Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2010

ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ;



Περί ψυχής και πάλι ο λόγος. Πλην όμως βραχύς. Καθώς πιεζόμασταν από τα μπλόκα, από την "διαχείριση ψυχών" του κ. Χρυσοχοϊδη και από την πλήρη απορία όταν τηλεφώνησα στο Αχιλοπούλειο για οφθαλμολογικό ραντεβού και το ρομπότ μου είπε μετά από μισή ώρα προσπάθεια "δεν υπάρχει μέρα για ραντεβού". Ο διάλογος περί ψυχής έκλεισε αδόξως καθώς προηγούνταν αυτός της ωμής επιβίωσης. Η συζήτηση περιστράφηκε εις σενάρια της πλήρους καταστροφής χαζεύοντας τις Πόρσε Καγιέν που κατέβαιναν από τα χιόνια. Μάλλον ήταν ψέμα οι καγιέν, το χιόνι πιστεύω όχι. Πιστεύω. Δεν είμαι σίγουρος. Καθώς σε έναν κόσμο φαινομένων δεν μπορείς να μιλάς με βεβαιότητες αλλά με προσπάθεια αποσαφήνισης της φαινομενικότητας. Βεβαίως δεν εξεπλάγην όταν μου πέταξαν στα μούτρα "τι ρομαντικές χαζομάρες είναι αυτές;" το είχα συνηθίσει. Κάθε ένας που δεν λέει τα ίδια του γλυκανάλατου συρμού ευθύς παραδίδεται στον εκτός πόλεως, τόπο. Η ψυχωτική μας διάθεση ίδια με τον πρωτογονισμό μας στρέφει στο αντικείμενο που βρίσκεται έξω. "Να χτυπήσω εγώ το τραπέζι, που χτύπησε το παιδάκι μου"

Βεβαίως έχουμε συνηθίσει όπως οι Βενετσιάνοι το νερό που μπαίνει στα καταστήματα τους κάθε πλημμυρίδα, και αυτό είναι το χειρότερο. Ο εγκέφαλος είναι ένα πράγμα που έτσι και του καθιερώσεις μια συνήθεια βολεύεται. Ο Επίκτητος έκανε λόγο για 21 μέρες για να εγκαθιδρυθεί μια συνήθεια, ότι συνήθεια. Και εμείς έχουμε συνηθίσει. Σε όλα έχουμε συνηθίσει. Και τώρα μπορούμε να συνηθίσουμε σε ακόμη περισσότερα.

Και η ψυχή; Ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν, εις αυτήν βλεπτέον.. Που θα έλεγε κι ο Πλάτωνας.


Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2010

ΜΙΑ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΗΠΕΙΡΟΣ





Του Paul Laraque

Μαχητές της αυγής που κυνηγά τα τελευταία τέρατα της νύχτας

στο πέρασμα, που η μπάρα ανοίγει με την ανάσα της ελπίδας, μόνο

οι κληρονόμοι των ινδιάνων και της σάμπας

βλέπουν στην κεφαλή της μουγκής Ευρώπης

τα όπλα και τα σκυλιά, τη σκλαβιά και τη σύφιλη

που κατοικούν αυτή την ήπειρο στην οποία δεν άφησες καν ούτε

το όνομά σου.

Η φωτιά των Χριστουγέννων κατάπιε τους κάμπους του ζαχαροκάλαμου. Η επανάσταση κέρδισε την οργή των θεών. Τα μαχαίρια ακονισμένα μέσα στους αιώνες. Οι πυρσοί της εξέγερσης αντιμετώπισαν το σπαθί και τον σταυρό. Η αποικία καταστρέφεται.

Καράβια που έγιναν φυλακές μετατρέπονται σε πολεμικά κι ατμόπλοια πολυτελείας. Καθρέφτης για τους κορυδαλλούς των εκλογών και διπλό γεράκι του χρέους των απογόνων που χαλκεύονται στη μοντέρνα διαπόμπευση.

Ο καιρός των καρυκευμάτων τελείωσε.

Ω βαρβαρότητα μεγαλύτερη από παλιά.

Η επέλαση των ρομπότ έχει αρχίσει.

Ακράτητες δυνάμεις άδειασαν την καταστροφή

Οι ρίζες του δέντρου που έκανε λόγο ο Louverture

εμφανίζονται πάλι στη χώρα του Μαντέλα.

Διασχίζοντας τα παλιά τα σύνορα της ράτσας

οι λαοί που ένωσες ερήμην σου

απέρχονται για να βρούνε μια νέα ήπειρο

στην οποία το χρυσάφι είναι ανύπαρκτο και βασιλεύει η ελευθερία

.

Port-au Prince 15 Σεπτεμβρίου 1990

Μετ. Νίκος Βαραλής



Το ποιήμα περισυνέλεξα από το Ποιείν (poiein.gr) και νάναι καλά ο Σωτήρης που το τοποθέτησε εκεί μέσα. Γιατί από τα δακρύβερτα των τηλεοράσεων από τον σεισμό εχουμε ξεχάσει οτι την Αίτή την θάψαμε εδώ και χρόνια.


Ο Paul Laraque είναι ένας από τους μεγαλύτερους ποιητές της Αϊτής. Εκεί γεννήθηκε το 1920. Συνάντησε τον Αντρε Μπρετόν στο μέρος που έγραψε το ποιήμα στα 1945. Εγραψε γαλλικά και κρεολικά. Στερήθηκε την Αϊτινή υπηκοότητα το 1964 για πολιτικούς λόγους. Καθηγητής της γαλλικής γλώσσας και Γενικός Γραμματέας της Ενωσης Συγγραφέων της Αϊτής, στο εξωτερικό από το 1975 ως το 1986. Ηταν ο πρώτος γαλλομαθής που πήρε το βραβείο Casa della las Americas.
Πέθανε στις 8 Μαρτίου 2007 στη Ν. Υόρκη.




Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2010

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ "ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ"



Η θάλασσα στο Πήλιο περνάει τα σπίτια και μπαίνει στις αυλές. Εκκλησίες όπως το προσκύνημα της Παναγίας Τρύπας στην Γορίτσα πλημμυρίζει απο εσωτερικό ποτάμι φαινόμενο που συνέβαινε μόνο την άνοιξη με το λειώσιμο των πάγων. Ο γύρω μας κόσμος πονά.
Οπως και η πόλη.Οι κλοπές αυξήθηκαν και ο τρόμος κλείνει τις πόρτες. Κάθε μέρα συμπλοκές στους δρόμους της πόλης. Ναρκωμανείς γεμάτοι από ναρκωτικά που δίνουμε εμείς. Στόχος μας μόνο το κέρδος. Κλεισμένοι μέσα στα κάγκελα αυτοθαυμαζόμαστε για την ελευθερία μας. Περνάει η μέρα, μπαίνουμε σπίτια κάνοντας το σταυρό μας, που γλυτώσαμε κι αυτή τη μέρα. Υπερβολικά; Για άλλους ισως λογικότητα. Αλλωστε στις μέρες μας υπερισχύει ο Καλλικράτη, το σαφάρι στους φοροφυγάγες, ο πέλεκυς σε αυτούς που δεν εξοφλούν τον Φ.Π.Α. , ο κόλαφος από την Ε.Ε. ένα πανηγύρι δηλαδή που κάνει τα θρίλερ του Στήβεν Κίνγκ να ωχριούν μπροστά του.
Και μαζί με αυτό κάνουμε και την αφελή ερώτηση γιατί οι νέοι είναι έτσ; Δεν διαβάζουν, δεν ζούν, έχουμε μελαγχολία. Ελα μου ντε; Είναι βίτσιο τους, μάλλον.
Ως δώρο για την χρονιά που άνοιξε, λίγες κουβέντες του Ερνέστο Σάμπατο, από το βιβλίο του "Πριν το τέλος"

Nα κάτι για το οποίο αξίζει να υποφέρεις ακόμα και να πεθαίνεις μια κοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, για κείνη την ειρήνη ανάμεσα στους ηττημένους.
Ένας μόνο πύργος, ναι, αλλά αστραφτερός και άφθαρτος».

«Aπευθύνομαι σε σένα και, μέσω εσού, σε όλα αυτά τα νέα παιδιά που μου γράφουν ή με σταματούν στο δρόμο, ακόμα και σε κείνα που με παρατηρούν από τα άλλα τραπέζια σε κάποιο καφέ και που θέλουν να με πλησιάσουν, αλλά δεν τολμούν.
Δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να σας πω αυτά τα λόγια.
Έχω πίστη σε σας. Σας έχω περιγράψει τόσα σκληρά περιστατικά και για ένα μεγάλο διάστημα δεν ήξερα αν θα σας ξαναέκανα λόγο για τα όσα συμβαίνουν στον κόσμο.
Tον κίνδυνο που διατρέχουμε όλοι οι άνθρωποι, πλούσιοι ή φτωχοί.
Γιατί τούτο είναι που αγνοούν όλοι αυτοί οι εξουσιαστές μας.
Δεν ξέρουν ότι και τα δικά τους παιδιά βρίσκονται στην ίδια άσχημη θέση.
Δεν μπορούμε όμως να πέσουμε στην κατάθλιψη, γιατί κατά κάποιο τρόπο είναι και αυτή μια πολυτέλεια που δεν μπορούν να την προσφέρουν οι πατεράδες στα παιδιά τους που πεθαίνουν από την πείνα.
Kαι δεν είναι δυνατόν να αμπαρωνόμαστε κάθε φορά με όλο και περισσότερη σιγουριά στα σπίτια μας.
Oφείλουμε ν’ ανοιχτούμε στον κόσμο. Nα πάψουμε να θεωρούμε ότι η καταστροφή βρίσκεται εκεί έξω, αλλά να καταλάβουμε ότι καίει σαν μια καλοταϊσμένη φωτιά μέσα στην ίδια την εστία των σπιτιών μας.
Eίναι η ζωή μας κι η γη μας που βρίσκονται σε κίνδυνο»

Παρασκευή, 1 Ιανουαρίου 2010

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥ



Είναι η τελευταία ημέρα του χρόνου και βιάζονται, το ξέρω. Πρέπει να κλείσει και αυτό το φύλλο, όπως έχουν κλείσει τόσα άλλα, τόσες άλλες χρονιές. Και εγώ είμαι μόνος. Και οι λέξεις φεύγουνε, για πρώτη φορά είμαι χωρίς λέξεις, γυμνός εμπρός σε ένα φύλλο χαρτί. Ξανά παιδί, που κοντεύω να κλείσω τα εξήντα.

Σαράντα χρόνια γράφω για την καινούργια χρονιά που έρχεται. Διαπιστώσεις, ευχές, παρακάλια, πολεμικές, ρεπορτάζ. Σαράντα φορές με βρήκε η αλλαγή του χρόνου εδώ πάνω στο γραφείο. Τι αλλάζει, λοιπόν; Και γω είμαι μέσα σε αυτό το χρόνο, ή βρίσκομαι κάπου αλλού; Θυμάμαι την πρώτη χρονιά στην εφημερίδα, τις πρώτες μέρες. Αυτές που έτρεχα με τον πανικό σκαρφαλωμένο στα μάτια και στα χέρια. Που έτρεμα εμπρός σε μια κόλλα άσπρο χαρτί και ζήλευα τους μεγαλύτερους που έγραφαν τότε με εκείνα τα καθαρά μεγάλα γράμματα τους με μια μεγάλη ευχέρεια για όλα.

Ήταν άλλες οι εποχές τότε το καταλαβαίνω. Μας έλεγαν διαβάστε πολύ και διαβάζαμε πολύ. Και τότε δεν ήταν εύκολο να βρεις και βιβλία. Ακόμα έχω στο σπίτι μου αρκετά σε φωτοτυπίες. Τώρα κοιτάζω γύρω μου και αντιλαμβάνομαι ότι όσο λιγότερα ξέρεις, τόσο πιο ψηλά πηγαίνεις στην ιεραρχία. Όσο λιγότερο σκέφτεσαι τόσο περισσότερο μπορείς να ζεις.

Κι εγώ ήμουν αναγκασμένος να σκέφτομαι λόγω δουλειάς καθώς τότε έπρεπε να έχεις συνείδηση για να μπορείς να διαμορφώσεις συνείδηση τώρα δυστυχώς φοβάμαι ότι διαμορφώνουν συνείδηση οι μη έχοντες συνείδηση οι ασυνείδητοι, εν πάση περιπτώσει είμαστε οι κυνηγοί της αλήθειας αλλά δεν γνωρίζαμε ότι αυτή όχι μόνο δεν μπορείς να την προσεγγίσεις αλλά και όταν την προσεγγίσεις δεν μπορείς να την περιγράψεις. Μερικές φορές σκέφτομαι – είδες πάλι σαν πληγή είναι – ότι είμαστε ψείρες δίπλα από έναν ελέφαντα. Ο καλύτερα πληροφορημένος από μας θα μπορούσε να περιγράψει ένα θλιβερό κομμάτι της πραγματικότητας και αυτό χωρίς να λάβουμε υπόψη τον χρόνο.

Μια φορά κάποιος έκανε ένα πείραμα. Θέλησε να περιγράψει την ζωή του. Άρχισε λοιπόν, να κρατάει ένα ημερολόγιο με λεπτομέρειες. Για να περιγράψει μια ημέρα, με όλες τις λεπτομέρειες, χρειάζονταν σχεδόν τρεις. Σκέφτηκε, λοιπόν, ότι ήταν μάταιο καθώς για να περιγράψει την ζωή του χρειάζονταν τρεις ζωές και σταμάτησε. Εμείς προσπαθούμε να περιγράψουμε μια μέρα ολόκληρη και για χιλιάδες κόσμο. Είναι δυνατόν να είμαστε αληθινοί;

Οπότε αυτό που κάνουμε δεν είναι πληροφόρηση αλλά η επιβολή ενός ιδιαίτερου τρόπου ανάγνωσης του κόσμου. Με το που επιβλήθηκε η τηλεόραση αλλάξαμε κι εμείς τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Δεν γράφουμε, πλέον, γεμίζουμε το χώρο ώστε να μην υπάρχει το κενό ανάμεσα στις διαφημίσεις. Πάθαμε κι εμείς ότι οι Μυκηναίοι με το «φόβο του κενού», αυτό που παθαίνουν οι νοικοκυρές στα σπίτια που δεν μπορούν να αφήσουν έναν τοίχο κενό. Ζούμε με το φόβο μήπως αδειάσει ο χώρος, ο χρόνος γιατί τότε θα είμαστε εμείς και ο εαυτός μας. Κι άμα βρεθούμε τι να του πούμε; Τι να τους πω;

Τα παιδιά μεγάλωσαν και φύγανε, έχουν αρχίσει την δική τους ζωή. Βρισκόμαστε κάθε χρόνο τα Χριστούγεννα. Η γυναίκα μου έφυγε να ζήσει με άλλον (Στην αρχή είχα νευριάσει μετά κατάλαβα και της έδωσα δίκαιο. Δεν μπορούσα να ζήσω εγώ με τον εαυτό μου όχι ένας άλλος). Τα άφησα όλα και νοικιάζω ένα δυάρι. Στο ένα η βιβλιοθήκη και το γραφείο στο άλλο το υπνοδωμάτιο. Δεν το χρησιμοποιώ όμως πολύ γιατί δεν κοιμάμαι. Εκεί θα γυρίσω μόλις τελειώσω να γράφω για την αλλαγή του χρόνου. Ποια αλλαγή όμως και ποιου χρόνου;

Πέρασαν 60 περίπου χρόνια από τότε που γεννήθηκα αλλά ποτέ μου δεν απέκτησα την βεβαιότητα ότι πράγματι ήμουν στην γη.. Έχω αντικείμενα που σχετίζονται με το παρελθόν, που το πιστοποιούνε, αλλά σίγουρος εντελώς δεν είμαι. Θα μπορούσα να το είχα κατασκευάσει αυτό το παρελθόν. Θα μπορούσα να φανταστώ ένα μέλλον καλύτερο η χειρότερο. Το μόνο που δεν μπορώ να κάνω είναι να φανταστώ είναι να πω ψέματα για το παρόν. Τώρα αυτή τη στιγμή γράφω, όταν όμως γυρίσω σπίτι δεν θα πρέπει να είμαι σίγουρος ότι εγώ τα έχω γράψει.

Ποιος είναι ο κόσμος ο πραγματικός; Τι χρόνο επιτέλους αλλάζουμε; Γιατί σώνει και καλά θέλουμε σύνορα και φοβόμαστε τη ατέλειωτη λίμνη του χρόνου, τον ποταμό της λησμονιάς; Και γιατί κάνω εγώ αυτές τις ερωτήσεις; Ποιος περιμένω να μου απαντήσει; Γιατί αν δεν μου απαντήσει κανείς, δεν υπήρξα ποτέ και δεν θα υπάρξω και ο κόσμος γύρω δεν ήταν παρά ένα παραμύθι, μία ταινία στην τηλεόραση που κάποιος κακός σκηνοθέτης έστησε για να περιπαίξει, κάποιον που δεν γνώριζε και τελικά έπεσε ο ίδιος στην παγίδα. Ξέχασε πως αυτός είναι ο δημιουργός και έγινε ο ηθοποιός. Έζησε τελικά σε έναν κόσμο που ο ίδιος κατασκεύασε. Και εκεί που νόμιζε ότι είχε θεατές, δεν είχε πια κανένα γιατί ο μόνος θεατής που υπάρχει είναι ο εαυτός σου, που αυτός είναι απασχολημένος στα δικά του πάθη. Σαν τον περιπατητή που μπήκε κατά λάθος, στο μαγικό δάσος εκεί που η πιο μικρή σκέψη γίνονταν αμέσως πράξη. Και λέει «πεινώ» και έρχονται τα καλύτερα φαγητά του κόσμου και λέει «διψώ» και έρχονται τα καλύτερα ποτά του κόσμου και εφοβήθη ότι θα πεθάνει και έρχεται ο χειρότερος θάνατος του κόσμου. Τι είναι αυτός ο θύτης ή το θύμα; Ο σκηνοθέτης η ο ηθοποιός; Και πως θα μπορούσε να ξεφύγει από αυτό;

Σε αυτό το δάσος περπατώ και γω και εσύ αγαπητέ αναγνώστη. Και βέβαια, αύριο δεν είναι μια άλλη μέρα ενός άλλου χρόνου, είναι η απάτη που στήνουμε όλοι προκειμένου να βρισκόμαστε σ’ ένα κοινό παιγνίδι. Μέχρι που ένας να πετάξει τα ζάρια και να κλείσει το παιγνίδι και να βρεθούμε τρεμάμενοι, σε έναν ωκεανό από λέξεις.