Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Η ΕΛΛΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Δεν ερωτήθηκε ποτέ.
Οταν ήταν μικρός γιατί δεν είχε το δικαίωμα. Οταν μεγάλωσε κάπως ήρθε ο στρατός και εκεί δεν πρέπει να ρωτάς. Μετά ήρθε η δουλειά που απαγορεύεται να έχεις διαφορετική γνώμη από τον προίστάμενό σου. Τελευταία του είχαν δώσε το δικαίωμα να κάνει επιλογές. Μπορούσε α) να διαλέγει όποιο κανάλι ήθελε (αλλά είχαν τα ίδια ακριβώς πράγματα) β) να διαλέξει ανάμεσα σε οποιο τυχερό παιγνίδι θεωρούσε οτι θα του φέρει κέρδη

Υποβιβάσαν σιγά σιγα την έννοια του ανθρωπου από ον με θεική καταγωγή σε μια σκιά που μπορεί να προβληθεί, να εξαφανιστεί, να σκοτωθεί αρκεί να φέρνει κέρδος. Η μόνη λέξη που κυριάρχησε και κυριαρχεί είναι η λέξη "κέρδος". Σε αυτή στήσαμε όλη την μεταπολεμική μας ζωή.
Με μια τεράστια ευκολιά πετάξαμε για μια πιστωτική κάρτα οσες αξίες συντήρησαν τον λαό αυτού του τόπου για περισσότερα από 2500 χρόνια. Ειπαμε ψέμματα, παίξαμε με τις λέξεις, θελήσαμε να διαχωρήσουμε τους ανθρώπους σε "χρήσιμους" και "άχρηστους". Ηρθε όμως η στιγμή της πληρωμής. Προς το παρών είναι η πληρωμή των χρημάτων αργότερα πιστεύω οτι θα πληρώσουμε και για τα εγκλήματα που κάναμε στην μικρή ζωή του τελευταίου - κατά την γνώμη μας - ανθρώπου, που ίσως να είναι τα όνειρα που κάναμε παιδιά, που θα ζητήσουν μια μέρα την δική τους εκδίκηση.


"Στην οδό Αιγύπτου ―πρώτη πάροδος δεξιά―
Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων."
Μ. Αναγνωστάκης

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

ΜΙΑ ΧΑΖΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Όταν παρέδωσε την διαχείριση των οικονομικών στη γυναίκα του είχε μείνει ήσυχος. "Καλή νοικοκυρά, οικονόμα άλλοι την λέγανε σπαγγοραμένη. Θα τα κατάφερναν" . Και πράγματι τα οικονομικά καλυτέρευσαν. Κάθε μήνα έπαιρναν ρούχα, του πήρε αυτοκίνητο δίλιτρο που το είχε πάντα απωθημένο. Πήρε και αυτή αυτοκίνητο και μάλιστα διθέσιο. Διακοπές πλέον πήγαιναν κάθε χρόνο πριν να κάνουν το παιδί. Μόλις γεννήθηκε το παιδί πήραν γυναίκες να το μεγαλώνουν και αυτοί ζούσαν ως πρίγκιπες αραβικού εμιράτου, με τις εξόδους με το εξοχικό εφοδιασμένο και με πισίνα. Το παιδί μεγάλωνε μέσα στη στέρηση. Όχι βέβαια στην υλική μπορούσε να έχει τα πάντα αλλά δεν ήθελε τίποτα γιατί ποτέ δεν ήταν κανείς δίπλα του.

