Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

Ο ΝΙΚΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΠΟΥΡΝΑ



Ήταν μικρός ακόμη. Έφυγε από την Κάπουρνα, τι ήταν; Ένα χωριό της λάσπης μακριά από το Βόλο. Τυράνια. Ο πατέρας του ο Αυγερινός στα χωράφια, πέτρες και χώματα η ζωή τους ολόκληρη. Ήρθε κι ο φόρος, ό έκτακτος, δεν άντεξε ο πατέρας. «Πάμε Νικόλα» είπε «Πάμε σε άλλο χωριό πιο γόνιμο. Να σκαλίσουμε λιγάκι γη και δυο ζωντανά να περάσουμε» Πήραν στους ώμους τους τη μέχρι τώρα ζωή τους δεν ήταν πολύ βαριά και φύγαν στη Γιέρμη. Η μάννα του είχε αδελφό στο Βελεστίνο, παντοπώλη, τον έστειλαν μπας και κάνει προκοπή. Δούλευε εκεί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Ψείρα, λίγο φαί και λέρα πολύ. Μόνο τώρα όλα γινόταν πιο δύσκολα γιατί ο Νικόλας έβλεπε. Έβλεπε τους Τούρκους άρχοντες που αγόραζαν απ’ όλα, που είχαν πλούτη γυναίκες, εξουσία και δύναμη. Αυτός όπως και νάρχονταν τα πράγματα και να μεγάλωνε τη μόνη εξουσία που θα μπορούσε να έχει είναι στην ψείρα του και για αυτή δεν ήταν σίγουρος. Μετά ήταν και η Αιμέ από το χαρέμι του Ιμπραήμ που την είδε μια φορά από κοντά που πήγε τα ψώνια και χάθηκε. Κοπήκαν τα γόνατά του, τρείς μέρες έκανε να βάλει μπουκιά στο στόμα του.

Ο τούρκος λέγονταν Αλή καλός άνθρωπος τον συμπάθησε. Πήγε στο αφεντικό και τον ζήτησε «τον θέλω να έρθει σπίτι μου» δεν ήθελε ο μπακάλης ο Αλής ήταν εξουσία δεν λογάριαζε. Ο Νίκος κρυφά μέσα του ήθελε. Μικρός ήταν μια άλλη ζωή φανταζόταν και ήταν ευκαιρία. Πήγε. Και για πρώτη φορά έφαγε και ήπιε και έβαλε ρούχα καθαρά, κοιμόταν σε κρεβάτια μαλακά και γύρω του όλο γυναίκες κι η Αισέ και τα μάτια της και τα πόδια που ακόμα του κοβόταν όχι όμως τώρα πια η όρεξη.

Πέρασε ένας χρόνος είχε συνηθίσει πια ήταν το σπίτι του όταν ήρθε ο γιος του αφεντικού. «Τι κάνεις;» λέει του πατέρα του «ρωμιό έβαλες μες στο χαρέμι; Είσαι καλά» «Είναι καλό παιδί» του είπε ο πατέρας «ένα χρόνο είναι μαζί μου είναι καλός». Πήγε ο γιός τον έπιασε « Έλα δω Νικόλα καλό παιδί είσαι θα γίνεις μουσουλμάνος γιατί οι ρωμιοί είναι κακοί και βρώμικοι, τι δουλειά έχεις με αυτούς» «Μα εγώ γεννήθηκα» πήγε να πει , τον έκοψε ο άλλος «Όλοι γεννηθήκαμε κάπου το θέμα είναι τι μας συμφέρει. Γίνεσαι μουσουλμάνος και έχεις όλη τη γη στα πόδια σου. Μια αυτοκρατορία ολόκληρη. Λεφτά. Γυναίκες. Μέλλον εξασφαλισμένο. Σαν χριστιανός τι θα κάνεις; Θα είσαι εδώ μετά από λίγο καιρό θα σε διώξουμε θα γυρίσεις στις λάσπες που ήσουνα και σε λίγα χρόνια θα γεράσεις, θα σαπίσεις όπως σαπίζουν κι οι άλλοι οι ρωμιοί εκεί έξω. Μια φορά μας έρχονται οι ευκαιρίες και πρέπει να τις πιάνουμε» Ο Νίκος το σκέφτηκε όλο το βράδυ είχε δίκαιο. Τι μέλλον θα είχε. Του πατέρα την προκοπή την σκέφτηκε και της μάνας το σκύψιμο ήταν τότε 35 χρονών. Και δέχτηκε. Του κάναν την περιτομή του δώσαν το όνομα Ιμπρήμ, γύριζε κορδωμένος στο παλάτι. Τα είχε όλα. Μέσα του όμως κάτι έβραζε που να το εξηγήσει δεν μπορούσε. Για να το ξεχνάει έπαιρνε πολλές δουλειές όλη τη μέρα, παραπαίδι πλέον τον είχε ο Αλής, πλήρη εμπιστοσύνη.

Μια φορά ένα βράδυ του Δεκεμβρίου ένοιωσε στο στήθος του μαύρο πράγμα να τον πατάει, του κοπήκαν τα πόδια, σκιάχτηκε. Πετάχτηκε και πήγε στον κήπο και κάθισε κάτω από μια μηλιά, στην παγωνιά, μονάχος. Εκεί έγινε κάτι που κανείς δεν το ξέρει ούτε να το εξηγήσει. Πάντως πριν ξημερώσει έφυγε όπως ήταν με τα ρούχα του ύπνου δεν γύρισε να πάρει πίσω ούτε τα ρούχα του. Πήγε στον πατέρα «φύγε του λέει θα μας σφάξουν όλους πήγαινε στο Κεραμίδι είναι από πίσω απ’ το βουνό μπας και γλυτώσουμε.» Σκαρφάλωσε το βουνό, μέσα στο χιόνι, κινδύνεψε για να χαθεί έφτασε μια φορά στο Κεραμίδι. Πέρασε ο χειμώνας και ο Νίκος πήγε κοντά σε κάτι κτίστες κι έμαθε τέχνη. Τον πήραν μετά στην Κρήτη για δουλειά. Μαύρες μέρες απ’ το πρωί ίσαμε το βράδυ κουβάλαγε και νάταν μόνον αυτό οι βρισιές και οι σφαλιάρες ήταν φαί της κάθε μέρας. Δεν μπόραγε. Μια μέρα τόσκασε και πήγε σε μια εκκλησιά και κάθισε. Τον είδε ο παππάς τον συμπόνεσε. Ο Νίκος κάθισε τον αγάπησε αυτόν τον παπούλη που όλο χαμογελούσε. Κάθισε κοντά του. Μετά από λίγα χρόνια πέθανε ο παπάς κι έμεινε ο Νίκος πάλι μόνος του. Τα μάζεψε κι έφυγε για το Όρος. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά πήγε στην Καρακάλου, έγινε μοναχός, πήρε το όνομα Γεδεών νήστευε μέρες ολόκληρες, βδομάδες, ματώσαν τα πόδια του από τις μετάνοιες. Λόγο δεν έβγαζε. Πέρασαν 35 ολόκληρα χρόνια και δεν κατάλαβαν ούτε τη σκιά του.

Μια μέρα πήγε και βρήκε τον πνευματικό του τι του είπε δεν ξέρουμε, ξέρουμε πως άδεια του έδωσε κι έφυγε πάλι για το Βελεστίνο. Τριγύρναγε αγρίμι στα χωράφια και στους δρόμους, άπλυτος και κουρελής τους κορόιδευε τους τούρκους μπας και τον πιάσουνε. Πήγε και βρήκε τον γιο του Αλή και τον κορόιδευε. Ήθελε να τον σκοτώσουνε. Τον αγνοούσανε. Τον πιάσανε δυο τρείς φορές τον μαύρισαν στο ξύλο αλλά τι να τον σκοτώσουνε; Ήταν τρελός. Πήγε στην Αγριά μεγάλη βδομάδα κι εκεί άρχισε να βρίζει τον Μωάμεθ. Τότε τον άπασαν και τον πήγαν στον Τύρναβο που τον βασάνισαν και τελικά τον σκότωσαν ήταν 30 Δεκέμβρη.

Τι ήταν όμως που συνέβηκε εκείνη την νύχτα και τον έκανε να αφήσει ρούχα, σπίτια, γυναίκες και προοπτικές για να ριχτεί σε’ αυτή την περιπέτεια. Άλλοι λένε ότι Τον συνάντησε κάτω από το δέντρο και του χαμογέλασε. Δεν του είπε τίποτα όπως συνήθιζε. Το βλέμμα Του όμως ήταν γεμάτο από συμπόνια που άρχισε να κλαίει. Τότε λέει, έσπασε κάτι στην καρδιά του κι άρχισε λέει να χορεύει σαν τρελός μέσα στο δέντρα. Οι περισσότεροι θα πούνε ότι μετάνιωσε που άφησε και τον έκαναν Ιμπραήμ. Να μάθουμε δεν είναι δυνατόν. Και να μας το έλεγε τι μπορεί ο καθένας να καταλάβει. Πάντως όσοι τον είδαν μετά το θάνατο του είχε στο πρόσωπο τέτοια χαρά που δεν μπορεί κανένας άνθρωπος να καταλάβει. Τον είπαν άγιο, σήμερα έκαναν λειτουργίες στο όνομα του. Δεν δείχνει να τον νοιάζει.. Περιπλανιέται ακόμα ανάμεσα Κάπουρνα και Βελεστίνο χαρίζοντας το γέλιο του στον ουρανό. Κάποιες φορές τον βλέπουν τα παιδιά να σκάβει με τα μάτια τον ουρανό τότε αρχίζουν τα κοτσύφια το τραγούδι.

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Η ΣΥΣΚΕΨΗ




Πάνω από τις στέγες είχε απλωθεί σιωπή. Τι να γιορτάσουμε τώρα; Ποιόν να γιορτάσουμε; Και πως γίνεται μια γιορτή; Κάθισαν να σκεφτούν, κατέβασαν βιβλία. Κατέγραψαν τις ιδέες τους. Ένας δύο προσπάθησαν να κάνουν πρακτική εφαρμογή και οι άλλοι ταράχτηκαν. «Γιατί δεν μας αφήνετε να δουλέψουμε;» είπαν. Κάποιοι άλλοι τόλμησαν να πούνε ότι «δεν είναι αναγκαίο να σκεφτούνε καθώς η γιορτή είναι κάτι που συμβαίνει και δεν σχεδιάζεται». Αυτούς τους πέταξαν γρήγορα έξω και γέλασαν πίσω από τις πλάτες του λέγοντας ότι είναι «ερασιτέχνες». Κάποια στιγμή σταμάτησαν την σύσκεψη και αποφάσισαν ότι δεν μπορούν να κάνουν κάτι και ότι ήταν προτιμότερο να γυρίσουν στα σπίτια τους να γιορτάσουν και αυτοί. Λυπήθηκαν πάρα πολύ όμως όταν πληροφορήθηκαν ότι οι γιορτές είχανε τελειώσει την ώρα της σύσκεψης. Δεν είπαν τίποτα όμως, όρισαν μια άλλη σύσκεψη που θα προσπαθούσαν να διαπιστώσουνε τι είναι ανθρώπινη ζωή.

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ


Η λάμψη των Χριστουγέννων τρεμοπαίζει ακόμα ανάμεσα σε τόνους σκουπιδιών, περισσεύματα της γιορτής. Την άλλη μέρα , με αναμμένα ακόμα τα φώτα της γιορτής, το τοπίο θα θυμίζει ταινία με την επιγραφή «τέλος του πολιτισμού» με έναν ρομποτικό wall-e να προσπαθεί να συγκεντρώσει τα σκουπίδια από έναν άδειο πλανήτη. Πριν την γιορτή τα σούπερ – μάρκετ – οι ναοί αυτοί της καινούργιας παγκόσμιας θρησκείας- ήταν γεμάτα από πιστούς καταναλωτές που κοινωνούσαν και μεταλάμβαναν τιμές, ποιότητες και συσκευασίες. Στο τέλος ο ιερέας – ταμίας τους επιβράβευε με κάποια bonus στην ειδική κάρτα μύησης που ο καθένας πλέον διαθέτει. Το βλέμμα ξένο πλέον από κάθε ανθρωπιά μοιάζει με το βλέμμα τρωκτικού και είναι λογικό αφού καταβροχθίζουμε με μανία τα πάντα. Η γη μας σιγά- σιγά καταβροχθίζεται όπως το μήλο τρώγεται από τα σκουλήκια του.

Ούτε μια φωνή – ακόμη- για νέα οράματα στις επιχειρήσεις, για μια νέας κατεύθυνση που το επιχειρείν θα είναι ισοδύναμο με την πρωτοπορία όπου το κέρδος θα είναι η χαρά της επιτυχίας και η μετοχή στη χαρά της δουλειάς. Μείναμε στους μίζερους αριθμούς όπου το ακαθάριστο εθνικό προϊόν της μιζέριας μας παρουσιάζει μια τρομακτική υπερεπάρκεια ενισχυόμενο από καψουροαμανέδες παλιών και νέων εποχών. Καμία ερώτηση πλέον. Να εργαστεί για να βγάλει χρήματα γιατί; Για να πληρωθεί το ΦΠΑ; ο φόρος; η περαίωση; για να αγοράσει άχρηστα πράγματα; Το τίποτα σε αντάλλαγμα κάποιων χρόνων ζωής.

Ο άνθρωπος στη χώρα μας έγινε μια μπαλίτσα σε ένα τεράστιο φλίπερ ενός δαιδαλώδους τραπεζοχρηματοοικονομικού συστήματος. Η χώρα μας αυτός ο Παράδεισος επί της γης κατάντησε μια μίζερη αγορά. Όσο κι αν περπατήσεις στα μονοπάτια αυτά του Πηλίου με τα χρώματα ακόμα να ακροβατούν στο πράσινο και στο κίτρινο. Με ένα φεγγάρι απλωμένο σαν ένα άστρο της Βηθλεέμ τεντωμένο στο «Η Παρθένος σήμερον» μέσα από τα μοναστήρια που σταθεροποιούν τη ροή του χρόνου, μέσα από οξιές και καρυδιές στα βήματα του δάσους. Αυτό ο Παράδεισος έγινε εμπόρευμα. Ζούμε σε έναν κόσμο που γνωρίζει μια νέα θεότητα το νόμισμα (νομίζω) και που έχει χάσει κάθε σύνδεση με την υλικότητα. Είναι ένας φανταστικός κόσμος που σε αυτόν και οι ζωές μας πλέον είναι φανταστικές. Ζούμε μια ζωή χωρίς σκοπό. Κι ας το ξέρουμε πως άμα διαγράψεις το νόημα της ζωής από έναν άνθρωπο τον μεταμορφώνεις αμέσως σε καταναλωτή, σε μια μηχανή που δεν σκέφτεται, ή σε έναν επαναστάτη ή σε έναν αυτόχειρα. Το πρόβλημα δεν είναι η κρίση είναι η παντελής απουσία νοήματος για τη ζωή μας.

Ορίστε λοιπόν ας πούμε ότι ξαναγυρίσαμε στον παλιό ωραίο κόσμο μας θα έδινε νόημα ζωής μια πισίνα ακόμη μεγαλύτερη, ένα ακόμη αυτοκίνητο, ένα shopping therapy του τίποτα. Ίσως γι αυτό γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα πιστεύοντες και μη πιστεύοντες αναζητώντας αυτό το νόημα στη ζωή μας προσπαθώντας να έρθουμε σε επαφή με την υλικότητα της ζωής που έχουμε ξεχάσει. Εμείς, ένας δυτικός πολιτισμός γιορτάζει για ένα βρέφος που γεννήθηκε σε ένα από τα πιο βρωμερά μέρη στον κόσμο σε ένα σταύλο στη μέση του πουθενά. (για να το εξωραΐσουμε έχουμε φτιάξει υπέροχες φάτνες με γλυκερές φάτσες έτσι ώστε να ομορφύνει αυτό που πραγματικά είναι καθώς την πραγματικότητα δεν την υποφέρουμε πλέον). Την ίδια ώρα που ξοδεύουμε εμείς, οι μέσα στην κρίση γνωρίζουμε πολύ καλά ότι μόνο από τα καλοκαιρινά παγωτά της Ευρώπης θα σώζονταν τα παιδιά ενός έτους στην Αφρική που πεθαίνει ένα κάθε λεπτό. Βέβαια τον θάνατο των παιδιών δεν μπορούμε να τον εξωραΐσουμε οπότε τον ξεχνάμε και τον σβήνουμε από τη μνήμη μας. Αλλά σβήνοντας από την μνήμη και την γνώση μας μένει ένα κενό και είναι το δικό μας το κενό που τρομάζει πλέον.

Η θα αναμετρηθούμε με την πραγματικότητα μας έτσι να την αλλάξουμε ή θα μείνουμε με την απορία αν έχουμε ζήσει την ζωή μας ή κάποιος άλλος την διηγήθηκε, ερήμην μας….

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ




Έφτασαν το πρωί. Στο λιμάνι είχε ακόμα ομίχλη κι ο ήλιος μόλις φαίνονταν κόκκινος, πάνω από τη Γορίτσα. Προχώρησαν για να ζεσταθούν. Στην παραλία όλα κλειστά. Μόνο σε ένα, σφουγγάριζαν τα γκαρσόνια. Καφενείον «Μινέρβα» στον απέναντι τοίχο έγραφε «Ευτυχισμένο και υγιές το 1959» ξεχασμένο από τις γιορτές. «Καφέ θα πιούμε;» «Άμα κάτσετε, ίσως» είπε ένα γκαρσόνι βαριεστημένο «Όχι μέσα έξω. Σφουγγαρίζω.» Κάθισαν έξω. Όσο σηκώνονταν ο ήλιος, τόσο ζέσταινε η μέρα. Αλλιώς το κρύο περόνιαζε. Ο θιασάρχης ήταν βαρύς και ο θίασος κρύωνε. Είχανε να φάνε δυο μέρες. Ήταν και το ρεζιλίκι της Χαλκίδας που τόσκασε η γυναίκα του θιασάρχη με τον πρωταγωνιστή. Πρώτη φορά που έβαλε άλλον πρωταγωνιστή ο θιασάρχης. Πενήντα χρονών βλέπεις, είχε ασπρίσει και ήθελε τζόβενο για το ρόλο. Πάθανε και το καζίκι στον Αλμυρό που είχε το πανηγύρι και στο καφενείο που ήταν η παράσταση δεν πάτησε κανένας. Είπανε ότι θα ρεφάρουν στο Βόλο. Όχι τίποτα άλλο να βγάλουν τα ναύλα τέλος πάντων για την Αθήνα, να κάνουν Πάσχα τουλάχιστον στο σπίτι τους.

Πρώτη μίλησε η Καίτη « Ούτε αφίσες δεν κολλήσαμε, ούτε σε κανένα μιλήσαμε. Πως θα γεμίσει αύριο το καφενείο δεν ξέρω» «Εγώ πάντως δεν πάω είπε, ο θιασάρχης έχω άλλη δουλειά» Ο καθένας είχε μια δικαιολογία. Ο ένας δεν μπορούσε να περπατήσει, η άλλη ήταν μικρή και την κολλούσαν οι άντρες και δεν ήθελε. «Θα πάω εγώ, είπε η Καίτη. Θέλω να γυρίσω στην Αθήνα το καταλαβαίνεται;» Σηκώθηκε και πήγε προς το εσωτερικό της πόλης. Όπου έβλεπε στύλο κολλούσε «θίασος ΣΤΕΛΛΑ, αύριο Σάββατο στα ΚΥΜΑΤΑ». Πέρασε το εργοστάσιο του Ματσάγγου και έφτασε στην πλατεία Ελευθερίας. Ένας πλανόδιος φωτογράφος τραβούσε κάτι πιτσιρίκια «το πουλί, το πουλί,» φώναζε. Κι απέναντι τον άκουγε το πουλί, ένα περιστέρι που γουργούριζε. Ο περιστεράς το φίλαγε στη μούρη, γουργούριζε ξανά το περιστέρι , δεν έφευγε. Πήγε η Καίτη στο στύλο δίπλα στον περιστερά κόλλησε «θίασος ΣΤΕΛΛΑ αύριο Σάββατο στα ΚΥΜΑΤΑ». «Στάσου» της λέει ο φωτογράφος «Να βγάλω μία» «Να μη βγάλεις» του λέει η Καίτη. «Εγώ μια φορά θα βγάλω» «Το πουλί, το πουλί» Άκουσε το περιστέρι, γουργούριξε, του έριξε ένα φιλί ο περιστεράς. Βγήκε η Καίτη στο χαρτί μ’ απορεμένο βλέμμα. «Πάρτη να τη θυμάσαι» είπε ο φωτογράφος.

Και τη θυμάμαι κι εγώ που μνήμην δεν έχω. Μνήμη μιας φωτογραφίας που τώρα πια δεν υπάρχει. Πάει η φωτογραφία, πάει κι η Καίτη, πάει ο φωτογράφος η μηχανή του και το πουλί του περιστερά κι ο ίδιος ο περιστεράς. Ως και στην πλατεία Ελευθερίας έβγαλαν τα φυτά και βαλαν μάρμαρα.

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ




Η εκλογική περιπέτεια φτάνει στο τέλος της έχοντας όλα τα κόμματα νικητές και απόλυτα ηττημένους όλους τους πολίτες, οι οποίοι προσπαθούν μέσα σε ένα μαγνητισμένο από αδιαφορία περιβάλλον να βρούνε προσανατολισμό για να κατευθύνουν την ζωή τους. Αντιμνημονιακοί και μνημονιακοί, η εμείς η ή καταστροφή, ο κύκλος ή το τετράγωνο. Κάποιοι δεν μπήκαν καν σε αυτή τη λογική, γύρισαν τις πλάτες αλλά και αυτό δεν έχει σημασία καθώς όσο και να γυρίζεις τις πλάτες οι άλλοι σου έχουν γυρίσει τις πλάτες από καιρό.

Εν τω μεταξύ η ζωή συνεχίζεται κανονικά. Οι επιχειρήσεις κλείνουν, οι εργαζόμενοι βρίσκονται στο δρόμο, οι έμποροι εξαντλούν και τα τελευταία αποθέματα τους καθώς οι ακάλυπτες επιταγές αγγίζουν πλέον τα 3,25 δισεκατομμύρια ευρώ δημιουργώντας μικρά και μεγάλα δράματα της καθημερινότητας. Διπλασιάσθηκαν οι αυτοκτονίες, μεγαλώνει η βία μέσα στην οικογένεια ενώ οι ληστείες έχουν αυξηθεί και θεωρούνται πλέον ως φυσική παρενέργεια. Δεν θα πρέπει βέβαια να συσχετίσουμε το γεγονός της κρίσης με τους πέντε νεκρούς κάθε μέρα στην άσφαλτο αλλά υπάρχουν ούτε και τον έναν τουλάχιστον νεκρό από ναρκωτικά που κι αυτός υπάρχει.

Βεβαίως - και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα- κανείς από τους υποψηφίους δεν καταδέχεται να μιλήσει για αυτά τα θέματα παρά μονάχα θριαμβολογούν επί μιας υποτιθέμενης νίκης καθώς το σώμα της κοινωνίας σπαράσσεται. Και η θριαμβολογία αυτή ηχεί κακόηχη και παράξενη γιατί γίνεται πάνω από ένα άσχημα κακοποιημένο πτώμα.

Αυτό που προξενεί φόβο σε αυτή τη χώρα δεν είναι το εξωτερικό έλλειμμα το ψέμα , η ανεργία αλλά η κοινοτυπία του κακού. Η καθημερινότητά του, η αίσθηση της ελαφρότητας εμπρός στην άβυσσο της συνείδησης. Οι τραγωδίες έχουν καταντήσει ρουτίνα, δεν προκαλούν έκπληξη. Έχουν γίνει μαύρα μεσαιωνικά παραμύθια που κάποιος τα διηγείται στο τραπέζι, το βράδυ, ενώ τρώει με την οικογένεια. Είναι ηχώ μιας φρίκης που μετατρέπεται σε είδηση. Ένα κλαμπ τεράτων που αποτελούν το απαραίτητο φόντο της κάθε μας μέρας για τους οποίους δεν ενδιαφερόμαστε γιατί ανήκουν στην κατηγορία του αυτονόητου, όπως η πρόβλεψη του καιρού η οι ειδήσεις του χρηματιστηρίου. Το κακό εκχυδαΐστηκε, χάθηκε το κακό του παλιού καιρού, γιος του μίσους, που τρέφονταν από την εκδίκηση, ή γεννημένο από την τρέλα. Η λέξη διάβολος έχει μείνει μόνο για χρήση από την εκκλησία αλλά κι εκεί δεν γίνεται πιστευτή όσο πρέπει. Με αυτό τον τρόπο μειώνεται η σημασία του κακού. Η αξία της ζωής φτάνει σε μια χούφτα ευρώ που μπορεί κάποιος να κλέψει από έναν ανυπεράσπιστο ηλικιωμένο, αφού τον σκοτώσει, ή ακόμα και χωρίς κανένα οικονομικό αντίκρισμα μόνο και μόνο για να ικανοποιήσει κάποιες ιδεολογικές φαντασιώσεις.

Η κανονικότητα του κακού το κάνει αόρατο όπως ο αέρας που αναπνέουμε. Θεωρούμε δεδομένο ότι ένα παιδί 17 χρονών θα σκοτωθεί με το μηχανάκι και το αυτοκίνητο, ή θα το βρούνε καρφωμένο με την σύριγγα στο χέρι και κανείς δεν αντιστέκεται σε αυτό, θεωρούμε δεδομένο ότι η ληστεία με φόνο είναι κι αυτό μες στην καθημερινότητα μας και μας κάνει μόνο να αγοράζουμε μια κλειδαριά με τρίαινα λίγο μεγαλύτερη από την προηγούμενη θεωρώντας ότι η προσωπική μας ασφάλεια αποκραίνει το κακό στην περιρέουσα.

Και βέβαια θα συζητήσουμε για διλήμματα τι άλλο μπορούμε να κάνουμε άλλωστε; Ο καλύτερος τρόπος αποφυγής της λύσης του προβλήματος είναι ένα ψευδοπρόβλημα. Λύση μπορεί να μην δίνει αλλά τουλάχιστον μας δίνει κάποια τροφή για να περνάμε τις αδιέξοδες μέρες μας.