Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ



Είναι η τελευταία ημέρα του χρόνου και βιάζονται, το ξέρω. Πρέπει να κλείσει και αυτό το φύλλο, όπως έχουν κλείσει τόσα άλλα, τόσες άλλες χρονιές. Και εγώ είμαι μόνος. Και οι λέξεις φεύγουνε, για πρώτη φορά είμαι χωρίς λέξεις, γυμνός εμπρός σε ένα φύλλο χαρτί. Ξανά παιδί, που κοντεύω να κλείσω τα εξήντα.

Σαράντα χρόνια γράφω για την καινούργια χρονιά που έρχεται. Διαπιστώσεις, ευχές, παρακάλια, πολεμικές, ρεπορτάζ. Σαράντα φορές με βρήκε η αλλαγή του χρόνου εδώ πάνω στο γραφείο. Τι αλλάζει, λοιπόν; Και γω είμαι μέσα σε αυτό το χρόνο, ή βρίσκομαι κάπου αλλού; Θυμάμαι την πρώτη χρονιά στην εφημερίδα, τις πρώτες μέρες. Αυτές που έτρεχα με τον πανικό σκαρφαλωμένο στα μάτια και στα χέρια. Που έτρεμα εμπρός σε μια κόλλα άσπρο χαρτί και ζήλευα τους μεγαλύτερους που έγραφαν τότε με εκείνα τα καθαρά μεγάλα γράμματα τους με μια μεγάλη ευχέρεια για όλα.

Ήταν άλλες οι εποχές τότε το καταλαβαίνω. Μας έλεγαν διαβάστε πολύ και διαβάζαμε πολύ. Και τότε δεν ήταν εύκολο να βρεις και βιβλία. Ακόμα έχω στο σπίτι μου αρκετά σε φωτοτυπίες. Τώρα κοιτάζω γύρω μου και αντιλαμβάνομαι ότι όσο λιγότερα ξέρεις, τόσο πιο ψηλά πηγαίνεις στην ιεραρχία. Όσο λιγότερο σκέφτεσαι τόσο περισσότερο μπορείς να ζεις.

Κι εγώ ήμουν αναγκασμένος να σκέφτομαι λόγω δουλειάς καθώς τότε έπρεπε να έχεις συνείδηση για να μπορείς να διαμορφώσεις συνείδηση τώρα δυστυχώς φοβάμαι ότι διαμορφώνουν συνείδηση οι μη έχοντες συνείδηση οι ασυνείδητοι, εν πάση περιπτώσει είμαστε οι κυνηγοί της αλήθειας αλλά δεν γνωρίζαμε ότι αυτή όχι μόνο δεν μπορείς να την προσεγγίσεις αλλά και όταν την προσεγγίσεις δεν μπορείς να την περιγράψεις. Μερικές φορές σκέφτομαι – είδες πάλι σαν πληγή είναι – ότι είμαστε ψείρες δίπλα από έναν ελέφαντα. Ο καλύτερα πληροφορημένος από μας θα μπορούσε να περιγράψει ένα θλιβερό κομμάτι της πραγματικότητας και αυτό χωρίς να λάβουμε υπόψη τον χρόνο.

Μια φορά κάποιος έκανε ένα πείραμα. Θέλησε να περιγράψει την ζωή του. Άρχισε λοιπόν, να κρατάει ένα ημερολόγιο με λεπτομέρειες. Για να περιγράψει μια ημέρα, με όλες τις λεπτομέρειες, χρειάζονταν σχεδόν τρεις. Σκέφτηκε, λοιπόν, ότι ήταν μάταιο καθώς για να περιγράψει την ζωή του χρειάζονταν τρεις ζωές και σταμάτησε. Εμείς προσπαθούμε να περιγράψουμε μια μέρα ολόκληρη και για χιλιάδες κόσμο. Είναι δυνατόν να είμαστε αληθινοί;

Οπότε αυτό που κάνουμε δεν είναι πληροφόρηση αλλά η επιβολή ενός ιδιαίτερου τρόπου ανάγνωσης του κόσμου. Με το που επιβλήθηκε η τηλεόραση αλλάξαμε κι εμείς τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Δεν γράφουμε, πλέον, γεμίζουμε το χώρο ώστε να μην υπάρχει το κενό ανάμεσα στις διαφημίσεις. Πάθαμε κι εμείς ότι οι Μυκηναίοι με το «φόβο του κενού», αυτό που παθαίνουν οι νοικοκυρές στα σπίτια που δεν μπορούν να αφήσουν έναν τοίχο κενό. Ζούμε με το φόβο μήπως αδειάσει ο χώρος, ο χρόνος γιατί τότε θα είμαστε εμείς και ο εαυτός μας. Κι άμα βρεθούμε τι να του πούμε; Τι να τους πω;

