί δε θέλουν, αλλά γιατί δεν τους αφήνει το πτώμα που κουβαλούν στη ράχη τους. Γιατί δεν απλοποιείτε τα πράματα; Ίσως αν απαλλαγούμε απ΄το νεκρό βάρος να μπορέσουμε να προσφέρουμε κάτι στο σύνολο. Χρεοκοπημένοι είμαστε, όχι πεθαμένοι. Γιατί μας στερείτε το δικαίωμα της δεύτερης προσπάθειας; Εσείς αν δεν εκλεγείτε με την πρώτη, δε θα ξαναβάλετε υποψηφιότητα την επόμενη τετραετία; Αν δεν πάει καλά το εκλογικό σας ποσοστό, θα πάτε στη φυλακή;

Όλα αυτά βέβαια ισχύουν για μας τους μικρούς. Οι άλλοι οι μεγάλοι, οι φίλοι και σπόνσορες, όσες φορές χρεοκοπούν, άλλες τόσες επιδοτούνται. Κι αυτοί που πήραν τις επιδοτήσεις κι έφυγαν συνεχίζουν τη ζωή τους στη βίλλα τους στην Κούβα ή πάνε και ρίχνουν τη θαλαμηγό τους πάνω στις ξέρες του Αιγαίου. Εγώ ο εχθρός της έννομης τάξης πάω στη φυλακή, επειδή δεν είχα να πληρώσω για την ασφάλειά μου, για το γιατρό του παιδιού μου. Δικαιοσύνη Υπουργέ μου!

Αλλάξανε πολλοί λειτουργοί της Δικαιοσύνης όλον αυτόν τον καιρό. Κανείς δεν είχε τα κότσια να πει: «αυτός ο νόμος που κλείνει σπίτια είναι άτιμος. Δεν τον εφαρμόζω». Και πώς να το κάνετε; Κάτι τέτοιοι νόμοι είναι που γεμίζουν τα δικαστήρια με κατηγορούμενους, που δίνουν δουλειά στους συναδέλφους σας δικηγόρους. Κι αυτής της κυρίας με την παλάντζα, που χετε πάνω απ΄τα κεφάλια σας, δεν της βάλατε το πανί για να μη βλέπει ποιόν δικάζει, το βάλατε για να μη βλέπει ο κόσμος πως της τα΄χετε βγάλει τα μάτια από τη ρίζα. Και μάλλον την κουφάνατε κι όλας. Αλλιώς, δεν μπορεί, κάτι θ΄άκουγε απ΄το κλάμα ενός ολόκληρου λαού.

Ερήμην με δικάσανε, Υπουργέ μου. Δεν με ειδοποιήσανε να πάω στο δικαστήριο. Ίσως για να μην ακούσουνε αυτά που σου γράφω σήμερα. Δεν είναι που δε με βρήκανε, ξέρανε που μένω όταν ήταν να μου κοινοποιήσουν την απόφαση. Αυτή είναι η δικαιοσύνη, αυτή η διαφάνεια κι αυτά τα ανθρώπινα δικαιώματα που υπηρετείτε. Με κοροϊδέψατε όταν μου μιλήσατε για αλλαγή, με εξαπατήσατε όταν μου υποσχεθήκατε επανίδρυση του κράτους. Τίποτα δεν αλλάξατε, τίποτα δεν επανιδρύσατε. Ψέματα μου είπατε. Εκτός τόπου και χρόνου είσαστε όλοι σας. Έχετε χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα και το λαό σας.

Μετατρέψατε το κοινοβούλιο σε μια εισπρακτική Α.Ε. που το μόνο που κάνει είναι να ψάχνει τρόπους και να ψηφίζει νόμους για να πάρει όσο γίνεται περισσότερα χρήματα απ΄τον πολίτη. Οι πολίτες σας αποκαλούν κλέφτες εκεί έξω αλλά μάλλον δεν το ακούτε ή αν το ακούτε δεν φαίνεται να σας απασχολεί. Οι πολίτες δε νοιάζονται αν τα χρήματα που πήρατε ήταν μίζα ή προεκλογική χορηγία. Πως θα διαπραγματευτεί μετεκλογικά ο Υπουργός με τον επιχειρηματία που του ΄δωσε χρήματα προεκλογικά για να γίνει Υπουργός; Ίσως στη δικαιοσύνη να περνούν τέτοια τερτίπια και η διαφορετική ονοματοδότηση του «δώρου» να αθωώνει. Η κοινή γνώμη όμως δεν γελιέται πια. Για τον απλό πολίτη τα πράματα είναι απλά: ή πήρες χρήματα ή δεν πήρες.

Ο κόσμος εδώ έξω έχει σχεδόν πειστεί ότι η μεγαλύτερη περιπέτεια της δημοκρατίας στην Ελλάδα δεν ήταν η χούντα αλλά η μεταπολίτευση. Το δίλλημα πλέον δεν είναι αν θα κυβερνήσει το ένα κόμμα ή το άλλο αλλά αν αυτός που θα μας απαλλάξει από σας θα είναι λοχίας, λόγιος ή επιχειρηματίας. Κι αυτό είναι ντροπή για κάθε δημοκράτη και για κάθε Έλληνα. Ξεφτιλίσατε τη δημοκρατία μέσα στο ναό της, το κοινοβούλιο. Ποιος μπορεί να μου εξηγήσει πως γίνεται σ΄ένα κοινοβούλιο που θέλει να λέγεται δημοκρατικό, να υπάρχουν κομματικές γραμμές; Γιατί ο δημοκρατικά εκλεγμένος βουλευτής πρέπει να ψηφίσει ενάντια στη θέληση των ψηφοφόρων του και της περιοχής που τον εξέλεξε για να προασπίσει τα συμφέροντά της και γιατί αν δεν το κάνει ο αρχηγός τον διώχνει από το κόμμα; Δεν αντιπροσωπεύει εμένα εκεί; Για να στηρίζει τον αρχηγό του τον έστειλα;

Είναι δημοκρατικό να διορίζει ο αρχηγός υπουργούς που δεν έχουν εκλεγεί απ΄το λαό; Αν είναι τι τους θέλουμε τους βουλευτές; Μόνο για να τους πληρώνουμε; Ας ψηφίζουμε έναν αρχηγό, να διαλέγει ποιους θέλει για υπουργούς, να κάνει τα κουμάντα του όπως καταλαβαίνει. Βλέπετε; Μόνοι σας απαξιωθήκατε. Εσείς κάνατε τον κόσμο να πιστέψει πως δεν σας χρειαζόμαστε, πως ο βουλευτής το μόνο που κάνει είναι θεατρινίστικα ξεσπάσματα, άσκοποι λόγοι γεμάτοι βερμπαλισμούς και επίδειξη ρητορικής δεινότητας και στο πηλίκον ουδέν!

Γιατί η υπουργός παιδείας στέλνει το παιδί της σ ένα σχολειό (ΙΒ θαρρώ το λένε) από το οποίο δεν μπορεί να μπεί παρά μόνο σε πανεπιστήμια του εξωτερικού; Δεν της κάνουν τα Ελληνικά; Υπουργός παιδείας είναι, ας τα κάνει καλύτερα. Εμένα όταν οι κόρες μου παίρνανε το πτυχίο τους από τα ΙΕΚ καμάρωνα Και συγχρόνως έκλαιγα που δεν είχα τα λεφτά να τις στείλω κάπου ψηλότερα.

Έτσι όπως κλαίω και σήμερα, στη σκέψη πως το 3,5 χρονών παληκαράκι μου (ένα δώρο που μου΄στειλε ο Θεός στα 47 μου, τότε, να γλυκάνει τη δυστυχία μου, να διώξει απ΄το χέρι μου το όπλο που μέρα με τη μέρα ζύγωνα πιο κοντά στο κεφάλι μου, να μου ξαναδώσει δύναμη και θέληση για ζωή) που είναι κολλημένο πάνω μου σα βδέλλα, θα πρέπει να ζήσει μακρυά μου όσο καιρό θα είμαι κρατούμενος. Για μένα, βλέπετε, δεν είναι τίτλος τιμής να μεγαλώνει το παιδί μου χωρίς πατέρα.

Σήμερα θα τις έστελνα κι εγώ έξω γιατί θα θεωρούσα ντροπή να μάθουν τα παιδιά μου γράμματα στο εκπαιδευτικό σύστημα που έδιωξε τη Χαρά Νικοπούλου απ΄το Μεγάλο Δέρειο.

Αυτά κι άλλα πολλά τέτοια κουβεντιάζει ο λαός σας σήμερα, Υπουργέ μου. Αυτά ρωτάει κι απαντήσεις δεν παίρνει. Δεν ήταν αναρχικοί, ούτε αντιεξουσιαστές που φωνάζανε τις προάλλες να καεί η βουλή. Άνθρωποι σαν εμένα ήτανε και σαν το συχωρεμένο τον πατέρα μου. Άνθρωποι που πιθανόν να μην έχουν ξαναπάει σε συλλαλητήριο ποτέ τους. Και το «να καεί» δεν ήταν μίσος ούτε κακία. Η τελευταία, η απελπισμένη λύση είναι. Όταν δεν αποδίδει κανένα άλλο μέσο, βάζεις φωτιά στο χωράφι για να ξεφορτωθείς τα ζιζάνια. Αυτό σας φώναξε ο κόσμος. Μα ούτε κι αυτό τ΄ακούσατε. Τίποτα δεν ακούτε πια.

Αμπαρωμένοι σ΄ένα δικό σας κόσμο, πολύ μακριά απ΄το δικό μου κι ακόμη μακρύτερα απ΄τον πραγματικό, θωρακισμένοι, κυκλωμένοι από σωματοφύλακες μη σας πειράξει κανείς, από μυαλοφύλακες μη τυχόν κι αλλάξει η σκέψη σας, από ψυχοφύλακες, μήπως αγγίξει κανείς την ψυχή σας και ξεφύγει κάποιο ίχνος ανθρωπιάς, από διορισμένους κόλακες που σας γλύφουν λέγοντας πως ότι κάνετε είναι σωστό και φροντίζουν να μη δείτε ποτέ την πραγματικότητα, απόμακροι κι απρόσιτοι, άτολμοι και άβουλοι εκτελεστές των εντολών που σας δίνουν ξένοι, πειθήνια όργανα μιας θολής παγκόσμιας διακυβέρνησης, στην οποία κάποιοι λίγοι από σας θα είναι κάτι λίγο κι υπόλοιποι, μαζί με μας, απολύτως τίποτα.

Τέλειωσε η εποχή σας κύριε. Μόνοι σας την τελειώσατε. Δεν θα΄χει πιά λαοθάλασσες στις συγκεντρώσεις σας. Ούτε οι «βολεμένοι» θα΄ρχονται πια από φόβο μη τους πάρει κι αυτούς η μπάλα. Ήδη άρχισαν να σας «κράζουν» στο δρόμο. Ο λαός ψάχνει να βρει αλλού τη σωτηρία. Δεν πιστεύουμε πως θα δώσουν τη λύση οι ξενόφερτοι σωτήρες, όσα δανεικά κι αν φέρουν, ούτε οι ξενοσπουδαγμένοι μας πολιτικοί που τά ΄μαθαν όλα εκεί έξω, εκτός απ΄το πώς σκέφτεται και αντιδρά ο λαός που ήρθανε να κυβερνήσουν. Ούτε και στους παλιότερους έχουμε εμπιστοσύνη. Επί 36 χρόνια οι ίδιοι άνθρωποι μας πήγαν απ΄το κακό στο χειρότερο, εξαφάνισαν τον όποιο πλούτο παρήγαγε η χώρα. Τι άλλαξε σήμερα και θα μας πάνε στο καλύτερο;

Και ούτε το: «δεν είμαστε όλοι ίδιοι» περνάει πιά. Αν υπάρχουν καλοί και κακοί στο κοινοβούλιο, τότε τα πράματα είναι απλά. Αν οι καλοί είστε περισσότεροι διώξτε τους κακούς. Αν πάλι είναι οι κακοί περισσότεροι ας σηκωθούν να φύγουν οι καλοί, να ξέρουμε τι μας γίνεται. Μα ούτε το ΄να θα γίνει ούτε τ΄άλλο. Η καρέκλα έχει κόλλα, έτσι δεν είναι; Ή μήπως είναι μέλι;

Έτσι είναι και το ξέρω, κύριε. Και, αντίθετα από σας, τις αποφάσεις μου τις έχω πάρει. Την ερχόμενη βδομάδα θα πάω στον κ. εισαγγελέα της Κομοτηνής για να εκτελέσει την ποινή που μου επέβαλε. Με το κεφάλι ψηλά θα πάω, να πληρώσω για τα λάθη μου, το μεγαλύτερο απ΄τα οποία είναι που πίστεψα σε σας και το νόμο σας και σας άφησα να με ξεγελάσετε τόσες φορές.

Κι αφού ξεχρεώσω ότι χρωστώ στην πολιτεία σας, θα περάσω στην απέναντι πλευρά του ποταμιού, να ζητήσω απ΄τους γειτόνους να με αφήσουν να στήσω εκεί το καλύβι μου. Είναι φιλόξενοι άνθρωποι, δε φαντάζομαι να μου αρνηθούν. Από κει και πέρα, όταν η χώρα που ζώ με πληγώνει, θα πονάει λιγότερο γιατί δεν θα είναι η πατρίδα μου. Δεν φεύγω χωρίς να πληρώσω το λογαριασμό, δεν με λένε Χριστοφοράκο και θέλω τα παιδιά μου να συνεχίσουν να φέρουν το όνομά μου με περηφάνια.

Θα φύγω για να ζήσει ο γιός μου μακριά από σας, μη μάθει πως φερθήκατε στον πατέρα του και γίνει αντιεξουσιαστής για να σας χτυπήσει. Γιατί εξουσία εξασκείτε όχι διακυβέρνηση. Γιατί εξουσιάζετε, δεν διοικείτε. Γιατί η εξουσία είναι βία και βία θα φέρει.

Δεν έγραψα για να ζητήσω χάρη, δε σας την κάνω τέτοια χάρη. Δε θέλω κάποιο ρουσφέτι, θέλησα να μιλήσω στον υπουργό της δικαιοσύνης, για τις αδικίες που, χρόνια τώρα, βασανίζουν τον τόπο μου και τους ανθρώπους του. Δεν έγραψα την ιστορία της ζωής μου, την ιστορία του Θρακιώτη μικρομεσαίου της γενιάς μου σας αφηγήθηκα και την ιστορία του πολιτικού της γενιάς σας έτσι όπως την είδαμε εμείς.Θέλησα να μοιραστώ την πίκρα μου με τον Υπουργό, γιατί είμαι σίγουρος πια πως τα βογγητά του λαού δεν φτάνουν στα υπουργεία και αυτό είναι αδικία κύριε Υπουργέ της δικαιοσύνης.

Γιώργος Κ. Αποστολόπουλος

Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2010

BLOOM'S DAY



Σήμερα η μέρα του κυρίου Μπλούμ. Η ημέρα που ήθελε η Ουνέσκο να ονομάσει Παγκόσμια Ημέρα της Καθημερινότητας. Η μέρα του Οδυσσέα. Πριν απο το Νικο Γαβριήλ Πεντζίκη η σημασία στην μικρή στιγμή της καθημερινότητας ως πιθανότητα τρεπτότητας, αλλαγης. Αυτής που μεταμορφώνει τις αρχές του μέσα μας κόσμου.
Ενα απόσπασμα.

"Η σκέψη είναι η σκέψη της σκέψης. Φως γαληνεμένο. Η ψυχή είναι με μια λέξη ότι υπάρχει: η ψυχή είναι η μορφή των μορφών. Γαλήνη ξαφνική, απέραντη, πυρακτωμένη: μορφή των μορφών.

Ο Τάλμποτ επανέλαβε:

- Με τη βοήθεια Εκείνου που περπάτησε στα κύματα. Με τη βοήθεια Εκείνου….

- Γύρισε τη σελίδα, είπε ήσυχα ο Στέφεν. Δεν βλέπω τίποτα.

- Ορίστε κύριε; Είπε ήσυχα ο Τάλμποτ, απλά σκυμμένος μπροστά.

Το χέρι του γύρισε τη σελίδα. Στύλωσε το κορμί του και συνέχισε πάλι, έχοντας τώρα μόλις θυμηθεί Εκείνον που περπάτησε πάνω στα κύματα. Κι εδώ η σκιά του σκεπάζει κι αυτές τις δειλές καρδιές, και την καρδιά και τα χείλη του χλευαστή, και τα δικά μου. Σκεπάζει τ’ ανήσυχα πρόσωπα εκείνων που του παρουσιάσαν το νόμισμα του φόρου. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Βλέμμα αργό από μάτια σκοτεινά, μια πρόταση αινιγματική να υφάνουν πάλι και πάλι οι αργαλειοί της εκκλησίας. Αληθινά.

Αίνιγμα, μαντέψτε το.

Ο πατέρας μου μού ‘δωσε σπόρους να σπείρω.

Ο Τάμποτ έκλεισε το βιβλίο του και το πέταξε μέσα στο χαρτοφύλακά του.

- Σας ρώτησα όλους σας; Ρώτησε ο Στέφεν.

- Μάλιστα κύριε. Χόκευ στις δέκα, κύριε.

- Μισή μέρα, κύριε, Πέμπτη.

- Ποιος μπορεί να απαντήσει σ’ ένα αίνιγμα; Ρώτησε ο Στέφεν.

- Ένα αίνιγμα, κύριε; Ρωτήστε εμένα, κύριε.

- Ένα δύσκολο, κύριε

- Αυτό είναι το αίνιγμα, απάντησε ο Στέφεν..

Ο πετεινός λάλησε

Ο ουρανός ήταν γαλανός

Οι καμπάνες του καλού Θεού

Κτυπούσαν έντεκα.

Είναι ώρα, για αυτή τη φτωχή ψυχή

Να πάει στους ουρανούς.

Τι είναι;"

Ειδικά αφιερωμένο στον Λεωνίδα Νικολούζο, που μετάφρασε για πρώτη φορά στην Ελλάδα ολόκληρο τον Οδυσσέα του Τζεημς Τζόυς και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Παϊρίδη. Ενα έργο και μια προσφορά που την λησμόνησαν όλοι.




Τετάρτη, 9 Ιουνίου 2010

ΦΩΣ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΡΟΝΟ


Πώς να μιλήσεις για ήρωες στην εποχή της δόξας του τίποτα;
Πριν λίγες μέρες θυμηθήκαμε τον παπά Παναγή τον Μπασιά, τον άγιο Παϊσιο τον Κεφαλλονίτη. Ήταν στα 1801 που γεννήθηκε από ευγενή οικογένεια, ενώ από μικρό παιδί φανέρωσε ζωηρή ευφυΐα και μεγάλη αγάπη για την ανάγνωση Όταν πέθανε ο πατέρας του υποχρεώθηκε να αναλάβει την προστασία της μητέρας του και της αδελφής του και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του δασκάλου. Σύντομα όμως παραιτήθηκε για να αποφύγει συμβιβασμούς υπό την πίεση των Αρχών της αγγλικής κατοχής , ως προς την πίστη του και τα πατριωτικά του αισθήματα, και άσκησε το επάγγελμά του ιδιωτικά, μέχρι την ημέρα που αποφάσισε να κόψει κάθε δεσμό με τον κόσμο εγκαταλείποντας την οικογένειά του και την σταδιοδρομία του και γινόμενος μοναχός στην Μονή της Παναγίας των Βλαχερνών στην νήσο Δίο. Μετά από τις επίμονες παρακλήσεις της μητέρας του επέστρεψε στο Ληξούρι, χωρίς ωστόσο να απαρνηθεί τον δρόμο της άσκησης που διήγε σε όλη του την ζωή, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος σε ηλικία τριάντα πέντε ετών και έκτοτε αφιερώθηκε ολόκληρος στην υπηρεσία της Εκκλησίας, με την καθημερινή σχεδόν τέλεση της θείας Λειτουργίας, . Στεκόταν στην εκκλησία ως στύλος προσευχής, και όταν έβγαινε το έκανε για να μοιράσει ελεημοσύνες, να επισκεφθεί αυτούς που είχαν ανάγκη . Αρνήθηκε πάντα να διορισθεί σε κάποια ενορία, προκειμένου να αποφύγει τους περισπασμούς που θα γεννούσε μια τέτοια θέση αλλά και τις πιέσεις των κατακτητών. Εγκαταστάθηκε στο μονύδριο του Αγίου Σπυρίδωνος, απ’ όπου για πενήντα χρόνια μοίραζε σε όλο τον λαό της Κεφαλληνίας τους θησαυρούς που έκρυβε στην καρδιά του. Πήγαινε επίσης να λειτουργήσει σε όλα τα εξωκκλήσια που ήσαν διεσπαρμένα γύρω από το Ληξούρι, όπου μόλις γινόταν γνωστή η έλευσή του συναζόταν πλήθος πιστών.

Είχε πουλήσει τα υπάρχοντα της οικογένειάς του και μοίραζε όλους τους πόρους του στους πτωχούς που θεωρούσε παιδιά του. Όταν ερχόταν στην πόλη, τον ακολουθούσε πάντα ένα σμάρι φτωχών γυναικών στις όποιες έδινε ό,τι είχε και δεν είχε, σε σημείο που να στερείται ο ίδιος τροφής. Γνώριζε ποιά οικογένεια είχε ιδιαίτερη ανάγκη και παρενέβαινε για να την στηρίξει ή να στερεώσει την πίστη της στον Θεό. Η αγάπη του για τον πλησίον ήταν ανάμεικτη μάλιστα με τόλμη και συχνά έμπαινε σε ένα μαγαζί, άνοιγε το ταμείο και έπαιρνε ό,τι έκρινε αναγκαίο για τις ελεημοσύνες του.
Ο άγιος Παναγής είχε αποκτήσει το χάρισμα της προορατικότητος και της προφητείας, το οποίο χρησιμοποιούσε για να διορθώνει ψυχές.
Δέκα περίπου χρόνια μετά την χειροτονία του προσβλήθηκε από νευρασθένεια η οποία τον έκανε να χάνει τον έλεγχο του εαυτού του: έβγαζε κραυγές, ξύριζε τα γένια και τα μαλλιά του, πετούσε έξω ό,τι έβρισκε μπροστά του. Όταν συνήλθε μετά από έξι μήνες, απέδωσε την ασθένεια στις αμαρτίες του. Εν συνεχεία παρόμοιες κρίσεις επαναλαμβάνονταν κάθε δύο ή τρία χρόνια και προς το τέλος της ζωής του κάθε χρόνο. Τελικά έμεινε καθηλωμένος στο κρεβάτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του. Δεν στερήθηκε ωστόσο τα χαρίσματα της προορατικότητος και ανακούφισης των ψυχών, ενώ ο λαός δεν έχασε επ’ ουδενί την αγάπη και την αφοσίωση του σ’ αυτόν. Απεναντίας, όλοι όσοι υπέφεραν από τα βάσανα και τις θλίψεις της ζωής ή βρίσκονταν σε δυσκολίες γνώριζαν πως η πόρτα του δωματίου του ήταν πάντα ανοικτή και ο άγιος ιερέας δεν έπαυσε να είναι ο πόλος έλξης και το κέντρο του εκκλησιαστικού βίου της Κεφαλληνίας. Είχε αποκτήσει τόσο κύρος, ώστε συχνά παρενέβαινε δραστήρια για να διορθώσει τις αδικίες ή να επιτιμήσει τους υπεύθυνους για ανήθικες πράξεις και πάντα εισακουόταν ως η φωνή Θεού.
Αφού σήκωσε με υπομονή και ευχαριστίες στον Θεό τον σταυρό της μακράς και ταπεινωτικής του ασθένειας —την οποία ορισμένοι θεωρούσαν ένα είδος «δια Χριστόν σαλότητος»— ο άγιος Παναγής ¨κοιμήθηκε" στις 7 Ιουνίου 1888. Για δύο ημέρες και δύο νύχτες οι πιστοί προσέρχονταν να προσκυνήσουν το σκήνωμα του και η τιμή του δεν έπαυσε να αυξάνει αυθόρμητα, όχι μόνο στην Κεφαλληνία, αλλά και σε όλη την Ελλάδα, κυρίως μετά την ανακομιδή των λειψάνων του το 1976.

Γιατί είναι πολύτιμος ο π. Παναγής, ο άγιος; Γιατί ακόμα και τα κόκαλά του μιλάνε για την συνάντηση που είχε, για την χάρη, την ζωή για αυτό που φεύγει μέσα από τα χέρια μας και συμβαίνει όταν εμείς δεν είμαστε… Μας κάνει και σκεφτόμαστε τους λάθους στόχους μας και κυρίως μας έμαθε ότι η πίστη είναι ένας χορός που τον μαθαίνει κανείς χορεύοντας… Αλλοιώς μπορεί να τα συζητά για χρόνια πολλά στις τηλεοράσεις και στα πάνεl την ώρα που η ζωή του χάνεται, ανεπιστρεπτί για πάντα.

Σάββατο, 5 Ιουνίου 2010

ΚΙ ΑΚΑΡΤΕΡΕΙ....




Υπερβολή των ημερών; Η συνεχόμενο θέατρο όπου το υποκείμενο για πρώτη φορά στην ιστορία του Θεάτρου είναι απών και μένει μόνο ο μηχανισμός ως τέρας μυθιστορήματος του Κάφκα; Κάποιος , κάπου άλλου - το μνημόνιο - επιβάλλει και κάποιοι που εμείς ψηφίσαμε για άλλη όμως αιτία και για άλλους λόγους είναι υποχρεωμένοι να υπακούσουν. Δηλαδή καταργείται το σύνταγμα; Μήπως έχουμε περάσει σε ένα άλλο είδος διακυβέρνησης της χώρας; Γιατί βγαίνουν οι υπουργοί και κλαίνε στα παράθυρα; Ποιος θα δάνειζε σε έναν κλαμένο πρόσωπο χρήματα; Για την Μικρασιατική καταστροφή για παραδειγματισμό οδηγήθηκαν 6 άτομα στο εκτελεστικό απόσπασμα; Τι είδους δικαιοσύνη θα αποδοθεί εδώ ή δεν υπάρχουν ευθύνες; Αλλά οι ερωτήσεις είναι μέσον κοινωνικοποίησης δεν επιδέχονται απαντήσεις. Πάνω απ' όλα να κρατηθεί ο μηχανισμός του θεάτρου, η αυτομάγευση. Ο Νάρκισσος που βλέπει το είδωλο του και το ερωτεύεται. Γιατί το μόνο άνοιγμα που μπορεί να κάνει προς τον άλλον είναι αυτό το είδωλο. Έτσι και ο μηχανισμός της εξουσίας αναγνωρίζει μόνο τον ίδιο του μηχανισμό. Έτσι η κυβέρνηση στο μνημόνιο πριμοδοτεί τις τράπεζες με 30 δισεκατομμύρια γιατί αυτό είναι το ειδωλό της και από την άλλη κόβει τα 150 ευρώ στον συνταξιούχο γιατί αυτός είναι πράγμα res. Την ίδια ώρα οι άλλοι εαυτούληδες "φυγάδευσαν" από τις τράπεζες 20 δισεκατομμύρια ευρώ και για αυτό το λόγο παρ' όλη την βοήθεια οι τράπεζες υποβαθμίζονται. Οι πλούσιοι έχουν βγάλει πλέον τα χρήματά τους έξω. Οι λιγότερο πλούσιοι τα έχουν μετατρέψει σε λίρες. Η κυρίαρχη και εδώ αξία είναι ο εαυτός μου. Η προσωπική σωτηρία. Δηλαδή η αξία που γέννησε αυτή την κόλαση δεν την αμφισβητεί κανένας.

Το ψέμα συνεχίζεται επι της οθόνης και προς το παρών εμείς τα υποκείμενα της ιστορίας έχουμε μείνει παγωμένοι γιατί αν εξεγερθούμε θα χαρούν οι άλλοι που έχουν ποντάρει στην καταστροφή της Ελλάδος αν δεν εξεγερθούμε τότε χαίρονται οι δικοί μας κυβερνώντες που μαζί με όλα τα κόμματα της λεγόμενης αντιπολίτευσης συνεχίζουν τις προσπάθειες αυτής της συνεχούς αδιάλειπτης δίψας για εξουσία και για χρήμα…

Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλία το' να κτύπαε τάλλο χέρι από την απελπισιά.