Η αρχή έγινε με το ξαφνικό φευγιό της μαμάς που μια μέρα έφυγε για την Ελβετία μαζί με τα χρήματα από όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Έτσι άρχισε να ξεφουσκώνει το όραμα του μπαμπά. Το οποίο ξεφούσκωσε εντελώς με τα πρώτα τηλέφωνα που δέχτηκε από τις τράπεζες και τις εισπρακτικές εταιρείες για τα χρωστούμενα. Δεν είχε κάνει αυτός τα δάνεια αλλά είχε ωφεληθεί από αυτά και τώρα έπρεπε να πληρώσει. Προσπαθούσε να καταλάβει πως τυφλώθηκε τόσα χρόνια και δεν είχε καταλάβει ούτε για τα τόσα δάνεια, ούτε και για τον χαρακτήρα της κυρίας. "Μωραίνει Κύριο ον βούλεται απωλέσαι" σκέφθηκε "δεν είμαι σίγουρα ο πρώτος". "Καιρός τώρα να κάνω τον οικονόμο στο σπίτι μου" και κήρυξε στάση πληρωμών υποσχόμενος ότι άμα τα καταφέρει θα τους αποζημιώσει όλους.

Αυτός που δεν πήρε, δεν ωφελήθηκε αντιθέτως έχανε πάντα ήταν ο γιός. Αλλά δεν τον πείραζε όμως. Τόσα χρόνια ήτανε μόνος του σε ένα τεράστιο σπίτι. Τώρα τουλάχιστον είχε τον πατέρα του μαζί.

Η ιστορία έχει καλό τέλος αλλά το σίγουρο είναι ότι ο τύπος δεν παντρεύτηκε ποτέ και ποτέ δεν άφησε τα οικονομικά του να τα κανονίζει κανένας.


Πως λένε το "δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφου" Το τρίς όμως σίγουρα "ουκ ανδρός".

Παρασκευή, 23 Απριλίου 2010

ΠΡΙΟΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Αυτή η παραδοξότητα, της οποίας τώρα υφιστάμεθα τις τελευταίες και τραγικότερες συνέπειες, υπήρξε απόρροια δύο δυναμικών και ανηθικων παραγόντων: του χρήματος και του ορθολογισμού. Μέσω αυτών, ο άνθρωπος κατακτά την κοσμική εξουσία. Αλλά - κι εδώ βρίσκεται η ουσία της όλης παραδοξότητας - αυτή η κατάκτηση επιτυγχάνεται μέσω της αφαίρεσης: από τη ράβδο του χρυσού στο clearing, από το μοχλό στον λογάριθμο. Η ιστορία της ολοένα και αυξανόμενης κυριαρχίας του ανθρώπου στο σύμπαν του σηματοδοτεί επίσης και την ιστορία των διαδοχικών εκπτώσεων. Ο σύγχρονος καπιταλισμός και οι θετικές επιστήμες αποτελούν τις δύο όψεις μιας και μοναδικής πραγματικότητας, χωρίς συγκεκριμμένες ιδιότητες. Μιας αφαιρετικής φαντασμαγορίας της οποίας επίσης μέρος αποτελεί ο άνθρωπος αλλά όχι πλέον ο συγκεκριμένος άνθρωπος, ο μεμονωμένος, αλλά ο άνθρπωος μάζα, αυτό το παράξενο ον με το ανθρώπινο ακόμα παρουσιαστικό, με μάτια και θρήνους, φωνή και συναισθήματα αλλά στην πραγματικότητα γρανάζι ενός γιγάντιου, ανώνυμου μηχανισμού. Αυτό είναι το αντιφατικό πεπρωμένο του αναγεννησιακού ημιθέου που διεκδίκησε την ατομικότητά του και που περήφανος ξεσηκώθηκε ενάντια στο Θεό διακυρήσσοντας την επιθυμία του για κυριαρχία και αλλαγή των πραγμάτων. Αγνοούσε φαίνεται πως ακόμα κι αυτός ο ίδιος θα κατέληγε να μετατραπεί σε πράγμα….
Ernesto Sabato "Πριν το τέλος"

Τρίτη, 20 Απριλίου 2010

ΤΑ SPREADS ΤΟΥ ΑΡΧΙΛΟΧΟΥ



Μετά την Ανάσταση επιστρέψαμε στα spreads στην "υποβάθμιση" της χώρας. Παρασυρθήκαμε μέσα στην γενικώτερη προπαγάνδα των Μ.Μ.Ε., όπως με την γρίππη. Τους κοίταζα όλους σήμερα χαμένοι μέσα στον ωκεανό των ψεύτικων σημείων σαν να έβλεπα την Κόλαση του Δάντη όπου οι κολασμένοι έπαιρναν τις σκιές για στέρεο πράγμα. Μετά αφέθηκα να σκεφτώ "και τι θα γίνει αμα καταρεύσει η χώρα;" Μα θα σβήσουν από την παγκόσμια μνήμη τον Αρχίλοχο, τον Ρωμανό Μελωδό; Πατρίδα μας είναι η γλώσσα εκεί είναι το σπίτι μας "στις αμμουδιές του Ομήρου", που θα έλεγε ο Ελύτης. Και σκέφτηκα να τους αποστείλω την λύπη μου "συγχωρέστε τους δεν ξέρουν τι κάνουν"
Μετά ανέσυρα αυτή την ιστορία:

Ο κύριος Πέτρος παρέμενε σιωπηλός. Νοικοκυρές γυρνούσαν από την λαϊκή, ο ταχυδρόμος του φώναξε για γράμματα, πέντε παιδιά – κατά λάθος – τον χτύπησαν με μια μπάλα. Αυτός δεν κινήθηκε. Έστεκε εκεί στο μέσο του δρόμου. Καθώς είδε την λαϊκή να απλώνεται και το πλήθος να κινείται με την αγωνία της επικείμενης αγοράς, ξαφνικά συγκλονίσθηκε. Θυμήθηκε τον εαυτό του όταν ήταν νέος και την δίψα του. Θυμήθηκε φυλάκιση , θυμήθηκε την λησμονιά των «φίλων» του «χώρου του». Το γάμο του θυμήθηκε και τα παιδιά του. Αλλά κυρίως θυμήθηκε τα ποιήματα που έγραφε παιδί, κι αργότερα στην φυλακή και αργότερα εργάτης πια στο εργοστάσιο. Θυμήθηκε. Κάποιος φοβήθηκε ότι έπαθε εγκεφαλικό ο «γέρος» και τον σκούντησε. Τον κοίταξε μόνο ο Πέτρος, άγρια κι έφυγε.

Γύρισε σπίτι του. Η γυναίκα του είχε πεθάνει, τρία χρόνια. Τα παιδιά ήταν μακριά, όπως λένε αποκαταστημένα. Το σπίτι είχε την μυρωδιά της μοναξιάς που όσοι ξέρουν από αυτή λένε, πως είναι ίδια του θανάτου. Πήγε στο πλακάκι της κουζίνας, το μεσαίο δεξιά μετά το τραπέζι. Εκεί θυμόταν έκρυβε τα ποιήματα του. Τα έκρυβε εκεί να μην τα βρει η γυναίκα του και τα παιδιά του κι αρχίσουνε να κοροϊδεύουνε το «γέρο». Όμως αυτά τον είχαν κρατήσει τη ζωή. Δοκίμασε μια φορά κρυφά να τα εκδώσει. « Δεν είστε γνωστός» του είπανε και του κλείσανε την πόρτα κατάμουτρα. Δεν έψαξε κι αυτός, τα παράτησε. Κι ότι έγραφε το έχωνε κάτω από το πλακάκι. Όμως τώρα δεν υπήρχε τίποτα. Απολύτως τίποτα. Το μόνο που βρήκε ήταν ένα μικρό χαρτάκι, μικρότατο. « τι μοι μέλει ασπίς εκείνη; Ερρέτω εξαύτις κτήσομαι ου κακίω»

Κανείς δεν τον είδε, ξανά, στη ζωή. Κανείς δε τον αναζήτησε, μόνο τα παιδιά του κάποια στιγμή αναρωτήθηκαν «τι να κάνει ο γέρος» αλλά η εταιρεία τους έτρεχε και δεν προλάβαιναν. Ένας μόνο θυμήθηκε το στίχο του Αρχίλοχου . Οι άλλοι είπανε «ησύχασε ο γέρος, ησύχασε».