Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

ΤΑ SPREADS ΤΟΥ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ



Μετά την Ανάσταση επιστρέψαμε στα spreads στην "υποβάθμιση" της χώρας. Παρασυρθήκαμε μέσα στην γενικώτερη προπαγάνδα των Μ.Μ.Ε., όπως με την γρίππη. Τους κοίταζα όλους σήμερα χαμένοι μέσα στον ωκεανό των ψεύτικων σημείων σαν να έβλεπα την Κόλαση του Δάντη όπου οι κολασμένοι έπαιρναν τις σκιές για στέρεο πράγμα. Μετά αφέθηκα να σκεφτώ "και τι θα γίνει αμα καταρεύσει η χώρα;" Μα θα σβήσουν από την παγκόσμια μνήμη τον Αρχίλοχο, τον Ρωμανό Μελωδό; Πατρίδα μας είναι η γλώσσα εκεί είναι το σπίτι μας "στις αμμουδιές του Ομήρου", που θα έλεγε ο Ελύτης. Και σκέφτηκα να τους αποστείλω την λύπη μου "συγχωρέστε τους δεν ξέρουν τι κάνουν"
Μετά ανέσυρα αυτή την ιστορία:

Ο κύριος Πέτρος παρέμενε σιωπηλός. Νοικοκυρές γυρνούσαν από την λαϊκή, ο ταχυδρόμος του φώναξε για γράμματα, πέντε παιδιά – κατά λάθος – τον χτύπησαν με μια μπάλα. Αυτός δεν κινήθηκε. Έστεκε εκεί στο μέσο του δρόμου. Καθώς είδε την λαϊκή να απλώνεται και το πλήθος να κινείται με την αγωνία της επικείμενης αγοράς, ξαφνικά συγκλονίσθηκε. Θυμήθηκε τον εαυτό του όταν ήταν νέος και την δίψα του. Θυμήθηκε φυλάκιση , θυμήθηκε την λησμονιά των «φίλων» του «χώρου του». Το γάμο του θυμήθηκε και τα παιδιά του. Αλλά κυρίως θυμήθηκε τα ποιήματα που έγραφε παιδί, κι αργότερα στην φυλακή και αργότερα εργάτης πια στο εργοστάσιο. Θυμήθηκε. Κάποιος φοβήθηκε ότι έπαθε εγκεφαλικό ο «γέρος» και τον σκούντησε. Τον κοίταξε μόνο ο Πέτρος, άγρια κι έφυγε.

Γύρισε σπίτι του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει, τρία χρόνια. Τα παιδιά ήταν μακριά, όπως λένε αποκαταστημένα. Το σπίτι είχε την μυρωδιά της μοναξιάς που όσοι ξέρουν από αυτή λένε, πως είναι ίδια του θανάτου. Πήγε στο πλακάκι της κουζίνας, το μεσαίο δεξιά μετά το τραπέζι. Εκεί θυμόταν έκρυβε τα ποιήματα του. Τα έκρυβε εκεί να μην τα βρει η γυναίκα του και τα παιδιά του κι αρχίσουνε να κοροϊδεύουνε το «γέρο». Όμως αυτά τον είχαν κρατήσει τη ζωή. Δοκίμασε μια φορά κρυφά να τα εκδώσει. « Δεν είστε γνωστός» του είπανε και του κλείσανε την πόρτα κατάμουτρα. Δεν έψαξε κι αυτός, τα παράτησε. Κι ότι έγραφε το έχωνε κάτω από το πλακάκι. Όμως τώρα δεν υπήρχε τίποτα. Απολύτως τίποτα. Το μόνο που βρήκε ήταν ένα μικρό χαρτάκι, μικρότατο. « τι μοι μέλει ασπίς εκείνη; Ερρέτω εξαύτις κτήσομαι ου κακίω»

Κανείς δεν τον είδε, ξανά, στη ζωή. Κανείς δε τον αναζήτησε, μόνο τα παιδιά του κάποια στιγμή αναρωτήθηκαν «τι να κάνει ο γέρος» αλλά η εταιρεία τους έτρεχε και δεν προλάβαιναν. Ένας μόνο θυμήθηκε το στίχο του Αρχίλοχου . Οι άλλοι είπανε «ησύχασε ο γέρος, ησύχασε».



Δεν υπάρχουν σχόλια: