Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2009

ΤΑ ΑΧΕΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ




Ο νεαρός παπάς κατευθύνθηκε στο πολυκατάστημα με τα παιγνίδια. Ήταν άρρωστος και κανονικά δεν θα έπρεπε να ήταν στο πόδι σήμερα. Αλλά το βράδυ είχαν την γιορτή των κατηχητικών και έπρεπε να πάρει δώρα. Αλλά το μετάνιωσε γιατί ένοιωσε να καίει από τον πυρετό, ένοιωσε ότι το μυαλό του πάγωνε σαν να μην λειτουργούσαν οι συνάψεις και να έπεφτε ώρα με την ώρα σε ένα παράλληλο σύμπαν έτσι όπως το είχε εξηγήσει η γυναίκα του που ήταν φυσικός. «Μετά το θάνατο θα μεταφερθούμε σε ένα παράλληλο σύμπαν ή το χειρότερο σε μια μαύρη τρύπα»

Νόμιζε ότι ήταν στο ενδιάμεσο. Έσβησε την μηχανή και κάθισε για λίγο. Είδε το τζάμι να σκοτεινιάζει και αισθάνθηκε να μικραίνει. «Πατέρα, πάμε μέχρι την πλατεία ελευθερίας» Και ήταν δέντρα πολλά και ένα ήταν στολισμένο ένα δέντρο τεράστιο. Και κάτω ήταν μια φάτνη. Δυο ζωάκια η Παναγία και ο Χριστός, μωρό. Κι έκανε κρύο πολύ κρύο. Και πήγαινε και αυτός μέσα. Τα άχερα ήταν πραγματικά και καθόταν εκεί μαζί με τα ζώα και τις κούκλες τις πάνινες. Μόνο που για αυτόν δεν ήταν πάνινες κούκλες, για αυτόν ήταν όλα αλήθεια. Όπως αλήθεια είναι για όλα τα παιδιά ότι η δουλειά του πατέρα τους είναι να φέρνει το φεγγάρι στο σπίτι και αυτά να κοιμούνται ήσυχα ότι το φεγγάρι ξαναβγήκε στον ουρανό.

Δεν ήταν ακριβώς μνήμη. Δεν μπορούσε να το περιγράψει. Ήταν πραγματικότητα, μια άλλη πραγματικότητα. Μπορούσε να μυρίσει την μυρωδιά του χόρτου. Μπορούσε να νοιώσει το χέρι του πατέρα του. Μπορούσε να ακουμπήσει την επιδερμίδα του να ακούσει την φωνή του που τον καλούσε. «Είστε καλά;» Ήταν ο φύλακας του παρκινγκ που φώναζε έξω από το παράθυρο. Του χαμογέλασε.

Όταν έκλεισε πίσω η πόρτα του πολυκαταστήματος τον έπνιξε η ζέστη. Γύρω του παρέες παιδιών, μανάδων και ένα πλήθος παιγνίδια σε ντάνες, σε ράφια, στο πάτωμα, κρεμασμένα στους τείχους. Ξανά ανέβηκε εκείνη η αίσθηση του πυρετού, της μαύρης τρύπας, εκείνου του κομματιού του σύμπαντος που κοιτάζεις και βλέπεις την καθημερινότητα διαπερατή «Κοίτα αν τα δάχτυλα σου περνούν από μέσα είναι διάφανο. Αλλιώς είναι πόρτα», κάπως έτσι το έλεγε ο Τζόυς.

Ξαφνικά το μάτι του έπεσε στο ράσο. Τι δουλειά έχω με αυτό; Αλλά και τη δουλειά έχουν οι άλλοι με αυτά τα ρούχα; Το μόνο που είναι παρήγορο είναι η ομοιότητα. Εγώ είμαι ανόμοιος, σκέφτηκε. Αλλά πάντα αυτό ένοιωθε. Ότι είναι ανόμοιος. Όχι κάτι μεγαλύτερο και καλύτερο αλλά κάτι ανόμοιο. Σαν μια κούκλα ανάμεσα σε ρομπότ.

Μετά θυμήθηκε. Την Δημητριάδος με λίγα φώτα, κίτρινα λαμπιόνια και την ομίχλη να κόβει στα δυο το παρόν και να το ανυψώνει. Θυμήθηκε τα πρωινά με την ομίχλη και το τρένο να κόβει τον καπνό της πόλης στα δυο…. Την μυρωδιά από τα άχερα ναι αυτόν ήταν για αυτόν τα Χριστούγεννα , η μυρωδιά από τα άχερα αυτό του είχε λείψει. Για αυτό αισθάνονταν άδειος, αισθάνονταν να αδειάζει σε αυτό το πολύχρωμο πλήθος που αναζητούσε με πεινασμένο μάτι την χαρά των παιδιών μέσα στα πλαστικά και τις κούτες.

Έφυγε σαν κυνηγημένος. Αισθάνονταν την άνασσα του κενού στο σβέρκο του, αισθάνονταν την παγωνιά της απουσίας στην άκρη των μαλλιών του και τρόμαξε.

Εκείνο το απόγευμα μέσα στο ναό όλοι τρόμαξαν. Νόμιζαν ότι ο παπάς τους τρελάθηκε. Μόλις μπήκαν είδαν την εκκλησία γεμάτη άχερα. Παντού γεμάτη μπάλες άχερα και εκεί μπροστά από το τέμπλο γυρνούσαν δυο αγελάδες και πρόβατα και ένα μικρό γαϊδουράκι. Έξω δεν είχε αρχίσει να χιονίζει, μόνο φυσούσε….


1 σχόλιο:

exoaptonkyklo είπε...

Πολυ ιδιαιτερη και ομορφη ιστορια.Χρονια πολλα , καλη χρονια.