Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

ΠΕΡΙ ΗΡΩΩΝ ΚΑΙ ΤΑΦΩΝ



Κάποτε ένας στρατηγός κι ένας ιερέας ξεκίνησαν για περιπέτεια. Πήγανε να μαζέψουνε τα οστά των στρατιωτών τους, που είχαν σκοτωθεί σ’ έναν μεγάλο πόλεμο. Προχώρησαν, προχώρησαν πέρασαν κάμπους και βουνά, ψάχναν εδώ, ψάχναν εκεί και μάζευαν λείψανα. Η χώρα ήταν κακιά και κακοτράχαλη. Αυτοί όμως δεν γυρίζανε πίσω κι όλο τραβούσανε εμπρός. Μάζεψαν όσους μπόρεσαν περισσότερους σκελετούς και γύρισαν να τους μετρήσουν. Είδαν πως τους έλειπαν ακόμη πολλοί. Ξαναφόρεσαν τις μπότες και τα αδιάβροχα τους και ξεκίνησαν και πάλι. Προχώρησαν, προχώρησαν, περπάτησαν και πάλι βουνά και κάμπους. Κουρασμένοι, τσακισμένοι κυριολεκτικά ένοιωθαν σαν μολύβι πάνω τους να τους λιώνει το βαρύ έργο. Ούτε αέρας, ούτε βροχή τους μαρτυρούσανε, που ήταν θαμμένοι οι στρατιώτες, που ψάχναν να βρούνε.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Ι. Κανταρέ «Ο στρατηγός της στρατίας των νεκρών»

Το έργο αφηγείται την πραγματική ιστορία της αποστολής ενός Ιταλού στρατηγού στην Αλβανία προκειμένου να συλλέξει τα οστά των νεκρών. Αυτό έγινε πριν από χρόνια και είναι πραγματικότητα. Σε εμάς αυτή η μέρα δεν ήρθε ποτέ. Τώρα μετά από εβδομήντα χρόνια δηλαδή μετά από εβδομήντα παρελάσεις που αναφέρουμε τους «ηρωες του αλβανικού μετώπου» αρχίζει και γίνεται μια περίπου σοβαρή υπόθεση ο εντοπισμός τους. 8.000 ήρωες για αυτούς που σήμερα έγιναν οι παρελάσεις παραμένουν άθαφτοι στα αλβανικά χώματα άλλοι ξεχασμένοι και άλλοι φυλαγμένοι εβδομήντα χρόνια τώρα από έλληνες που δεν διέθεταν σημαίες αλλά φιλότιμο.

ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΕΡΜΙΟΝΗΣ
Φύτεψαν αχλαδιές για να προστατεύσουν τους τάφους
Απρίλης του 1941. Η υποχώρηση είχε αρχίσει. Οι Ιταλοί άρχισαν να χτυπούν από παντού. Ενας ένας οι μαχητές έπεφταν νεκροί. Τι έγινε τότε αλλά και στις δεκαετίες που ακολούθησαν το διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του χωριού Βουλιαράτες, στα «απομνημονεύματα» της κ. Ερμιόνης.
«Αλλοι πέντε νεκροί και ένας ο Αλογογιάννης, έξι. Στο σπίτι γινόταν θρήνος. Ο Προβατάς, ένα από τα παιδιά, ζούσε πλημμυρισμένος στα αίματα. Εδωσε το πορτοφόλι στον πατέρα μου, πέθανε κι αυτός. Τους έδεσαν με τις κουβέρτες. Εσκαψαν λίγο στο χωράφι, ίσα ίσα για να τους σκεπάσουν. Εμείς είχαμε απομακρυνθεί μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Σαν γυρίσαμε, τους είδαμε τους τάφους. Οι μύτες από τα άρβυλα ξεχώριζαν από το χώμα. Ορμήσαμε κι εμείς τα παιδιά και αρχίσαμε να τα σκεπάζουμε. Δύο οι τάφοι, έξι οι νεκροί. Ο πατέρας μου αργότερα φύτεψε στους δύο τάφους από μία αχλαδιά. Το χωράφι ανήκε στον συνεταιρισμό και υπήρχε φόβος, όπως θα οργωνόταν, να βρούνε τα οστά των παιδιών. Ετσι, με τις αχλαδιές λύθηκε το πρόβλημα».

Μόνοι τους πολέμησαν.
Η κ. Ερμιόνη δεν ξεχνάει την ταφή των στρατιωτών. Αλλά και το μετά. «Σε κάθε γιορτή η μάνα μου νύχτα, μεσάνυχτα πήγαινε και άναβε ένα κερί. Δεν έπρεπε να μας δει κανείς. Εμείς όμως πηγαίναμε τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την 25η Μαρτίου αλλά και την 28η Οκτωβρίου. Ερχονταν οι Αλβανοί και έψαχναν, αλλά εμείς δεν τους είπαμε τίποτε». Με την πτώση του καθεστώτος του Χότζα, η οικογένεια Πρίγκου τοποθέτησε δύο σταυρούς στους τάφους. Αναψε κεριά. Στάθηκε με ευλάβεια.
Παράλληλα, άρχισε να αναζητά τους συγγενείς των νεκρών αλλά και κάποιον υπεύθυνο από την ελληνική πλευρά, για να στηθεί ένα μνημείο και να μεταφερθούν τα οστά στην Ελλάδα. «Μόνοι τους πολέμησαν. Μόνοι τους και τώρα;».

Το μνημείο στήθηκε, τελικά, από τους νέους της Ομόνοιας. Τα οστά όμως εκεί, στο χωράφι. Η κ. Ερμιόνη, παρά τις απειλές των Αλβανών, παραχώρησε μια γωνιά από το χωράφι της για το μνημείο -»ήταν απαίτηση του πατέρα μου»-, στο οποίο χαράχτηκαν τα ονόματα των νεκρών: Παναγιώτης Αλογογιάννης Καμάρι 1917. Ανδρέας Προβατάς, Κέρκυρα. Ματθαίος Λαγός, Δημήτρης Σέλας, Κοντόσταυλο Κορινθίας, Νικόλαος Κτημαδάκης, Ηράκλειο Κρήτης, Κέρκης.
350 χιλιάδες άντρες ήταν η δύναμη του ελληνικού στρατού στην πρώτη φάση του πολέμου (28/10/1940 έως 30/04/1941) ενώ η αντίστοιχη ιταλική αριθμούσε 529.000 άνδρες
13 Χιλ. Ελληνες έχασαν τη ζωή τους στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, 62.663 ήταν οι τραυ?ματίες και 1.290 οι αγνοούμενοι
(Ιωάννα Ιλιάδη – chaonia.blogspot.com)

Κρατώ μόνο την φράση της κύριας Ερμιόνης : Μόνοι τους πολέμησαν. Μόνοι τους και τώρα;»

«Ξέρεις γιατί φοράμε αυτό το μενταγιόν;» μου είπε μια μέρα. «Για να αναγνωρίσουν τα πτώματά μας αν θα σκοτωθούμε» και γέλασε ειρωνικά. «Πιστεύεις πως θα ψάξουν πραγματικά για τa λείψανά μας (o.c.)

Δεν υπάρχουν σχόλια: