Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

ΣΤΗ ΣΟΦΙΑ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ


Αποχαιρετούμε τους φίλους. Ο Κώστας έφυγε. Η Σοφία πριν κάποιες μέρες. Πριν κάποια χρόνια στην Perugia και οι τέσσερεις (Κώστας Χατζηανδρέου, Σοφία Φουτζοπούλου, Χρίστος Παπαγεωργίου και Νίκος Βαραλής) αντίκρυ στο «Μαύρο Θέατρο» της Πράγας. Οι κούκλες, το σκηνικό, η μουσική του Χρίστου και η «νέκυια» γυμνή του Ομήρου.

Ενθα Κιμμερίων ανδρών δήμος τε πόλις τε, ηέρι και νεφελη κεκαλλυμένοι ουδε ποτ’ αυτούς ηελοιος φαεθων καταδέρκεται ακτίνεσσι

Τότε όπως σε κάθε παρών δεν μπορούσαμε να φανταστούμε ότι ο Κώστας και η Σοφία μετά λίγα χρόνια θα κατέβαιναν τον ίδιο δρόμο.

Τέκνον εμόν, πως ήλθες υπό ζόφον ηερόεντα;

Τώρα όπως σε κάθε παρών προετοιμαζόμαστε να απαντήσουμε γιατί πηγαίνουμε είς ζόφον ηερόεντα;

Άλλοι στρίβουν το κεφάλι στην ερώτηση. Άλλοι αισθάνονται αμήχανα. Άλλοι διασκεδάζουν (από το δια - σκεδάνυμι που σημαίνει «διασκορπίζομαι») με κείνο το χαμόγελο της αυταρέσκειας στο πρόσωπο που γίνεται γκριμάτσα στα μεγάλα ζόρια.

Δεν έκλαψα για την Σοφία ούτε για αυτούς που φεύγουν αλλά για όλους εμάς που μένουμε άλλοι με την απορία άλλοι δυστυχώς χωρίς καμία απορία, χωρίς ζωή, παίρνοντας τις σκιές για στέρεο πράγμα…


Υ.Γ. Φίλε μου Χρίστο εμείς που μείναμε τουλάχιστον να ξαναστήσουμε το In Memoriam για αυτούς που είναι πάντα παρόντες.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΙΓΝΙΔΙΟΥ


Είχε κοιτάξει πολύ την ανατολή με πρησμένα πόδια κι ο κήπος τώρα δεν την άκουγε. Μια μικρή μουσική, δυο πετάγματα των χεριών ένα πρωινό στην παραλία του Βόλου. Κι ύστερα τα δύσκολα χρόνια κυνηγητό και κατοχή και πείνα και φεγγάρια ερωτευμένα στο λόφο και στη θάλασσα. Πέρασαν όλα δίπλα από το δέρμα. Έπαιρνε αυτό που ήθελε για αλήθεια. Σχεδίασε ένα σπίτι γεμάτο με ζωγραφισμένη πάνω τους την προσποίηση μιας αληθινής ευτυχίας και κατοίκησε μέσα εκεί. Τα τρία παιδιά ήρθαν όπως τα ρόδια που έρχονται ξεχασμένα στην αυλόπορτα μιας πιθανής ευτυχίας. Τα κατάλαβε από τον θόρυβο που κατά βάση την ενοχλούσε. Για αυτό ταξίδευε γυρεύοντας ένα απρόσβλητο όνειρο κατά πως κάνουν τα κουταβάκια αναζητώντας πάντα την ουρά τους, μήπως σ’ αυτήν έχει σκαλώσει μια σταγόνα λαμπρή του εφήμερου. Δεν την βρήκε ποτέ. Τα γηρατειά την συνάντησαν απρόσμενα ενώ έπλενε την αυλή του σπιτιού της. Στην αρχή δεν κατάλαβε είναι η καταιγίδα που δεν την ανέχομαι αλλά η ώρα την κάνει πιο επιτρεπτή. Κι αυτό γιατί διασκέδαζε τα όνειρα που είχαν δόντια και ενοχλούσαν τις νύχτες. Αρνήθηκε και πάλι την κατάσταση. Τώρα προσπαθώντας να ανασάνει στην τελευταία ενέδρα μες στο νερό με το καλάμι. Κι όμως το έξω είναι εκεί. Και τι είναι εκεί έξω; Ο ουρανός αλλάζει η το βλέμμα μας; Ο κήπος. Ο υπέροχος κήπος. Ο στιλβώδης κήπος. Με τα αγκάθια, τα αγκάθια, τα αγκάθια…..

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2009

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΟΝΕΤΑΣ




Αυτό το σκαλισμένο ξύλο, που κινάει το νήμα,
μοιάζει με γέρο αληθινά, ρυτιδιασμένο και μ' άσπρα
μαλλιά.
Κι όταν ο ρόλος του τελείωσει της στιγμής, να 'τον
ακίνητο και σιωπηλό,
άνθρωπος ίδιος, που η ζωή του είναι όνειρο μονάχα

Αυτοκράτορας Χσουάν Τσούνγκ (713-55)

Κινέζοι ποιητές, μετ. Σ. Σκαρτσής, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1988

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μόνος του. Η μοναξιά του δεν είναι οικειοθελής αλλά επίκτητη. Παρατηρούσε σιγά - σιγά να απομακρύνονται οι άνθρωποι από αυτόν. Άλλος είχε δουλειές. Άλλος είχε δημιουργήσει οικογένεια και δεν προλάβαινε. Και τα αδέλφια του ακόμη είχαν απομακρυνθεί ο ένας έλλειπε μεγάλα διαστήματα του χρόνου, ο άλλος είχε πολλά χόμπυ και δεν ήταν δυνατόν να συναντηθούν.

Στην αρχή προσπάθησε να αντιδράσει. Πήγαινε στην Εκκλησία. Αλλά εκεί είδε πρόσωπα κλειστά. Δύο ολόκληρους μήνες πήγαινε και κανείς δεν του είπε ούτε καλημέρα. Δοκίμασε να λείψει μια Κυριακή, πήγε την επόμενη. Κανείς δεν του είπε τίποτα. Δεν είχαν προσέξει καν την ύπαρξή του. Να πάει σε κέντρο ηλικιωμένων δεν μπορούσε ακόμη ήταν "νέος" δεν τον δέχονταν, εξ' άλλου είχε μια λαμπρή δουλειά "δημόσιος υπάλληλος", το πρόβλημα είναι ότι στην υπηρεσία κανείς δεν μιλούσε. Ένα γεια σποραδικό από τους συναδέλφους που πέφτανε πάνω του στην έξοδο ή στην είσοδο. Δοκίμασε να πάει σε κάποια σωματεία που ασχολούνται με την φύση. Πήγε μάλιστα και δυο εκδρομές. Ήταν κάτι παρέες που πήγαιναν, περπατούσαν μαζί αλλά δεν μιλούσε η μία την άλλη. Αυτόν δεν του μιλούσε κανείς.

Η ψυχή του ξεράθηκε. Μια μέρα αποφάσισε να δει αν οι άλλοι τον θεωρούνε υπαρκτό. Δεν πήγε στην δουλειά. Περίμενε ένα τηλέφωνο μια ανησυχία, τέλος πάντων. Τίποτα απολύτως.. Δεν τον αναζήτησε κανείς. Και κανείς δεν ξέρει τι απέγινε αυτός ο άνθρωπος.

Η ιστορία αυτή είναι αληθινή. Μου τη διηγήθηκε ένας άνθρωπος μια φορά, όπως του την είχαν πει άλλοι. Μόνο που δεν θυμάται ποιοι και πότε. Υπάρχει η φήμη ότι πέθανε και τον θάψανε. Αγνωστο πότε. Ίσως να είναι δική του η πλάκα που γράφει….."Ήταν ένας που πριν γίνει ένα τίποτα με τον θάνατο, υπήρξε βασιλιάς, μια μόνο μέρα…."

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2009

LES GLOBES



Στα μάτια που χάσανε το δρόμο - εκεί διάβασε:

των ήλιων- , της καρδιάς - τις-τροχιές, το
ωραίο σαν σφύριγμα σφαίρας ματαίως.
Τους νεκρούς κι όλα
όσα απο εκείνους γεννήθηκαν. Την
αλυσίδα των γενεών,
που είναι θαμμένη εδώ και
ακόμα κρέμεται, στον αιθέρα,
αιωρούμενη στην άκρη της αβύσου. Ολων των
προσώπων γραφή, εκεί που
σφυρίζοντας καρφώθηκαν
άμμος οι λέξεις - μικρή αιωνιότητα,
συλλαβές.

Ολα,
και το πιο βαρύ, θα
πετούσαν, τίποτα δεν
τα κρατούσε.

Les globes: Οι σφαίρες, με τη σημασία που έχει η λέξη στη γεωμετρία ή όταν αναφέρεται στα φωτεινά ουράνια σώματα

P.Celan, Του κανενός το ρόδο, μετ. Χρ. Λάζος, εκδ. ΑΓΡΑ.