Τα παιδιά μεγάλωσαν και φύγανε, έχουν αρχίσει την δική τους ζωή. Βρισκόμαστε κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα. Η γυναίκα μου έφυγε να ζήσει με άλλον (Στην αρχή είχα νευριάσει μετά κατάλαβα και της έδωσα δίκαιο. Δεν μπορούσα να ζήσω εγώ με τον εαυτό μου όχι ένας άλλος). Τα άφησα όλα και νοικιάζω ένα δυάρι. Στο ένα η βιβλιοθήκη και το γραφείο στο άλλο το υπνοδωμάτιο. Δεν το χρησιμοποιώ όμως πολύ γιατί δεν κοιμάμαι. Εκεί θα γυρίσω μόλις τελειώσω να γράφω για την αλλαγή του χρόνου. Ποια αλλαγή όμως και ποιου χρόνου;

Πέρασαν 60 περίπου χρόνια από τότε που γεννήθηκα αλλά ποτέ μου δεν απέκτησα την βεβαιότητα ότι πράγματι ήμουν στην γη.. Έχω αντικείμενα που σχετίζονται με το παρελθόν, που το πιστοποιούνε, αλλά σίγουρος εντελώς δεν είμαι. Θα μπορούσα να το είχα κατασκευάσει αυτό το παρελθόν. Θα μπορούσα να φανταστώ ένα μέλλον καλύτερο η χειρότερο. Το μόνο που δεν μπορώ να κάνω είναι να φανταστώ είναι να πω ψέματα για το παρόν. Τώρα αυτή τη στιγμή γράφω, όταν όμως γυρίσω σπίτι δεν θα πρέπει να είμαι σίγουρος ότι εγώ τα έχω γράψει.

Ποιος είναι ο κόσμος ο πραγματικός; Τι χρόνο επιτέλους αλλάζουμε; Γιατί σώνει και καλά θέλουμε σύνορα και φοβόμαστε τη ατέλειωτη λίμνη του χρόνου, τον ποταμό της λησμονιάς; Και γιατί κάνω εγώ αυτές τις ερωτήσεις; Ποιος περιμένω να μου απαντήσει; Γιατί αν δεν μου απαντήσει κανείς, δεν υπήρξα ποτέ και δεν θα υπάρξω και ο κόσμος γύρω δεν ήταν παρά ένα παραμύθι, μία ταινία στην τηλεόραση που κάποιος κακός σκηνοθέτης έστησε για να περιπαίξει, κάποιον που δεν γνώριζε και τελικά έπεσε ο ίδιος στην παγίδα. Ξέχασε πως αυτός είναι ο δημιουργός και έγινε ο ηθοποιός. Έζησε τελικά σε έναν κόσμο που ο ίδιος κατασκεύασε. Και εκεί που νόμιζε ότι είχε θεατές, δεν είχε πια κανένα γιατί ο μόνος θεατής που υπάρχει είναι ο εαυτός σου, που αυτός είναι απασχολημένος στα δικά του πάθη. Σαν τον περιπατητή που μπήκε κατά λάθος, στο μαγικό δάσος εκεί που η πιο μικρή σκέψη γίνονταν αμέσως πράξη. Και λέει «πεινώ» και έρχονται τα καλύτερα φαγητά του κόσμου και λέει «διψώ» και έρχονται τα καλύτερα ποτά του κόσμου και εφοβήθη ότι θα πεθάνει και έρχεται ο χειρότερος θάνατος του κόσμου. Τι είναι αυτός ο θύτης ή το θύμα; Ο σκηνοθέτης η ο ηθοποιός; Και πως θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό;

Σε αυτό το δάσος περπατώ και γω και εσύ αγαπητέ αναγνώστη. Και βέβαια, αύριο δεν είναι μια άλλη μέρα ενός άλλου χρόνου, είναι η απάτη που στήνουμε όλοι προκειμένου να βρισκόμαστε σ’ ένα κοινό παιγνίδι. Μέχρι που ένας να πετάξει τα ζάρια και να κλείσει το παιγνίδι και να βρεθούμε τρεμάμενοι, σε έναν ωκεανό από λέξεις.


Δεν υπάρχουν σχόλια: